Ζωντανές γειτονιές σε μια "Ανοιχτή Πόλη"

Tης Δήμητρας Σιατίτσα*

Η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και σταθερή κατοικία είναι βασικό δικαίωμα και βασική προϋπόθεση για την πρόσβαση σε μια σειρά από άλλα βασικά αγαθά και υπηρεσίες, και την κοινωνική ένταξη. Είναι συνολικά βασική προϋπόθεση για ασφαλή διαβίωση και, ιδιαίτερα σε συνθήκες φτώχειας και ανεργίας, είναι το τελευταίο καταφύγιο όταν το ευρύτερο σύστημα κοινωνικής προστασίας διαλύεται.

Οι επισφαλείς στεγαστικές συνθήκες και ο φόβος της απώλειας της στέγης, αποτελούν σήμερα βασικό συστατικό της ανασφάλειας που βιώνουν οι κάτοικοι της Αθήνας. Οι άνθρωποι που κοιμούνται στο δρόμο, αντιπροσωπεύουν, πέρα απ’ την δική τους πραγματικότητα, και τους δικούς μας φόβους. Όμως η στεγαστική επισφάλεια αφορά πλέον πολύ μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της πόλης καθώς γίνονται αβάσταχτα τα κόστη στέγασης και διαβίωσης. Η αφανής πλευρά της έλλειψης στέγης αφορά πολύ διαφορετικές πραγματικότητες και καθημερινότητες: ιδιοκτήτες, ενοικιαστές, νέους, άνεργους ή με χαμηλό εισόδημα, οικογένειες που επιστρέφουν στους γονείς, αναγκαστικές συγκατοικήσεις, αφορά πρόσφυγες και μετανάστες που ζουν, στοιβαγμένοι πολλές φορές, σε κακοσυντηρημένα διαμερίσματα και ερειπωμένα κτίρια, αφορά όσους δεν μπορούν να έχουν θέρμανση, ρεύμα, νερό, αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης συνολικά.

Για τη δημοτική αρχή η υλοποίηση του Δικαιώματος στην Κατοικία και η αντιμετώπιση των στεγαστικών προβλημάτων πρέπει να αποτελέσει κεντρικό αντικείμενο. Όχι μόνο για την ανάπτυξη έκτακτων μέτρων αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης και των ακραίων περιπτώσεων αποκλεισμού, αλλά κυρίως για να θέσει τις βάσεις για μια μακροπρόθεσμη κοινωνική πολιτική κατοικίας με κεντρικό ρόλο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Όντως δεν έχουμε μεγάλη εμπειρία στην Ελλάδα, όμως ο Δήμος έχει τη θεσμική επάρκεια και οφείλει να ανοίξει ένα παράθυρο σε μια πολιτική διαδικασία πειραματισμού, επεξεργασίας πολιτικών, αιτημάτων και διεκδικήσεων, τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. 

Μια τέτοια πολιτική περιλαμβάνει ένα πλέγμα παρεμβάσεων με βασικούς άξονες 1) τη βέλτιστη αξιοποίηση των δομών έκτακτης στέγασης, προσωρινής φιλοξενίας και φροντίδας που υπάρχουν ήδη με καλύτερη δικτύωση, συντονισμό και αλλαγή των κριτηρίων αποδοχής, 2) την κατοχύρωση ενός πλαισίου ουσιαστικής προστασίας για την πρόληψη -να μην υπάρξουν και άλλοι άνθρωποι χωρίς σπίτι- και την υποστήριξη - να μπορέσουν οι άνθρωποι να ζήσουν στα σπίτια τους με αξιοπρέπεια-, και 3) την αξιοποίηση του δημόσιου και ιδιωτικού κενού κτιριακού αποθέματος για την κάλυψη διαφοροποιημένων στεγαστικών αναγκών. 

