Δεκέμβρης 1822: Από την Καταδίκη της Ιεράς Συμμαχίας στην Ιερότητα της Εξέγερσης

Της Ελένης Καρασαββίδου

Ο Δεκέμβρης είναι ένας μήνας με μεγάλα γεγονότα... Από τα Δεκεμβριανά του 44 μέχρι τις διακοινοτικές μάχες του 53 στη Λευκωσία (τις οποίες, χωμένοι στον ιδιότυπο οικονομικίστικο τα τελευταία χρόνια εθνοκεντρισμό ακόμη και της αριστεράς, μονίμως ξεχνάμε) και τον παραληρηματικό Δεκέμβρη του 2008, ο μήνας αυτός διατρέχει με μαστίγιο την ιστορία αφήνοντας πότε πότε το στίγμα του επάνω στο κορμί της.

Τον Δεκέμβρη του 1822 η Ελληνική Επανάσταση (από τα τέλη Απρίλη αρχές του Μάρτη του 21) μετρά ήδη 22 μήνες ζωής. Την ίδια στιγμή οι εξεγέρσεις στην Ιταλική χερσόνησο κατά της Αυστροουγγαρίας και των ντόπιων φεουδαρχικών πριγκιπάτων, η εξέγερση κατά του Ισπανού Βασιλιά, αλλά και η Επανάσταση ενάντια στην Ισπανική Αποικιοκρατία, με επικεφαλής τον Σιμόν Μπολιβάρ, που σαρώνει, σαν φωτιά σε ξερά χόρτα τον Αύγουστο, την Λατινική Αμερική, δημιουργούν τον «σκληρό πυρήνα» του συγκλονιστικού 19ου αιώνα που θα ολοκληρωθεί λίγες δεκαετίες μετά στα οδοφράγματα του Παρισιού. Πένες σαν του Μπάιρον θα υμνήσουν την εξέγερση ως πανανθρώπινο έπος που θυμίζει την Καζαντζακική ρήση  πως ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος: «απ’ τις Άνδεις ως τις κορυφές του Άθω, όπως θα γράψει «Πόθος-που πολλοί αιώνες δεν υπόταξαν ακόμη/ Άνθρωποι για τη ζωή τους να αποφασίζουν μόνοι».
 
Αν η ήττα του Ναπολέοντα και η παλινόρθωση των Βουρβώνων στη Γαλλία το 1815, (με την βοήθεια μάλιστα των προαιώνιων εχθρών τους των Πρώσσων, σα να λέμε Τούρκικος στρατός για μας,... αιώνιο παράδειγμα πως οι εξουσιαστές συνασπίζονται μπροστά στην δυνατότητα έστω της ανατροπής), θεωρήθηκε πως έβαζε ταφόπλακα στην πανευρωπαϊκή αναταραχή που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση, οι εθνικοκοινωνικές αυτές επαναστάσεις συνέχιζαν το πνεύμα της Μασσαλιώτιδας. Και ράπιζαν την ίδρυση του φορέα που έβαζε την σφραγίδα της νομιμότητας σαν εγγυήτρια δύναμη της «τάξης» και της «ασφάλειας»: Την Ιερά Συμμαχία.
 
Ήδη από τον Γενάρη ως τον Μάη του 1821 η Ιερά Συμμαχία, (και προσέξτε την επιλογή του καθόλου ουδέτερου επιθέτου), είχε μαζευτεί στο Λάιμπαχ (τη σημερινή Λουμπλιάνα) κι έντυσε με στέρεα «ιδεολογικά» επιχειρήματα τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες των ισχυρών, τις ίδιες προτεραιότητες που εκκλησιαστικοί φιλόσοφοι (αν κι εξαίρετοι μαθηματικοί) όπως ο Λάιμπνιτς, σε μια απόπειρα να γεφυρώσουν την αντίφαση μεταξύ της ύπαρξης ενός πανάγαθου Θεού κι ενός γεμάτου κακία κόσμου, είχαν νομιμοποιήσει «θρησκευτικά». 
 
Κι η νομιμοποίηση αυτή είχε επιτευχθεί με την ρήση «ο κόσμος, ως δημιούργημα του καλού Θεού», (και θα πρέπει να 'ρθουν τα νέα ρεύματα κι ανάμεσα τους ο μαρξισμός για να δείξουν ότι είναι δημιούργημα του «κυνικού ανθρώπου») είναι ο καλύτερος δυνατός, αφού κάθε εναλλακτικό έκδοχό του θα ήταν ακόμη χειρότερο».
 
