Χριστόφορος Παπακαλιάτης

Λίγο πριν από την πρεμιέρα και τα γενέθλια-ορόσημο των 40, ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης αναμετριέται με το «χθες» και με το «σήμερα»:

«Eίμαι παρελθοντολάγνος. Δηλαδή εξιδανικεύω αυτά που έχω ζήσει -και πρόσωπα, και καταστάσεις, και συνήθειες, πατέντες, λειτουργίες- και μου είναι τρομερά δύσκολο που αναγκάζομαι να αλλάξω κάποια. Φανταστείτε ότι, ακόμη και αν μερικές φορές στο παρελθόν τα πράγματα δεν ήταν ιδανικά, εγώ τα μετουσίωνα και τα παρουσίαζα ως ιδανικά. Ψέματα δηλαδή... Ε, αυτό βλέπω ότι έχει αρχίσει και αλλάζει. Είμαι σε αυτήν τη μεταβατική περίοδο.»

Είναι μία Δευτέρα πριν από την επίσημη πρεμιέρα της νέας του ταινίας. Εξω κάνει (επιτέλους) κρύο, χτυπάω το κουδούνι χωρίς όνομα. Στο μεγάλο γυάλινο τραπέζι του ευρύχωρου καθιστικού τακτοποιημένες Α4 σελίδες με τα ονόματα των καλεσμένων. Οσο ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης μού ετοιμάζει έναν καφέ φίλτρου, σκέφτομαι ότι αυτό το άνετο διαμέρισμα στις παρυφές του αθηναϊκού κέντρου θα μπορούσε να είναι το σκηνικό μιας από τις αξιοσημείωτα καλοφτιαγμένες ταινίες του, όπου επιβιώνει ακόμα το άρωμα αλλά και η υπόσχεση της γλυκιάς ζωής.

«Ενας άλλος κόσμος» είναι ο τίτλος του δεύτερου σκηνοθετικού του εγχειρήματος και, βλέποντας μόνο επτά λεπτά από τον αγγλόφωνο «οδηγό» για τους ξένους διανομείς, βεβαιώνομαι ότι ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης παραμένει πιστός στον δικό του κόσμο: μπορεί σε πρώτο πλάνο να βρίσκεται η ελληνική κρίση (ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις τρεις ιστορίες που κάποια στιγμή ενώνονται και γίνονται μία), αλλά οι πραγματικοί πρωταγωνιστές και σε αυτό το σενάριο του σαραντάρη, πλέον, Παπακαλιάτη είναι όλα τα αγαπημένα του θέματα, δηλαδή το ένα και το αυτό: ο έρωτας, σε όλες τις αναζωογονητικές διαστάσεις του, με όλη του τη μαγεία και την εξαπάτηση, που έχει τη δύναμη να φέρνει κοντά έναν πρόσφυγα από τη Συρία με ένα θυμωμένο κορίτσι από την Αθήνα λίγο μετά την εφηβεία, τον κουρασμένο υπάλληλο μιας πτωχευμένης εταιρείας με τη Σουηδή απεσταλμένη κερδοσκοπικού fund, που φτάνει στην Ελλάδα με εντολή να απολύσει, και έναν Γερμανό συνταξιούχο καθηγητή Ιστορίας με μια τυπική Ελληνίδα νοικοκυρά που έχει πιστέψει ότι για όλα τα κακά της κρίσης φταίνε οι «ξένοι». Επίμονα παρόντα τα ωραία, προσεγμένα πλάνα και οι ευχάριστα mainstream μουσικές του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Η κρίση κρίση, αλλά, όπως μου λέει σηκώνοντας ελαφρά τους ώμους, «το παραμύθι δεν φεύγει, δεν μπορείς να γράφεις για έρωτα χωρίς το παραμύθι».

Η ταινία μιλάει για τον έρωτα ως υπέρβαση μιας δύσκολης πραγματικότητας ή ως απάντηση στα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα μιας κρίσης που δεν λέει να μας αφήσει;

Για τη διαφορετικότητα μιλάει η ταινία και με αφορμή τον έρωτα οι ήρωες προσπαθούν να υπερνικήσουν αυτήν τη διαφορετικότητα. Αρα, μοιραία, το εμπόδιο στις σχέσεις αυτές είναι η πραγματικότητα. Βλέπεις, ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα τόσο δυνατό, που πάντα μάχεται της πραγματικότητας. Είτε αυτή είναι πολιτική είτε κοινωνική. Ξέρετε ποιο είναι, δυστυχώς, το μεγάλο όπλο της πραγματικότητας απέναντι στον έρωτα; Η διάρκεια. Και ξέρετε ποιο είναι το μεγάλο όπλο του έρωτα απέναντι στην πραγματικότητα; Η αθάνατη στιγμή.

Αν η απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση είναι καταφατική, δεν φοβάστε να χαρακτηριστείτε «συντηρητικός» ή «απολιτίκ»;

Συντηρητικός γιατί; Μιλάω για τον έρωτα όπως έχουν μιλήσει χιλιάδες δημιουργοί. Απλώς η βάση και το φόντο πάνω στο οποίο έγραψα είναι διαφορετικά. Είναι στο σήμερα, με προβλήματα του σήμερα. Πάντα ένας έρωτας έχει και μια μάχη.