Δεν θα μπω στις τεχνικές λεπτομέρειες για τις πολιτικές του Δήμου (μια δέσμη συγκεκριμένων προτάσεων μπορείτε να δείτε πιο αναλυτικά στο πρόγραμμα τις Ανοιχτής Πόλης), θέλω να αναφερθώ σε μια διαφορετική λογική, μια διαφορετική στάση της τοπικής αυτοδιοίκησης απέναντι στα προβλήματα των πολιτών, μέσα από το αγωνιστικό παράδειγμα δήμων που στέκονται δυναμικά στο πλάι των πολιτών, υπερασπίζονται δικαιώματα και διεκδικούν. Με αυτόν τον τρόπο δίνουν φωνή, στην βουβή στεγαστική ανασφάλεια και την απελπισία που δεν βρίσκει απεύθυνση, και παράλληλα προωθούν και στηρίζουν εναλλακτικά στεγαστικά εγχειρήματα και εναλλακτικές πολιτικές.

Πολλοί δήμοι στην Ισπανία, ακολουθώντας την πρακτική των κινημάτων, άρχισαν να λειτουργούν γραφεία χρέους που παρέχουν νομική και θεσμική υποστήριξη στους πολίτες ενάντια στις αυθαιρεσίες των τραπεζών και τη βιαιότητα της έξωσης λόγω οικονομικής αδυναμίας. Στη Γαλλία υπάρχουν δήμοι που έχουν κηρύξει την επικράτειά τους ‘ζώνη ενάντια στις εξώσεις’ και κινητοποιούν κάθε μέσο για την αποτροπή τους, ενώ και στην Ελλάδα υπήρξαν δημοτικά συμβούλια που κατήγγειλαν την απελευθέρωση των πλειστηριασμών, αποδίδοντας τουλάχιστον ένα αίσθημα δικαίωσης και στήριξης στους ανθρώπους που πλήττονται. 

Ο δήμος μπορεί και πρέπει να είναι συμπαραστάτης, με υπηρεσίες στη διάθεση των πολιτών, υποδοχέας αιτημάτων και αναγκών, τα οποία δεν αρκεί απλά να καταγράφει: οφείλει να τα επεξεργάζεται και να τα δημοσιοποιεί. Πρέπει να ξέρουμε για ποιες ανάγκες μιλάμε, για δύο τουλάχιστον λόγους: Από τη μια η κατανόηση των πραγματικών αναγκών αποτελεί βασικό βήμα στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών, αλλά και βασικό εργαλείο διεκδίκησης πόρων και θεσμικών αλλαγών από την κεντρική κυβέρνηση. Κυρίως όμως η γνώση του για ποιες ανάγκες μιλάμε, για ποιες ζωές και για ποια προβλήματα, είναι δύναμη και στα χέρια των πολιτών για να σπάσει ο φόβος, η ανασφάλεια, η εσωστρέφεια και ντροπή, και για να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα της κατοικίας δεν είναι ατομικό αλλά συλλογικό. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του κινήματος ενάντια στις κατασχέσεις και στις εξώσεις στην Ισπανία: ότι έδωσε στον κόσμο να καταλάβει ότι το πρόβλημα της κατοικίας δεν είναι προσωπική του ευθύνη, προσωπική του αποτυχία αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών που πρέπει να πολεμήσει συλλογικά. 

Μιλώντας για ζητήματα ασφάλειας σε σχέση με την κατοικία,  θα πρέπει να δούμε το ζήτημα και από την οπτική των ανθρώπων που ζουν στο δρόμο, σε ερείπια και σε ακατάλληλα σπίτια, ανθρώπων που βιώνουν την πιο ακραία μορφή αποκλεισμού. Οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζονται συχνά στον δημόσιο λόγο ως αιτία φόβου, και κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Ο ρόλος του δήμου είναι να σταθεί στο πλευρό τους και να τους εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης και παρέχοντας σταθερή και μακροπρόθεσμη υποστήριξη.