Όταν, ανήσυχη από τα νέα επαναστατικά κύματα που επέστρεφαν ενδυναμωμένα αντί να υποχωρούν στην γηραιά ήπειρο, η Ιερά Συμμαχία ξανασυναντήθηκε στην Βερόνα τον Δεκέμβρη του 22,  η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση που έδρευε στο Άργος κι έβγαλε το εξαιρετικό για την εποχή του Σύνταγμα της Τροιζίνας, είχε ήδη στείλει από τον Αύγουστο επιστολή, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας.
 
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι έξι Εγγυήτριες Δυνάμεις της Εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Αυστροουγγαρία, Πρωσία, Ρωσία και Οθωμανική Αυτοκρατορία) χλεύασαν κι απέρριψαν το ελληνικό αίτημα, παρόλο που δεν συμφώνησαν να παρέμβουν από κοινού για την κατάπνιξη της Επανάστασης, για λόγους γεωπολιτικούς τους οποίους εκμεταλλευόταν έξοχα ο Ιωάννης Καποδίστριας, σε ένα από τα πιο πολύχρονα και κορυφαία διπλωματικά σκάκι (διπλοβελονιά) όλων των εποχών.
 
Στις 14 Δεκέμβρη το Συνέδριο καταδίκασε την ελληνική επανάσταση, δηλαδή το δικαίωμα σε μια καλύτερη ζωή των υπόδουλων Ελλήνων. Κι εξέδωσε την εξής εκφοβιστική απόφαση/επιβεβλημένη ποινή που ουσιαστικά χαρακτήριζε «τρομοκράτες» τους Έλληνες (ή μάλλον τους Έλληνες Επαναστάτες γιατί δεν ήταν όλοι με το μέρος της Επανάστασης...) κι εξέφραζε την αλληλεγγύη «εις τα θύματα των»:
 
«Μέγα πολιτικόν γεγονός εξερράγη περί τα τέλη της τελευταίας συνελεύσεως. Ό,τι το ανατρεπτικόν των κοινωνιών πνεύμα ήρχισεν εν τη δυτική χερσονήσω, ό,τι εδοκίμασε να πράξη εν τη Ιταλία, το κατώρθωσεν εις τας ανατολικάς εσχατιάς της Ευρώπης. Καθ’ ον καιρόν κατευνάσθησαν αι εν τοις βασιλείοις της Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας στρατιωτικαί επαναστάσεις διά της δυνάμεως, ερρίφθη ο επαναστατικός δαυλός εν μέσω της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι άνακτες, έχοντες σταθεράν απόφασιν ν’ απωθήσωσι την αρχήν της επαναστάσεως καθ’ οποίον μέρος και εν οποία μορφή και αν εφαίνετο, έσπευσαν να την καταδικάσωσιν εκ συμφώνου, ασχολούμενοι δε αμεταθέτως εις το έργον της κοινής φροντίδος των, αντέκρουσαν παν ό,τι εδύνατο να τους παρεκτρέψη της οδού των. Αλλ’ ακούοντες και την φωνήν της συνειδήσεως και του ιερού χρέους συνηγόρησαν υπέρ των θυμάτων ασυνέτου και εγκληματικού επιχειρήματος. Αι πολλαί και φιλικαί των πέντε αυλών προς αλλήλας διακοινώσεις διαρκούσης της εποχής ταύτης, μιας των σημαντικωτέρων της συμμαχίας των, έφεραν εις σύμπνοιαν όλας ως προς το ζήτημα της Ανατολής, απέκειτο δε εις την εν Βερώνη συνέλευσιν να καθιερώση και επιβεβαιώση τα ορισθέντα. Αι δε σύμμαχοι της Ρωσίας αυλαί ελπίζουν ότι διά των κοινών προσπαθειών θα εξομαλυνθούν τα μέχρι τούδε εμπόδια διά την ευόδωσιν των ευχών αυτών».
 
Τελικά η Επανάσταση δεν υποχώρησε. Παρόλο που δεν υπήρχε καν η Νόμιμη Υπόσταση ενός κράτους, κι απέναντι ήταν στοιχισμένες όλες οι υπερδυνάμεις της εποχής, το πνεύμα της ταρακουνήθηκε αλλά δεν εκάμφθη. Χρειάστηκε γι' αυτό το πλέον ανέλεγκτο υπερόπλο απέναντί τους: Ένας λαός αποφασισμένος να ζήσει δύσκολα και να χάσει τα πάντα, αν επρόκειτο να κερδίσει τα βασικά...  
 
