Οι Γιρονδίνοι και Ιακωβίνοι της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Η εξωτερική πολιτική επανέρχεται στην ελληνική επικαιρότητα, έστω και πλαγίως. Το προσφυγικό ζήτημα, ο ρόλος της Τουρκίας, και η διαπλοκή ελληνικών συμφερόντων και Ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων στο Αιγαίο έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο θέματα που για χρόνια βρίσκονταν στο περιθώριο του εγχώριου δημοσίου διαλόγου: τα ελληνοτουρκικά θέματα, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, η εθνική κυριαρχία στο Αιγαίο κ.ο.κ.

Σε αυτό το πλαίσιο, υπήρξε μια σειρά επικριτικών άρθρων και σχολίων για τους χειρισμούς της κυβέρνησης Τσίπρα τις τελευταίες εβδομάδες στο προσφυγικό (βλ. ενδεικτικά εδώ και εδώ). Βασικά σημεία ανησυχίας αποτελούν:

α) ο κίνδυνος υπονόμευσης των εθνικών συμφερόντων σε Αιγαίο και Κύπρο λόγω της ραγδαίας αναβάθμισης του ρόλου της Τουρκίας, της θερμής (εκ μέρους της ΕΕ) αναβίωσης της ενταξιακής της διαδικασίας, και της προοπτικής ενίσχυσης του ρόλου της στο Αιγαίο,

β) ο κίνδυνος απομόνωσης της Ελλάδας από την ΕΕ με αφορμή την αδυναμία να προφυλάξει τα σύνορά της από ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές (με αποκορύφωμα την πρόσφατη αποκάλυψη περί απειλής έξωσης από την Σένγκεν).

Αποτελεί έκπληξη το ότι κάποιοι από τους ισχυρότερους επικριτές των πρόσφατων χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα στο παρελθόν είχαν υπάρξει ισχυροί υποστηρικτές του «εξευρωπαϊσμού» των ελληνοτουρκικών σχέσεων – ιδιαίτερα όπως αυτός είχε διατυπωθεί και εφαρμοστεί επί πρωθυπουργίας Σημίτη. Υπενθυμίζεται ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 η Ελλάδα έχει αποφασίσει να «εξευρωπαΐσει» τις διαφορές της με την Τουρκία και να ωθήσει την Τουρκία σε θετικές πρωτοβουλίες συνεργασίας υπό την πίεση της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ. Και αποτελεί έκπληξη γιατί αυτό το οποίο σήμερα στηλιτεύουν δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια διαδικασία προσαρμογής της κυβέρνησης Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ στις Ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Ο τόνος και το περιεχόμενο των εκσυγχρονιστικών επικρίσεων ως προς το πρώτο σημείο (τον ρόλο της Τουρκίας) θυμίζει σε πολλά τις αντιρρήσεις που εξέφραζαν την δεκαετία του ’90 οι σκωπτικά αποκαλούμενοι «υπερπατριώτες». Όταν όμως η ελληνική κυβέρνηση αργεί να ευθυγραμμιστεί με τις Ευρωπαϊκές εντολές η εκσυγχρονιστική κριτική σπεύδει να στηλιτεύσει την «αναβλητικότητα» που οδηγεί την Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής γραμμής (το δεύτερο σημείο κριτικής) – η οποία όμως συνεπιφέρει με την σειρά της την αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας που στηλιτεύεται στο πρώτο σημείο!

Κατ’ αρχάς μάλλον θα προκαλεί περιέργεια ο ισχυρισμός ότι αυτό που παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό είναι δείγμα ευθυγράμμισης της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ με τις πολιτικές της Ευρώπης. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (και ιδιαίτερα οι υπουργοί Κοτζιάς-Καμμένος-Χριστοδουλοπούλου) ελέγχεται σίγουρα για την ανεύθυνη πολιτική ανοίγματος των συνόρων την άνοιξη-καλοκαίρι του 2015 και διευκόλυνσης των μεταναστευτικών ροών προς την Κεντρική Ευρώπη. Κατά τρόπο εντυπωσιακό όμως, το αξιακό μήνυμα που εκπέμπει η ελληνική κυβέρνηση από το φθινόπωρο και μετά (περί της ανθρωπιστικής κρισιμότητας στο Αιγαίο, της πρόκλησης του μεταναστευτικού για τις Ευρωπαϊκές αξίες κ.ο.κ.) ήταν στο ίδιο μήκος κύματος με τις ανησυχίες του ηγετικού μπλοκ της ΕΕ – της Γερμανικής κυβέρνησης, της πολιτικής ηγεσίας της ΕΕ στις Βρυξέλλες, και της φιλελεύθερης κοινής γνώμης στην Δυτική Ευρώπη – όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με το τεράστιο ανθρώπινο κύμα.

