Οι ενοχές του Χέμινγκουεϊ για την πρώτη αγάπη του

Της Τασούλας Επτακοίλη

Ιούνιος 1961, Νοσοκομείο Σεντ Μέρι στο Ρότσεστερ της Μινεσότα. Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ νοσηλεύεται στην ψυχιατρική πτέρυγα. Υποβάλλεται σε ηλεκτροσόκ. Οι γιατροί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τη χρόνια κατάθλιψή του και τη μανία καταδίωξης που τον έχει καταλάβει. Εχει ήδη κάνει δύο απόπειρες αυτοκτονίας και τον βασανίζουν οι ίδιες εμμονές. Πιστεύει ότι το δωμάτιό του παρακολουθείται, ότι η νοσοκόμος που τον φροντίζει είναι μυστική πράκτορας, ότι όλοι γύρω του –από τον δικηγόρο μέχρι τον τραπεζίτη του– έχουν συνωμοτήσει για να τον καταστρέψουν.

Σε αυτή την κατάσταση τον βρίσκει ο φίλος του, συγγραφέας Ααρον Eντουαρντ Χότσνερ, που τον επισκέπτεται. Ο Χέμινγουεϊ θα του διηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια την εξωσυζυγική σχέση, εξαιτίας της οποίας διαλύθηκε ο πρώτος του γάμος με τη Χάντλεϊ Ρίτσαρντσον, εκείνη που τον στήριξε όταν ήταν ακόμη εντελώς άγνωστος. Εκείνη που έβλεπε τις σκισμένες απορριπτικές επιστολές των εκδοτικών οίκων και του έλεγε να μην αποθαρρύνεται, γιατί κάποια μέρα θα γινόταν διάσημος. Εκείνη που υπήρξε η μοναδική μεγάλη αγάπη του...

Επί χρόνια στο συρτάρι

Μεγάλο μέρος αυτής της εξομολόγησης έμεινε επί χρόνια στο συρτάρι του Χότσνερ. Μέχρι φέτος, που έγινε πρώτη ύλη για το βιβλίο «Ερωτευμένος Χέμινγουεϊ». Πρόκειται για απολαυστικό ανάγνωσμα. Οχι μόνο γιατί φωτίζει ένα λιγότερο γνωστό κομμάτι της ζωής του διάσημου συγγραφέα, στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20, αλλά, κυρίως, για τον συγκινητικό τρόπο με τον οποίο ζητά συγγνώμη από τη γυναίκα που αποτελούσε το «αληθινό μέρος κάθε γυναικείου χαρακτήρα που πρωταγωνιστούσε στα βιβλία του»...

Ερωτευμένος Χέμινγουεϊ, λοιπόν, αλλά πάνω απ’ όλα μετανιωμένος Χέμινγουεϊ. Μέσα στις παραισθήσεις του, αισθανόταν ενοχές για τον τρόπο που φέρθηκε στη Χάντλεϊ, κι αυτό ήταν, ίσως, το πιο αληθινό «κομμάτι» των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Με τη Χάντλεϊ παντρεύτηκαν το 1921. Ζούσαν στο Παρίσι, μάλλον φτωχικά, αλλά η αγάπη τους τα έκανε όλα να φαίνονται όμορφα. Εμεναν στον τέταρτο όροφο ενός κτιρίου χωρίς ασανσέρ στην οδό Καρντινάλ Λεμουάν και έπειτα στην οδό Νοτρ Νταμ ντε Σαν, πάνω από μια αυλή όπου υπήρχε ένα πριονιστήριο.

Φτωχικό όνειρο

Ο θόρυβος τους τρέλαινε! Οι μέρες τους κυλούσαν με πικνίκ γύρω από τον ιππόδρομο του Οτέιγ, ψάρεμα, πεζοπορίες. Οποτε κατάφερναν να μαζέψουν λίγα χρήματα, έφευγαν για την Αυστρία, εκεί όπου και οι δύο είχαν μάθει σκι. Συνήθως έμεναν στο Μαντλέφεν Χάους, ένα πανέμορφο παλιό πανδοχείο, όπου, όπως ο Χέμινγουεϊ αφηγείται στον Χότσνερ, ένα παγωμένο βράδυ είχαν κοιμηθεί σφιχταγκαλιασμένοι με το παράθυρο ανοιχτό για να βλέπουν τ’ άστρα...

To 1923 γεννήθηκε ο γιος τους, Τζακ (ο Μπάμπι, όπως τον φώναζαν), και λίγο μετά στην ειδυλλιακή ζωή τους εισέβαλαν οι... πλούσιοι. «Δυο άνθρωποι που αγαπιούνται προσελκύουν τους πλούσιους», είπε ο Χέμινγουεϊ στον Χότσνερ. «Μόνο που εγώ και η Χάντλεϊ ήμασταν αφελείς, δεν ξέραμε πώς να προστατευτούμε. Μας γοήτευσαν. Κι εγώ ήμουν τόσο ανόητος όσο ένα κυνηγόσκυλο που είναι έτοιμο να ακολουθήσει οποιονδήποτε κρατάει τουφέκι».

