Φρέσκο γάλα, ληγμένοι γαλατάδες

Του Ηλία Γεωργαντά*

Το «φρέσκο γάλα» της ελληνικής οικογένειας είναι ένας από τους πιο ανεπτυγμένους αστικούς μύθους που έντεχνα καλλιέργησε η εγχώρια γαλακτοβιομηχανία μαζί με την, απλόχερη πάντα, ρυθμιστική αρωγή του ελληνικού κράτους. Μαζί με καρδάρες, αρμεχτάρηδες και συναφή βουκολικά αρχέτυπα το «φρέσκο γάλα» στοιχειώνει το ασυνείδητο των εκτοπισμένων στα αυτοσχέδια ελληνικά άστεα αγροτικών πληθυσμών από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Η ονομασία «φρέσκο γάλα» ήταν και παραμένει ένα από τα πιο ακλόνητα ταμπού που εγχάραξε η εμπειρία της κατοχικής, αλλά και της μεταπολεμικής, πείνας στις καταναλωτικές προτιμήσεις ενός δικαιολογημένα φοβικού λαού.

Δεν είχε και μεγάλη σημασία που ο καταναλωτής δεν ήταν πια και παραγωγός: αρκούσε η μακρινή ανάμνηση του ζεστού γάλατος που αναβλύζει από τα σφύζοντα μαστάρια της γελάδας για να πυροδοτηθούν οι, όχι πάντα αθώοι, συλλογικοί αταβισμοί της κοινής νεοελληνικής συμπεριφοράς. Τι κι αν οι γαλατάδες της μεταπολεμικής καταχνιάς δεν βαστάγανε πια στα χέρια τους καρδάρες αλλά τα ηνία του ΣΕΒ; Τι κι αν η "μάχη του γάλακτος" με την υπόθεση ΜΕΒΓΑΛ / Επιτροπή Ανταγωνισμού ράγισε την πορσελάνη της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή; Τι κι αν πια το γάλα ερχόταν από φάρμες βαλκανικών χωρών που αφελώς πανηγύριζαν την ένταξή τους στην ΕΕ και τις οποίες σύντομα υπενοικίασαν σε έλληνες "επενδυτές" για πενταροδεκάρες; Το γάλα ήταν και θα έμενε για πάντα "φρέσκο" στα ράφια κάποιου ψυγείου που συνήθως παρείχε δωρεάν η ελληνική γαλακτοβιομηχανία με αντάλλαγμα την αφοσίωση του πωλητή στο προϊόν της (πες με και fidelity rebate εις άπταιστην newspeak).

Το "φρέσκο" γάλα είναι τόσο φρέσκο όσο και το κατεψυγμένο ψάρι. Απλώς δεν είναι κατεψυγμένο αλλά παστεριωμένο - μια άλλη μορφή συντήρησης στη μεγάλη συνομοταξία των ευπαθών διατροφικών προϊόντων. Όταν η ελληνική γαλακτοβιομηχανία είχε έντονα μονοπωλιακή διάρθρωση το "φρέσκο γάλα" έληγε τρεις μέρες μετά την παστερίωσή του. Η ρύθμιση αυτή είχε επιβληθεί στο όνομα του "δημοσίου συμφέροντος". Τα αντανακλαστικά και οι φοβικοί αυτοματισμοί των καταναλωτών στήριζαν τη διοικητική ρύθμιση της τριήμερης προθεσμίας με σθένος που πρόθυμα έσπευδαν να ενισχύσουν και οι διαπρύσιες διακηρύξεις των αρμόδιων αρχών της χώρας περί "δημόσιας υγείας" και "προστασίας του καταναλωτή".

