Είναι γλυκά τα Σάββατα στην Αθήνα

του Βαγγέλη Προβιά

Τα Σάββατα στην Αθήνα είναι, ακόμα, γλυκά. Σηκώνομαι λίγο αργά, χαλαρά και ήρεμα, αφού έχω χουζουρέψει. Ντύνομαι άνετα, δηλαδή πρόχειρα, και χωρίς ντους, έτσι, καλοκαιριάτικα, σαν να είμαι σε διακοπές βγαίνω στην πλατεία κοντά στο σπίτι μου. Εκεί με υποδέχονται οι φωνές από τα παιδιά που παίζουν (είμαι γκρινιάρης και με ενοχλούν τα ουρλιαχτά τους, αλλά η αίσθηση ζωής με την οποία γεμίζουν την ατμόσφαιρα σβήνουν τελικά την ενόχληση) και οι γείτονες που περνούν τα Σαββατιάτικά τους πρωινά με καφέ και κουβέντα. Αράζω και εγώ στην καφετέρια που έχει γίνει στέκι μου, διαβάζω τα νέα στο Internet με το παλιό αλλά βολικό κινητό μου και απολαμβάνω την ομορφιά της απρογραμμάτιστης ζωής, της αυθόρμητης στιγμής.

Ναι, τα Σάββατα στην Αθήνα είναι ακόμα γλυκά. Ακόμα και την εβδομάδα που δολοφονήθηκε ο Παύλος, που μαύρισε η ψυχή μας, που τα όρια που λέγαμε πως δεν γίνεται να τεντωθούν τεντώθηκαν πολύ παραπάνω από όσο θα πιστεύαμε, ακόμα και την εβδομάδα που ανατριχιάσαμε πιο βαθιά, πιο πολύ… το πρωινό του Σαββάτου στην ζωντανή γειτονιά ήταν γλυκό. Μη παρεξηγηθώ, δεν έχω γίνει χοντρόπετσος, δεν ξέχασα τόσο γρήγορα τη δολοφονία, ούτε κατά διάνοια, προσέχω, το έχω χρέος πιστεύω, να μην γίνω αδιάφορος, να μην με πνίξει η ακηδία. Αλλά μεριμνώ να κρατώ την ισορροπία μου, όσο γίνεται να μην πάψω να ζω ακόμα και αν πενθώ. Δεν υπάρχει εξάλλου και άλλη επιλογή. Πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε, να νιώθουμε, να χαμογελάμε, να δημιουργούμε.

Είχα πιει μία γουλιά μόνο από τον καφέ μου και πήρα το κινητό να δω την πρωινή δραστηριότητα των φίλων μου στο Facebook. Τα συνηθισμένα: λίγη κίνηση, μερικά video, τραγούδια, φωτογραφίες, έξυπνες ατάκες, links, πινελιές αποσπασματικές από τις ζωές των ανθρώπων. Και ξαφνικά… μία πίκρα! Και ύστερα από λίγο, ακόμα μία! Και έσπασε οριστικά η γλύκα του Σαββάτου.

Ο Θοδωρής και ο Πολύβιος. Δύο φίλοι μου που έχω δει λίγες φορές, το δίκτυο τους έχει κάνει σε μένα οικείους, όχι η πραγματική ζωή, και που τους έχω, αν και είναι ουσιαστικά άγνωστοι και μακρινοί, «πολύτιμους» στη καρδιά μου. Πρόκειται για δύο από τους πιο γλυκούς και τρυφερούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Φωτεινά χαμόγελα, ευγενικό χιούμορ, καλή διάθεση, γλύκα στα μάτια, λεβεντιά και ευαισθησία, υπέροχες μουσικές και ταινίες, βιβλία και γέλια, σκέψη και αισθήματα. Χαρακτήρες να υπερηφανεύεσαι που έχεις πιει κάποτε έναν καφέ μαζί τους. Άνθρωποι που το έχεις μετάλλιο στο στήθος ότι γνωρίζεστε.

Αυτό το Σάββατο, λοιπόν, ο ένας ευχήθηκε «σκατά στον τάφο του Θέμου». Και ο άλλος «να ψοφήσεις Θέμο». Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Αφορμή, η είδηση που είχε πέσει σαν θύελλά στα internets. Το Πρώτο Θέμα, θα δημοσίευε την φωτογραφία που τράβηξε ένας αυτόπτης μάρτυρας λίγες στιγμές πριν τον θάνατο του Παύλου μας (πως είχε το μυαλό και την καρδιά να πατήσει το κουμπί; πως δεν έτρεμε το χέρι του;). Οι αντιδράσεις στο πρωτοσέλιδο σχεδόν τόσο αστραπιαίες και έντονες όσο και για την ίδια την δολοφονία. Οργή, οργή, οργή. Αηδία, αηδία, αηδία. Και πολλές κατάρες. Τρόμαξα. Πολύ.