Το 1925, καλεσμένοι σε ένα δείπνο του ζεύγους Φιτζέραλντ, οι Χέμινγουεϊ γνωρίζουν την Πολίν Φάιφερ, μια ζάπλουτη Αμερικανίδα. Στον πατέρα της ανήκε σχεδόν όλο το Αρκανσο: είχε στην κατοχή του από τράπεζα και εκκοκκιστήριο βαμβακιού μέχρι αλυσίδα φαρμακείων! Η Πολίν ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του. Είχε έρθει στο Παρίσι για να δουλέψει στη Vogue και ήταν σαν να είχε βγει από τις σελίδες της: μικροκαμωμένη, χωρίς καμπύλες, κοντοκουρεμένη και με κατακόκκινα χείλη, a la mode. Ο Ερνεστ δεν της έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ομως εκείνη παθιάστηκε μαζί του.

Μπήκε στη ζωή τους ως φίλη, εκφράζοντας –αληθινό ή προσποιητό, ποιος ξέρει;– ενδιαφέρον για τον Μπάμπι, στον οποίο χάριζε πανάκριβα δώρα. Η Χάντλεϊ τη συμπάθησε. Ετσι, τις περισσότερες φορές που η Πολίν τούς καλούσε σε κάποιο ακριβό εστιατόριο, και δεν είχαν χρήματα για να πληρώσουν μπέιμπι σίτερ για τον μικρό, ενθάρρυνε τον σύζυγό της να πάει μόνος. Εκείνος άρχισε να απολαμβάνει την παρέα της: ήταν έξυπνη, διασκεδαστική. Είχε την υπεροψία του πλουσιοκόριτσου που ήξερε ότι μπορούσε να πάρει οτιδήποτε ήθελε και γαντζώθηκε πάνω του «όπως ο κισσός στον τοίχο».

Κι ο νεαρός Ερνεστ, που τότε δεν είχε ακόμα εκδώσει ούτε ένα βιβλίο, έβλεπε τη φτώχεια σαν αρρώστια που μόνο το γιατρικό του χρήματος μπορούσε να θεραπεύσει. Εγιναν εραστές.

«Σου έχει στήσει παγίδα, δεν το βλέπεις; Προχωράς σε ναρκοπέδιο», τον προειδοποίησε ο φίλος του, συγγραφέας Φράνσις Σκοτ Φιτζέρλαντ. Ομως ο Χέμινγουεϊ δεν μπορούσε να διαλέξει.

Ερωτικό τρίγωνο

«Μέσα μου υπάρχουν δύο άντρες, ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι και οι δύο, αλλά ένας από τους δύο πρέπει να πεθάνει. Η Χάντλεϊ είναι απλή, παλαιών αρχών, δεκτική, ανεπιτήδευτη, ενάρετη. Η Πολίν κομψή, με στιλ, επιθετική, πονηρή, αντισυμβατική. Εγώ έχω το πάνω χέρι με την Χάντλεϊ και η Πολίν μ’ εμένα», απάντησε στον Φιτζέρλαντ. Και το ερωτικό τρίγωνο εξακολούθησε να υφίσταται μέχρι το 1927, που η Χάντλεϊ κατάλαβε τα πάντα. «Σ’ αγαπώ αλλά έχω γι’ αυτήν ένα πάθος αλλόκοτο, που δεν μπορώ να εξηγήσω», της είπε ο άντρας της. Πώς αντέδρασε; Του έδωσε την ελευθερία του, τον παραχώρησε στην Πολίν!

Στον γάμο τους, την ίδια χρονιά, η Πολίν φορούσε φόρεμα της Ζαν Λανβέν και μαργαριταρένιο περιδέραιο του Καρτιέ. Ο Ερνεστ είχε βρει το «γιατρικό» του: θα είχε πλέον μόνιμο τραπέζι στο Ριτς, βίλα στην Αντίμπ, σαφάρι υψηλού επιπέδου, δικό του σκάφος. Ομως, όπως θα έλεγε στον Χότσνερ, «το παρελθόν δεν είναι σαν γέφυρα. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω και να το αλλάξεις».

Η ζωή του με την Πολίν ήταν τρυφηλή αλλά βαρετή. Κι όταν το πάθος των πρώτων μηνών παρήλθε, τίποτα δεν μπορούσε να του δώσει την πληρότητα που αισθανόταν δίπλα στη Χάντλεϊ. Νοσταλγούσε πολλά, μα περισσότερο τη μέρα που εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά». Εκείνη είχε φορέσει ένα φθαρμένο φόρεμα, εκείνος τη μοναδική του γραβάτα και είχαν πάει στο Ριτς να γιορτάσουν με σαμπάνια και αγριοφράουλες.

Με την Πολίν έμεινε παντρεμένος μέχρι το 1940 – τότε μπήκε στη ζωή του η τρίτη κυρία Χέμινγουεϊ, η πολεμική ανταποκρίτρια Μάρθα Γκέλχορν. Εμελλε να ακολουθήσει και τέταρτη, η Μέρι Γουέλς.
Επειτα από εκείνη την επίσκεψη, ο Χότσνερ δεν ξαναείδε τον διάσημο συγγραφέα. Ο Χέμινγουεϊ σύντομα πήρε εξιτήριο. Επέστρεψε στο σπίτι του στο Κέτσαμ του Αϊνταχο. Στις 2 Ιουλίου 1961, λίγες ημέρες πριν από τα 62α γενέθλιά του, αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι με κυνηγετικό όπλο.

​​Το βιβλίο «Ερωτευμένος Χέμινγουεϊ» του Ααρον Εντουαρντ Χότσνερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, σε μετάφραση της Μαρίας Φακίνου.