Όλως συμπτωματικώς όμως, η ρύθμιση αυτή εξυπηρετούσε πρωτίστως και κυρίως την εγχώρια μονοπωλιακή γαλακτοβιομηχανία. Η επιβολή του τριημέρου ήταν εξαρχής πονηρή και υστερόβουλη: ήταν μια ρύθμιση που δεν την επέβαλλε το κράτος στη γαλακτοβιομηχανία αλλά η γαλακτοβιομηχανία στο κράτος και αποσκοπούσε ευθέως στην αποτροπή εισαγωγών από χώρες της Κοινής Αγοράς. Το τριήμερο ήταν απαγορευτικό για το ταξίδι που έπρεπε να κάνει το ευρωπαϊκό γάλα ως τα ελληνικά σύνορα και συνεπώς λειτουργούσε ως αποτελεσματικότατο ρυθμιστικό εμπόδιο εισόδου στην ελληνική αγορά (πες με και barrier to entry εις άπταιστην newspeak). Κι έτσι στην Ελλάδα είχαμε "φρέσκο γάλα" που είχε την ίδια ποιότητα με το ευρωπαϊκό με τη διαφορά όμως ότι "έληγε" στο μισό χρόνο και είχε τη διπλάσια τιμή!

Στη ρυθμιστική θεωρία ξέρουμε ότι τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη συχνά γυρίζουν μπούμεραγκ στα μονοπώλια καθώς τα υψηλά ποσοστά κέρδους δημιουργούν κίνητρο εισόδου για νέες επιχειρήσεις (πες με και incentives to entry εις άπταιστην newspeak). Αυτό ακριβώς έγινε από τη Σημίτεια εποχή και μετά όταν το γνωστό μονοπώλιο άρχισε να απειλείται από νεοσυσταθείσες τότε γαλακτοβιομηχανίες οι οποίες προσελκύονταν από την ευνοϊκότατη κερδοφορία του μονοπωλιακού ως τότε κλάδου. Κι έτσι άρχισε ο "πόλεμος του γάλακτος" που κορυφώθηκε πολιτικά με το "σκάνδαλο των κουμπάρων" της κυβέρνησης Καραμανλή (αμελητέο πταίσμα σε σύγκριση με τις μνημονιακές βαρβαρότητες τού σήμερα, όμως κάθε εποχή κρίνεται με τα δικά της μέτρα).

Έκτοτε, η εγχώρια γαλακτοβιομηχανία από μονοπωλιακή έγινε ολιγοπωλιακή και σταδιακά πιο πλουραλιστική ενώ το παλιό, κραταιό μονοπώλιο πουλήθηκε σε γνωστό "επενδυτικό" fund του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία αθόρυβα επεκτάθηκαν σε μια ευρύτατη γκάμα γνωστών brand names: από αεροπoρικές εταιρείες και τράπεζες μέχρι κατεψυγμένο αρακά και ποδοσφαιρικές ομάδες. Επίσης αθόρυβα, ο πρώην μονοπωλιακός γαλακτοβιομήχανος, καίτοι δεν ήταν πια βιομήχανος, ανέλαβε το πηδάλιο του ΣΕΒ λες και το αρκτικόλεξο σήμαινε Σύνδεσμος Ελλήνων Βετεράνων Βιομηχάνων. Ακόμη πιο αθόρυβα όμως -ίσως και για να μην θορυβηθεί το καταναλωτικό κοινό- επεκτάθηκε και η ημερομηνία λήξης του "φρέσκου" γάλακτος από τρεις σε πέντε μέρες. Οι λόγοι τρεις: πρώτον, είχε αυξηθεί ο εσωτερικός ανταγωνισμός κι έπρεπε να απορροφηθεί μέρος του κόστους που λογικά επέφερε το τριήμερο σε επίπεδο logistics (επιστροφές ληγμένων κλπ). Δεύτερον, κάποιες γαλακτοβιομηχανίες είχαν επεκταθεί σε γειτονικές βαλκανικές χώρες και το τριήμερο ήταν ασφυκτικό από πλευράς ταξιδιού που έπρεπε να κάνει το προϊόν μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα. Τρίτον, στο παιχνίδι μπήκαν και οι αλυσίδες των σουπερμάρκετ, και ειδικά οι ξένες, οι οποίες έβλεπαν να δημιουργούνται ευκαιρίες από τη ρευστοποίηση των συσχετισμών στην εγχώρια γαλακτοβιομηχανία.