Αυτό επέτρεψε στην Ελλάδα, από παρίας της Ευρωζώνης, να βρεθεί ξαφνικά μέλος του εσωτερικού κύκλου λήψης αποφάσεων για το προσφυγικό (με αποκορύφωμα την συμμετοχή της στην άτυπη μίνι-σύνοδο της Γερμανίας και των συμμάχων της μια μέρα πριν την Σύνοδο ΕΕ-Τουρκίας). Όχι μόνο αυτό, αλλά και αποδέχτηκε με λίγες αντιρρήσεις μια σειρά αποφάσεων (στην Σύνοδο ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων τον Οκτώβριο, στην Σύνοδο ΕΕ-Τουρκίας τον Νοέμβριο) που εξυπηρετούσαν τους βασικούς σχεδιασμούς ΕΕ-Γερμανίας ενώ ενείχαν σημαντικές επιπλοκές για τα ελληνικά συμφέροντα (κυρίως σε ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο). Το δε αντάλλαγμα για αυτήν της την προσαρμοστικότητα είναι πενιχρό: Η υπόσχεση ότι κάποια στιγμή ο μηχανισμός μετεγκατάστασης της ΕΕ θα ελαφρύνει το βάρος από την παραμονή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στην ελληνική επικράτεια.

Η σχετική επιστημονική βιβλιογραφία ορίζει ως βασικές ενδείξεις «εξευρωπαϊσμού» της εθνικής εξωτερικής πολιτικής την εσωτερίκευση ευρύτερων Ευρωπαϊκών στόχων και (οικουμενικών) αξιών ως εθνικών, την άσκηση της εθνικής εξωτερικής πολιτικής μέσω των κοινών Ευρωπαϊκών θεσμών και σε συνεργασία με τα άλλα μέλη της ΕΕ, και την χρήση Ευρωπαϊκών μηχανισμών και μεθόδων (π.χ. πολυμέρεια και αποφυγή πολεμικών απειλών) στην άσκηση εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό (και οι συνεπαγόμενες προσαρμογές σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής) φαίνεται να εκπληρώνει σταδιακά όλες αυτές τις προϋποθέσεις.

Η Ελλάδα εμφανίζεται να επιθυμεί την εκπλήρωση ανθρωπιστικών σκοπών περισσότερο από την φύλαξη πάση θυσία των συνόρων της (η σύγκριση με τον κατασυκοφαντούμενο στην Ευρώπη Βίκτορ Ορμπάν είναι ενδεικτική). Επιζητά «Ευρωπαϊκές λύσεις» (προφανώς προσδοκώντας και σε ελάφρυνση του μεταναστευτικού βάρους), ενώ αποδέχεται τον ρόλο της Τουρκίας στην διαχείριση του ζητήματος (βασικός πυλώνας του Ευρωπαϊκού crisis management) προτάσσοντας όμως κάποιες βασικές ενστάσεις (π.χ. σε ό,τι αφορά τις κοινές περιπολίες στο Αιγαίο). Τα πραγματικά κίνητρα αυτών των επιλογών (προσδοκία παραλλήλων ωφελημάτων στα ζητήματα του χρέους και της οικονομίας, προσπάθεια διαμοιρασμού του κόστους διαχείρισης με την υπόλοιπη ΕΕ, κατευνασμός του ακραία φιλο-μεταναστευτικού κομματικού μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ) δεν είναι απαραίτητα ειλικρινώς «Ευρωπαϊκά», τόσο στο περιεχόμενό τους όσο και στον τρόπο εφαρμογή τους όμως η στοίχιση με τα Ευρωπαϊκά κρατούντα βαίνει αυξανόμενη τις τελευταίες εβδομάδες.

Είναι λοιπόν απορίας άξιον σε τι ακριβώς φέρνουν αντιρρήσεις οι πάλαι ποτέ «εκσυγχρονιστές» και νυν φιλοευρωπαϊστές δημοσιολογούντες (αλλά και φωνές από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα του «φιλοευρωπαϊκού τόξου») όταν η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό είναι στην πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό σε αρμονία με τις προτεραιότητες και ανάγκες της ΕΕ (ή ακριβέστερα, του ηγετικού της μπλοκ). Η αντίρρηση βεβαίως είναι ότι εξευρωπαϊσμός της εξωτερικής πολιτικής δεν σήμαινε ποτέ πλήρη και ασυνθηκολόγητη παράδοση των ελληνικών συμφερόντων – ακόμα και επί Σημίτη π.χ. οι βασικές θέσεις της Ελλάδας στο Αιγαίο (περί υφαλοκρηπίδας κλπ.) δεν επαναδιατυπώθηκαν. Από την άλλη όμως, κύριο στοιχείο της απολογίας υπέρ εξευρωπαϊσμένης εξωτερικής πολιτικής αποτελούσε πάντα η ανάγκη η Ελλάδα να υποχωρήσει από μαξιμαλιστικές θέσεις, να επαναξιολογήσει τα συμφέροντά της, να αναγνωρίσει κοινά συμφέροντα και τις θετικές προοπτικές συνεργασίας με τους γείτονές της κλπ. Αν δεν προϋπέθετε μια ραγδαία επανασύλληψη του σκληρού πυρήνα των εθνικών συμφερόντων, ο εξευρωπαϊσμός προσκαλούσε μια πιο χαλαρή διατύπωσή τους.

Οι εκσυγχρονιστές δημοσιολογούντες τα χρόνια ανάδυσης εκείνης της πολιτικής έσπευδαν να χαρακτηρίσουν όσους εξέφραζαν αμφιβολίες ότι το Ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι εξ ορισμού σύμφωνο με τα ελληνικά συμφέροντα ως παρωχημένους εθνικιστές. Σήμερα οι ίδιοι πάνω-κάτω άνθρωποι βρίσκονται στην δύσκολη θέση να κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για ενδοτικότητα και απροσεξίες στα ελληνοτουρκικά την στιγμή που ακριβώς η ευθυγράμμιση της πολιτικής της Ελλάδας με την κυρίαρχη φιλελεύθερη τάση της ΕΕ στο μεταναστευτικό επιφέρει δυσκολίες για την εξωτερική πολιτική. Και δεν μπορούν φυσικά αυτοί οι άνθρωποι να προτείνουν ρήξη στο μεταναστευτικό την στιγμή που κάτι τέτοιο θα σήμαινε την καθήλωση χιλιάδων ανθρώπων στην χώρα μας. Εγκαλούν για αυτόν τον λόγο την κωλυσιεργία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (στην λήψη βοήθειας και τεχνογνωσίας από την ΕΕ, στην αποδοχή συνδρομής φύλαξης των συνόρων κ.ο.κ.), η οποία συμβαίνει μάλλον επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να αναβάλει όσο μπορεί το αναπόφευκτο, δηλ. την ντε φάκτο απώλεια εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο υπό την υψηλή κοινή εποπτεία ΕΕ-Τουρκίας. Όταν όμως ο ΣΥΡΙΖΑ σπεύδει όπως-όπως να αποδεχτεί νέους Ευρωπαϊκούς όρους (όπως έγινε με την αποδοχή της FRONTEX στα σύνορα με την πΓΔΜ υπό το βάρος της απειλής έξωσης από την Σένγκεν), η κατηγορία αντιστρέφεται και γίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ενδοτικός έναντι της ΕΕ!

Προφανώς ο σκοπός εδώ δεν είναι να αμφισβητηθεί ούτε ο πατριωτισμός των φιλοευρωπαίων σχολιαστών, ούτε η ειλικρινής πεποίθηση των σχεδιαστών και απολογητών του εξευρωπαϊσμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων ότι αυτό που προωθούσαν ήταν καλό για τα ελληνικά συμφέροντα. Ούτε φυσικά αποτελεί καταδίκη για την εξωτερική πολιτική των τελευταίων 15 χρόνων ότι δεν μπόρεσε να προετοιμαστεί για απρόβλεπτες και εντελώς νεοπαγείς εξελίξεις (όπως η προσφυγική κρίση) που λαμβάνουν χώρα σήμερα. Ούτε έχουμε διάθεση να ξεπλύνουμε την κυβέρνηση Τσίπρα από τις τεράστιες ευθύνες της και το πώς άφησε το μεταναστευτικό πρόβλημα να γιγαντωθεί τους τελευταίους μήνες με ανύπαρκτη πρόβλεψη για το τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για την εθνική κυριαρχία στο Αιγαίο (εδώ οι ευθύνες του ΥΠΕΞ Κοτζιά είναι σχεδόν εγκληματικές). Αυτό που θέλουμε να καταδείξουμε είναι ότι, στην βάση τους, τόσο η κοσμοθεωρία του «φιλοευρωπαϊκού-εκσυγχρονιστικού» στρατοπέδου όσο και η πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούν αντιθετικές πολιτικές, αλλά διαφορετικές διαβαθμίσεις μιας κατά βάση κοινής πολιτικής. Και ότι μια ουσιαστική κριτική των χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα στο προσφυγικό δεν μπορεί να περιορίζεται στις παλινωδίες και εντάσεις της σχέσης Ελλάδας-ΕΕ, αλλά οφείλει να εστιάσει στην αδυναμία συνειδητοποίησης των ιδίων συμφερόντων και διαμόρφωσης πολιτικής πέρα από τον ορίζοντα και τους περιορισμούς του υπάρχοντος Ευρωπαϊκού πλαισίου.