Μη με παρεξηγείς. Δεν είναι ότι δεν μοιράζομαι την αηδία για την εφημερίδα που πάει όπου και όπως φυσάει ο άνεμος (στα μάτια μου τουλάχιστον). Δεν είναι ότι δεν πήρα προσωπικά την δολοφονία του Παύλου. Δεν είναι ότι και εγώ όπως τόσοι και τόσοι άλλοι δεν έμεινα άυπνος, φρικαρισμένος εκείνο το βράδυ, ούτε ότι δεν αισθάνθηκα την ανάσα του μίσους, της βίας και του φασισμού στον σβέρκο μου. Ωστόσο… ωστόσο η μεγάλη, τελική νίκη της βίας κ του φασισμού είναι να βλέπω τους τρυφερούς φίλους μου να εύχονται θάνατο, αίμα, καρκίνο, τάφους, σκατά κ μίσος. Υπερασπιστής της δημοκρατίας κ της ελευθερίας είναι εκείνος που πάνω από την αηδία για τον δολοφόνο του Παύλου, από την ασύλληπτη αναγούλα για τον αξιολύπητο Θέμο βάζει την λειτουργία των θεσμών.

Η διαφορά μας με τον φασίστα, τον ρατσιστή είναι ότι για κανέναν, μα για κανέναν, δεν επιζητούμε τον θάνατο. Δεν υπάρχουν για μας δικαιολογημένα λυντσαρίσματα. Αδιαπραγμάτευτα. Αυστηρά. Ο δολοφόνος, ο φαύλος δημοσιογράφος, ο κρετίνος που ακόμα κρίνει τους ανθρώπους και τους αξιολογεί με βάση το με ποιον κοιμούνται, τι πιστεύουν, τι απόχρωση έχει το δέρμα τους, ναι, να χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα, να μπει στη φυλακή, να μην ξαναδεί το φως του ήλιου, να αποκλειστεί  αν γίνεται από κάθε κοινωνική δραστηριότητα. Για αυτά πρέπει να κραυγάζουμε, όχι για να πάθει καρκίνο ο αρρωστημένος και ο φασίστας και για να πέσουν σκατά στον τάφο του.

Δεν είμαι πολιτικά ορθός… δεν ξέρω καν πως γίνεται. Αλλά αυτή η χώρα πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί. Όσο και όσοι έχουμε ακόμα δουλειά, όσο υπάρχουν ακόμα πλατείες που γίνονται καμβάς για γλυκά Σάββατα, πρέπει εμείς, η τεράστια, συντριπτική πλειοψηφία που είμαστε δημοκράτες, λογικοί, που δεν κουβαλάμε μαχαίρια, που δεν πουλάμε φωτογραφίες δολοφονημένων, να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας. Όχι βέβαια επειδή είναι cool, ποιος τον χέζει τέτοιες ώρες τον cool, αλλά για να έχει αποτέλεσμα η όποια αντίδρασή μας. Για να μην είναι ξεσπασματική και συναισθηματική. Και κυρίως για να επιβιώσουμε. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι ευχάριστο. Αλλά είναι μονόδρομος. Για να μπορούμε να ζούμε πότε - πότε γλυκά Σάββατα στην Αθήνα.

Θα πάθουμε λειτουργική ασφυξία από το μίσος ρε φίλοι… Ας βάλουμε φρένο, πνιγόμαστε!

Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι κειμενογράφος και συγγραφέας με συμμετοχή στο συλλογικό έργο «Θεσσαλονίκη 2012: Διαγωνισμός Διηγήματος 2012» (εκδ. Ιανός) και βρίσκεται σε διαδικασία έκδοσης συλλογής διηγημάτων. 

 

 

 

 

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η Α. Γ. έγραψε: (πριν 5 έτη)

    Και γιατί να πεθάνει ο Θέμος και όχι όσοι αγοράζουν την εφημερίδα του και του δίνουν τέτοια δύναμη? Γιατί να μην τους κοπεί το χέρι κλπ κλπ...
    Προφανώς και σαν δημοκράτες το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να σκεφτόμαστε να είναι πώς θα καταδικάσουμε μία κίνηση, μία ενέργεια κλπ. Όχι το πώς να σκοτώσουμε τον άλλον έστω και ως σχήμα λόγου. Έτσι νομιμοποιούμε τη ΧΑ, τουλάχιστον υποσυνείδητα...

loading..