Βασικό, και απολύτως δικαιολογημένο, ερώτημα που συχνά θέτουν οξυδερκείς φοιτητές: Και γιατί δεν αντέδρασε ποτέ η ΕΕ και οι επιχειρήσεις της σ' αυτό το παιχνίδι που στήθηκε με το δήθεν φρέσκο γάλα στην Ελλάδα; Η απάντηση είναι απλή όσο και επιμελώς κρυμμένη μιας και συχνά η δοσοληψία στην ημεδαπή είναι το προσωπείο της δοσοληψίας με την αλλοδαπή: ας αναρωτηθούμε γιατί ουδέποτε ουδεμία ελληνική γαλακτοβιομηχανία δεν περιέλαβε στην ευρύτατη γκάμα των προϊόντων της κάποια πολύ συγκεκριμένα είδη όπως λόγου χάριν το συμπυκνωμένο γάλα; Ή γιατί στην Ελλάδα εξοντώθηκαν (κυριολεκτικά) επιχειρηματίες που προσπάθησαν να σπάσουν το μονοπώλιο γνωστής ξένης γαλακτοβιομηχανίας σε (άλλο) ρόφημα που επί δεκαετίες έγινε συνώνυμο της ελληνικής ανεμελιάς;

Άρα λοιπόν, τι ακριβώς να σηματοδοτεί το όψιμο ενδιαφέρον της κυβέρνησης για το "φρέσκο" γάλα και η συζήτηση που μόλις άρχισε για την επιμήκυνση της λήξης του στις εφτά μέρες; Αν η συζήτηση αυτή είχε ανοίξει πριν δύο δεκαετίες θα είχε νόημα αλλά και κοινωνικά επωφελές πρακτικό αντίκρυσμα. Σήμερα όμως, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, η δομή της ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Είναι πιο πλουραλιστικά οργανωμένη ενώ στην πορεία αναδείχθηκαν σημαντικές και δυναμικές επιχειρήσεις από την ελληνική περιφέρεια που συντηρούν την οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση στις πληττόμενες από την κρίση περιοχές τους. Αν σήμερα θα έπρεπε να δοθεί κάπου προτεραιότητα από την πλευρά του κράτους και των πολιτικών του αυτό δεν είναι η ίδια η βιομηχανία γάλακτος αλλά η αλυσίδα εφοδιασμού της και ειδικά οι φάρμες των γαλακτοπαραγωγών οι οποίες είναι χρεωμένες στις τράπεζες από δάνεια που έλαβαν για τον εκσυγχρονισμό τους.

Όμως, εξελίξεις σαν αυτές που είχαμε στην περίπτωση της γαλακτοβιομηχανίας "Δωδώνη" δείχνουν ότι οι κυβερνητικές προτεραιότητες κινούνται σε εντελώς διαφορετική και σαφώς εσφαλμένη κατεύθυνση. Δυστυχώς, είναι πολύ πιθανόν να δούμε τις βάναυσες πολιτικές επιλογές που έγιναν στον τομέα του φαρμάκου να επαναλαμβάνονται και στο φρέσκο παστεριωμένο γάλα. Όμως τότε, τα κόμματα της συγκυβέρνησης που επί δεκαετίες ενορχήστρωναν τα εγχώρια μονοπώλια διανέμοντας αγορές και προνόμια, θα πρέπει να εξηγήσουν στον κόσμο τι είδους γάλα έπινε τόσα χρόνια και γιατί σήμερα το φρέσκο ολλανδικό γάλα έγινε αίφνης καλύτερο από το ελληνικό. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα το εξηγήσουν. Κι ακόμη πιο πιθανό είναι ότι θα αποφύγουν να μας εξηγήσουν γιατί πλέον προτιμούν τις δοσοληψίες με τα ευρωπαϊκά μονοπώλια και μάλιστα τώρα που ορισμένες ελληνικές αγορές προϊόντων γίνονται σαφώς πιο ελεύθερες και πιο ανταγωνιστικές. Διότι και σ' αυτήν την κρίση το κηφηναριό της εθνικής μας κυψέλης θα προσπαθήσει να διεθνοποιήσει τα οφέλη και να εθνικοποιήσει τις ζημιές. Είπα, θα προσπαθήσει. Γιατί άμα αρμέγεις άγαρμπα, η γελάδα πονάει και κλωτσάει την καρδάρα.

*Ο Ηλίας Γεωργαντάς είναι Επίκουρος Καθηγητης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης