Ενα παιδί μεγαλώνει στα Εξάρχεια

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Ο ​​Α. είναι 5 χρόνων και ζει στα Εξάρχεια. Πέρυσι πήγαινε στον δημοτικό παιδικό σταθμό της περιοχής του. Φέτος, οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν σε ιδιωτικό σχολείο. Κάθε πρωί που βγαίνει από το σπίτι του, το πρώτο πράγμα που αντικρίζει είναι το γκράφιτι στον απέναντι τοίχο: ένα ανοιγμένο κρανίο από το οποίο βγαίνουν καπνοί. Για να πάει στην κοντινή παιδική χαρά χαράσσει τη δική του διαδρομή. Χαιρετάει τους αστέγους, ως κάτι οικείο, νιώθει άβολα με τους Πακιστανούς που πουλάνε λαθραία τσιγάρα, αποφεύγει τους δρόμους με γκράφιτι κρανία. Φοβάται. Ακούει συχνά τους εξής διαλόγους στο σπίτι του: «Πήρες την Αστυνομία;», «Πήρα την Πυροσβεστική, δεν έρχεται χωρίς τη συνοδεία των ΜΑΤ». Ρωτάει και ο ίδιος συχνά τη μαμά του: «Θα έρθει τελικά η Αστυνομία;». Αλλες φορές διαπιστώνει σε αυστηρό τόνο: «Οι κακοί κουκουλοφόροι τα έσπασαν πάλι». Η μητέρα του ανησυχεί. «Εδώ και ένα χρόνο έχει, δυστυχώς, απόψεις. Προσέχουμε πια πολύ όταν μιλάμε. Στην αρχή δεν βάζαμε “φίλτρο” στις κουβέντες μας. Κάναμε λάθος», λέει.

Την περασμένη Παρασκευή το βράδυ ξύπνησε από τους κρότους και τις φωνές. Εβαλε τα κλάματα, η μητέρα του αναγκάστηκε να του βάλει ακουστικά και να του δώσει το τάμπλετ για να ακούσει παιδικά τραγούδια. Από τα παράθυρα έβλεπε τη νύχτα μέρα: φωτιές, χειροβομβίδες κρότου λάμψης, μολότοφ... Το Σαββατοκύριακο η οικογένεια μετακινήθηκε· έφυγε από το πεδίο μάχης για να διανυκτερεύσει αλλού, σε σπίτι φίλων.

Επιστρέφοντας, ο μικρός Α. κοντοστάθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας: «Θα μας κάψουν το σπίτι, μαμά;».

Προφανώς, υπάρχουν και πολύ χειρότερα. Παιδιά που ζουν σε εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη, που μεγαλώνουν σε φαβέλες, που μαθαίνουν από τον ISIS πώς να αποκεφαλίζουν το λούτρινο αρκουδάκι τους, που διασχίζουν (αν τα καταφέρουν) το Αιγαίο αναζητώντας ένα στέρεο, ασφαλές έδαφος κάτω από τα πόδια τους. H καθημερινότητα του πεντάχρονου Α. μπορεί και να μη μας αγγίζει. Αν και βέβαια, δύσκολα θα ανακάλυπτε κανείς στον αστικό πυρήνα κάποιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας μια παρόμοια συνθήκη ζωής. Ομως ο Α. βιώνει την ελληνική ιδιαιτερότητα σε πύκνωση. Θα μεγαλώσει σε μια από τις ιστορικές συνοικίες της Αθήνας με εικόνες καταστροφής, ήχους βίαιων συγκρούσεων και τον φόβο να τρυπώνει απροειδοποίητα στον ύπνο του. Θα πετάγεται έντρομος από τον εφιάλτη ότι το σπίτι του έχει πιάσει φωτιά. Θα ακούει να βρίζουν ανελέητα στους δρόμους οι μεν τους δε, κι αυτό θα του φαίνεται τρόπος επικοινωνίας. Θα προσπερνάει καμένα αυτοκίνητα και καταστήματα και θα ξέρει ότι «οι κουκουλοφόροι τα έσπασαν πάλι».

Οι γονείς θα κάνουν ό,τι μπορούν· θα εξηγούν, θα προσπαθούν να αμβλύνουν τις εντυπώσεις. Ομως η πραγματικότητα θα υπερβαίνει κάθε προσπάθεια γιατί ο μικρός Α. θα τη βλέπει, θα την ακούει και θα την οσφραίνεται μόλις διασχίζει το κατώφλι του σπιτιού του.

Πώς μεγαλώνουν τα παιδιά στο «κρατίδιο» των Εξαρχείων; Τι εγγραφές γίνονται στον ψυχισμό τους, πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους; Τι σχέση αποκτούν με το κράτος; Μαθαίνουν να σέβονται και να υπακούουν στους νόμους ή θεωρούν ότι η ανομία εξασφαλίζει αν όχι ασφαλείς, τουλάχιστον απρόσκοπτες συνθήκες διαβίωσης; Θα θεωρούν την παραβατικότητα κανονικότητα, θα γεμίζουν με θυμό και οργή, φόβο και καχυποψία; Θα εμπιστευτούν τη χώρα που γεννήθηκαν ή θα φροντίσουν με την πρώτη ευκαιρία να κλείσουν την πόρτα πίσω τους με γδούπο;

Οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες αλλά και πάλι τίποτα δεν είναι μη αναστρέψιμο. Μπορεί σιγά σιγά οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν τα Εξάρχεια και η περιοχή να γίνει οργανωμένο γκέτο, το οποίο όλοι θα παρακάμπτουν και θα αποφεύγουν στο κέντρο της πόλης. Τότε που, πια, λίγα θα έχουν απομείνει για να καούν και δεν θα υπάρχει κανείς μικρός για να μεγαλώσει. Θα είναι όλοι μεγάλοι εξαρχής.