Η εξήγηση για εκείνη την τόσο σημαντική επιλογή του δεν είναι βεβαίως μεταφυσική. Καθώς η απόλυτη προτυποποίηση των εποχών, όπως και το ρετουσάρισμα του παρελθόντος, είναι λάθος, αξίζει να επισημάνουμε πως η αυτοεικόνα των ανθρώπων, κι άρα σε μεγάλο βαθμό η συμπεριφορά τους, δεν εξαρτιόταν από την όποια καταναλωτική τους δύναμη, γιατί και η ίδια η οικονομία ήταν μικρής κλίμακας και ο καθένας αυτενεργούσε. Ρημαγμένοι απ' τα χαράτσια της εποχής έβαζαν την μια πατάτα που οι ίδιοι παρήγαγαν στο τραπέζι. Η οικονομική ανεξαρτησία και ο εντελώς διαφορετικός τρόπος αντίληψης του εαυτού μέσα στη γενικευμένη ανέχεια έδινε την δυνατότητα στην απελπισία τους ν' ανθήσει, κι αντί για μιζέρια να γίνει αντεπίθεση και σθένος.
 
Σ' έναν κόσμο όπου ούτε η δουλειά (απ' το δουλεία) είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία, θα χρειαστεί ο ύστερος καπιταλισμός για να εδραιώσει ακόμη και στις καπιταλιστικές περιφέρειες το νέον «εργασιακό ήθος» με τις ποικίλες ψυχοκοινωνικές δυναμικές, (που με τόση δημιουργική ενδελέχεια ανέλυσε ο Φουκώ κι άλλοι, αναζητήστε τους και διαβάστε τους με κριτική ενάργεια φυσικά, για να καταλάβετε την διαμόρφωσή και την παθητικότητά μας!). Θα χρειαστεί έπειτα ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός για να ξανασυναντηθούμε με την «Μεσαιωνική» ρήση του Λάιμπνιτς, μεταφερμένη αυτήν την φορά στον χώρο της οικονομίας και της εκλογολογίας, όπου πρέπει να υποστούμε τις οικονομικές προτεραιότητες των ισχυρών, αφού «κάθε εναλλακτικό έκδοχο θα είναι ακόμη χειρότερο».
 
Θα χρειαστεί ίσως να περάσουν για δεκαετίες σαν οδοστρωτήρας από πάνω μας όλα αυτά, για να ξαναβρούμε το σθένος και την άλλη αντίληψη του εαυτού ώστε να τα βάλουμε με τους ισχυρούς της Ιεράς Συμμαχίας.
 
Για την ιστορία, κάποιες δεκαετίες μετά, ένας εξεγερμένος έφηβος, (ο έτερος της δυάδας των Ιερών Γάλλων Εφήβων δίπλα στον Ρεμπό) κλείνεται σε ένα πανδοχείο δίπλα στην θάλασσα, κατά πώς λέει ο μύθος. Κι εκεί, ως παιδί, «ο πατέρας του ανθρώπου», «το μάτι ανάμεσα στους τυφλούς», ή αν θέλετε ως «κοινωνικός προφήτης» όπως κάθε εξεγερμένο παιδί κατά τον Αγγλικό Ρομαντισμό, νιώθει να φυσούν από την πλευρά του Ωκεανού τα νέα ρεύματα της επανάστασης που φιδογυρνούσε ήδη στους γεμάτους θυμό και ιδέες δρόμους και θα κορυφωνόταν σε λιγότερο από 10 χρόνια στους  δρόμους του Παρισιού. 
 
Στους αιώνια ακίνητους να εμπνέουν τον χρόνο λόγω του Ουγκό, Παρισινούς δρόμους. Ο Ιζιντορ Ντυκάς ή κόμης Λωτρεαμόν, (κλείνοντας το μάτι σε όσους /νίκη μιας φύσης ανθρώπινης/ δεν θα ησυχάσουν ποτέ) θα γράψει εκείνον τον εμβληματικό στίχο σπονδή στους εξεγερμένους, κι ιδίως στους εξεγερμένους που ξεβολεύουν και τους ίδιους τους εξεγερμένους: Πως για να πεθάνει το Κτήνος, πρέπει πρώτα να πεθάνει ο Άνθρωπος.
 
Κι απευθυνόμενος μεγαλόστομα και χλευαστικά (όπως απαιτεί η γραφή για να εξεγείρει και να ξεβολέψει) στο πνεύμα του Λάιμπνιτς, και στους «άνακτες» που το χρησιμοποιούσαν επιβάλλοντας ποινές και καταδικάζοντας εξεγέρσεις, θα συμπληρώσει: «Ωστόσο δεν παραπονιέμαι. Δέχτηκα τη ζωή σαν τραύμα, κι απαγόρευσα στην αυτοκτονία να θεραπεύσει την ουλή. Θέλω να βλέπει ο Δημιουργός, την κάθε στιγμή της αιωνιότητάς του, εμένα, το χαίνον ρήγμα. Είναι η ποινή που του επιβάλλω».