Στον πυρήνα της εξευρωπαϊσμένης πολιτικής που αποδέχονται καταρχήν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η φιλοευρωπαϊκή σχολιογραφία και αντιπολίτευση βρίσκεται η αναγωγή των ελληνικών συμφερόντων στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι λόγοι που οδηγούν τους μεν σε αυτήν την απόφαση διαφέρουν από τους δε. Τόσο όμως ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η εγχώρια φιλοευρωπαϊκή-εκσυγχρονιστική σχολιογραφία οδηγούνται σε αυτές τους τις θεάσεις από ένα κοινό αξιακό (σοσιαλφιλελεύθερο) όραμα της Ευρώπης. Αν όμως και οι δυο πλευρές αποδέχονται αυτούς τους αξιακούς άξονες, δεν μπορεί παρά να είναι σε ευρεία συμφωνία και στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν την διαχείριση της κρίσης από την ΕΕ η οποία πηγάζει από αυτές τις αξίες. Η εκσυγχρονιστική κριτική ελάχιστα ακουμπάει τον πυρήνα της λογικής των Ευρωπαϊκών χειρισμών. Σε αγαστή σύμπνοια με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και την φιλελεύθερη δυτικοευρωπαϊκή κοινή γνώμη άλλωστε στηλίτευσε τις «ακρότητες» της Ουγγαρίας, εναπόθεσε ελπίδες στο παντελώς ανεδαφικό σχέδιο μετεγκατάστασης, και έχυνε καθημερινά δάκρυα για το «ανθρώπινο δράμα» των προσφύγων. Δεν είναι ξεκάθαρο πώς ένα τέτοιο αξιακό σύστημα, το οποίο θεωρεί μια συγκεκριμένη αξιακή (σοσιαλφιλελεύθερη) οπτική της Ευρώπης ως σημείο εκκίνησης των ελληνικών υπολογισμών, οδηγεί σε πολιτική διαφορετική από αυτήν που τελικά αναγκάστηκε να αποδεχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ως γνωστόν η ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης ήταν μια συνεχής διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης της πολιτικής σκηνής, όπου σε κάθε φάση μια νέα πιο ριζοσπαστική «αριστερά» έκανε την μέχρι πρότινος αριστερά να μετακινείται και να μετατρέπεται η ίδια σε «δεξιά». Όσο και να διαμαρτύρονταν και να εναντιώνονταν οι Γιρονδίνοι στον εξτρεμισμό, την αγαρμποσύνη και την διαχειριστική ανεπάρκεια των Ιακωβίνων, δεν έπαυαν και οι δυο παρατάξεις να προέρχονται από την ίδια επαναστατική μήτρα – απλά η μια αποτελούσε φυσική συνέχεια και λογική απόληξη της άλλης. Στην Ελλάδα σήμερα οι Γιρονδίνοι του εκσυγχρονιστικού φιλοευρωπαϊσμού δηλώνουν ανησυχούντες εν όψει της ραγδαίας αναδιαμόρφωσης των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας λόγω προσφυγικού και εγκαλούν τον ΣΥΡΙΖΑ για τους χειρισμούς του. Στην πραγματικότητα όμως η εξωτερική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τίποτα άλλο παρά η Ιακωβινική έξαρση κρατουσών απόψεων για την ελληνική εξωτερική πολιτική και την σχέση ελληνικών συμφερόντων και Ευρώπης – μια γκροτέσκα αλλά συνεπής ριζοσπαστικοποίηση ιδεών και πρακτικών που είχαν καθιερωθεί εδώ και πολλά χρόνια, και η οποία απλώς αναδεικνύει τα λογικά τους αδιέξοδα.