Ένα αίτημα που επανέρχεται, σε σχέση με το παραπάνω, είναι η αξιοποίηση των κενών διαμερισμάτων και κτιρίων για τη στέγαση των αστέγων αλλά και ως συνολικότερη απάντηση στο στεγαστικό ζήτημα. Οι καταγραφές των κενών και εγκαταλειμμένων κτιρίων, από κινήματα και ομάδες πολιτών είναι ένα πολύ καλό εργαλείο για να αναδειχθεί το παράλογο της άνισης πρόσβασης σε πόρους, των δυνατοτήτων που υπάρχουν για άμεσες λύσεις, και ένα πολύ καλό εργαλείο για τη διεκδίκηση και την αξιοποίησή τους. Παράλληλα, ο δήμος μπορεί να παρέχει τεχνική και θεσμική υποστήριξη, υλικά και υποδομή για εργασίες αναβάθμισης ή/και αυτο-επισκευής σε κατοίκους εγκαταλειμμένων ή υποβαθμισμένων κτιρίων. Τέτοιου τύπου πολιτικές έχουν εφαρμοστεί παλιότερα με επιτυχία στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, ενώ υπάρχουν και πολύ πρόσφατες καινοτόμες πολιτικές, όπως οι θεσμισμένες πλέον πρακτικές επανάχρησης – ανάκτησης όπως ονομάζονται- κτιρίων από συνεταιρισμούς κατοίκων (νέων, μεταναστών, οικογενειών κα) στην Ιταλία, αλλά και πολιτικές άμεσης στέγασης αστέγων με πολλαπλά προβλήματα όπου η συμμετοχή στις εργασίες επισκευής είναι ταυτόχρονα μέθοδος για την καλύτερη ένταξή τους και την ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Συνολικότερα, η αξιοποίηση κενών, δημόσιων και ιδιωτικών, διαμερισμάτων και κατοικιών, και η επισκευή ερειπωμένων κτιρίων, σε συνδυασμό με πολιτικές γειτονιάς για την φροντίδα του δημόσιου χώρου, της ενίσχυσης της προσβασιμότητας και αποκέντρωσης των προνοιακών δομών, είναι η μόνη απάντηση ενάντια στις διαιρέσεις και τις συγκρούσεις που γεννάει η εγκατάλειψη στην καθημερινότητα.

Ο δήμος τέλος, έχει σημαντικό ρόλο να παίξει, στο χτίσιμο σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ ομάδων που κατέχουν διαφορετική θέση στην αγορά κατοικίας, και άρα συχνά εμφανίζονται ως αντιμαχόμενοι, όπως είναι οι διοκτήτες και οι ενοικιαστές. Παρέχοντας ένα πλαίσιο εγγυήσεων, διαμεσολάβησης και διασφάλισης –και προς τις δυο πλευρές– μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη συμμαχιών και πρακτικών αλληλοϋποστήριξης, που όπως ξέρουμε ήδη αναπτύσσονται σε πολλές περιπτώσεις.

Υπάρχουν πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα εναλλακτικών στεγαστικών -και αστικών- πολιτικών και εγχειρημάτων που μπορούν να γίνουν στο πλαίσιο της Τοπικής αυτοδιοίκησης. Υπάρχουν δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες και πολύ διαφορετικές από τους περιορισμένους ορίζοντες διαχείρισης της φτώχειας που μας έχουν πείσει ότι πρέπει να αποδεχτούμε. Οι άνθρωποι που βρεθήκαμε και δουλέψαμε μαζί στην Ανοιχτή Πόλη και στα κινήματα της πόλης ξέρουμε ότι μπορούμε να τα υλοποιήσουμε και ότι η κοινωνία της Αθήνας είναι έτοιμη να ακολουθήσει. Η εμπέδωση της ασφάλειας στην πόλη –τόσο για τους ανθρώπους που βρίσκονται ήδη στο δρόμο, όσο και για αυτούς που ζουν σε επισφάλεια- μπορεί να γίνει μόνο  μέσα από συλλογικές διαδικασίες διαπραγμάτευσης και φροντίδας, μέσα από την αναγνώριση, και άρα δικαίωση, των προβλημάτων, ενάντια στα αισθήματα κοινωνικής αποξένωσης και φοβίας που παράγει η απομόνωση και η απαξίωση των δημόσιων θεσμών. 

* Η Δήμητρα Σιατίτσα είναι αρχιτέκτονας-πολεοδόμος, υποψήφια δημοτική σύμβουλος με την Ανοιχτή Πόλη στην Αθήνα