H ταινία είναι δίγλωσση, οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι μοιράζονται ανάμεσα σε Ελληνες και ξένους ηθοποιούς. Είχατε την ανάγκη να επικοινωνήσετε με άλλες γλώσσες και κουλτούρες ή είναι το όχημα για να χτυπήσετε πόρτες εκτός Ελλάδας;

Αρχικά ήθελα να είναι οι ήρωες από εντελώς διαφορετικούς κόσμους, ώστε να μπορώ εύκολα να επικοινωνήσω τις διαφορές τους σε ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, έβλεπα πόσο άλλαζε το σκηνικό κοινωνικά γύρω μας και παρατηρούσα πόσο εχθρικό γίνεται το περιβάλλον για κάποιες σχέσεις, κι έτσι συγκεντρώθηκα σε αυτές τις τρεις ιστορίες. Οσο για το αν αυτό θα είναι και ένα όχημα ώστε η ταινία να βγει και έξω, μακάρι, θα δείξει.

Αλήθεια, σκεφτήκατε ή δοκιμάσατε να ζήσετε έξω για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρόνο;

Ναι, το έχω σκεφτεί. Ανέκαθεν ταξίδευα πολύ και το σκεφτόμουν, αλλά στο τέλος πάντα με έναν τρόπο προτιμούσα να μείνω εδώ. Βέβαια, είχα την επιλογή και την τύχη γιατί δούλευα και μου άρεσε αυτό που έκανα στη χώρα μου. Αρα, δεν έχω βρεθεί ακόμα στη δύσκολη θέση να αναγκαστώ να φύγω. Μου αρέσει να γράφω εδώ. Μου αρέσει να γυρίζω τις ταινίες μου στην Ελλάδα. Ομως, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται.

Με το ρυθμό που έχει «πυκνώσει» τα τελευταία χρόνια ο πολιτικός χρόνος στην Ελλάδα, και όχι μόνο, πόσο υπαρκτός είναι ο κίνδυνος η πραγματικότητα να «υπονομεύει» μια ταινία που έχει αναφορές στην πολιτική και την κοινωνικη πραγματικότητα; Μιλάω κυρίως για την ιστορία με τον Σύρο πρόσφυγα.

Εχετε απόλυτο δίκιο. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές βλέποντας την ταινία και έχω καταλήξει πως, όσο και να αραιώνει ή να πυκνώνει ο ρυθμός, δεν παύει η πραγματικότητα να διαιωνίζει ίδια προβλήματα και ίδιες αξίες, όπως ο έρωτας. Και αυτό αγγίζει όλους μας. Η ανθρώπινη φύση είναι πάντα ίδια, εξ ου και όσο και να συμπυκνώνεται ο χρόνος, μια ερωτική ιστορία θα έχει πάντα την ίδια δύναμη.

Αναπολείτε καθόλου τις «καλές εποχές» πριν από την κρίση, όταν τα χρήματα ήταν περισσότερα και οι χορηγοί πολύ πιο διαθέσιμοι;

Ναι, θα μπορούσατε να το πείτε κι έτσι. Ομως, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, εγώ ακόμη και σε εκείνες τις εποχές δούλευα σαν το σκυλί το ίδιο σκληρά. Δεν είχα νιώσει ποτέ ότι μου δόθηκε κάτι άκοπα, λόγω ευμάρειας. Αν αναπολώ κάτι, αυτό είναι η ορμή και η αφέλεια που είχαμε. Ολα ήταν λίγο πιο εφικτά. Δεν έχει να κάνει ούτε με χρήματα ούτε με χορηγούς.

Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι σήμερα, που οι πόροι, τα οικονομικά μέσα και η στήριξη από το κράτος είναι δραματικά μειωμένα, το ελληνικό σινεμά ακούγεται περισσότερο στο εξωτερικό;

Αυτό ίσως να δείχνει ότι ένας δημιουργός δεν περιμένει από κανένα κράτος να του κάνει πραγματικότητα το όνειρό του. Και αν αξίζει το έργο του, μόνο τότε προχωράει.

Ζητήσατε λεφτά από το κράτος για τις δύο ταινίες σας;

Οχι, ποτέ. Δεν χρειάστηκε. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν θα το έκανα ποτέ, γιατί θεωρώ πως τα λίγα χρήματα που έχει να διαθέσει το κράτος είναι προτιμότερο να τα διαθέσει σε κάποιον νέο δημιουργό, που δεν έχει ακόμα τις προσβάσεις ούτε το βιογραφικό ώστε να τα βρει μόνος του.

Διατηρείτε επαφές με φίλους ή παρέες από την εποχή του σχολείου; Είναι εδώ ή έχουν φύγει έξω; Ποια είναι η δική σας αίσθηση για μια γενιά που στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής της υπήρχε έντονη η υπόσχεση της «γλυκιάς ζωής» και εδώ και πέντε χρόνια αισθάνεται ότι ο ορίζοντας έκλεισε ξαφνικά;

Ναι, διατηρώ, και μάλιστα πολύ στενές επαφές. Κάνουμε ακόμα παρέα και με έναν τρόπο μεγαλώνουμε μαζί. Η αίσθησή μου είναι πως όλοι είμαστε σαν να φάγαμε ένα πολύ δυνατό χαστούκι, που στον καθένα προκάλεσε και από κάτι διαφορετικό. Είμαστε μια γενιά που αλλιώς της έμαθαν τα πράγματα, αλλιώς ήταν τελικά και αλλιώς τα χειρίστηκε. Δεν θα βγάλετε άκρη αν το προσεγγίσετε σαν μέσο όρο.

Σε λίγες ημέρες θα γίνετε 40. Πώς σας φαίνεται; Το σκέφτεστε καθόλου;

Ναι, το αισθάνομαι. Οχι ότι με ενθουσιάζει, όμως δεν είναι και στο χέρι μου. Πρέπει να σας πω ότι, δυστυχώς, είμαι παρελθοντολάγνος. Δηλαδή εξιδανικεύω αυτά που έχω ζήσει -και πρόσωπα, και καταστάσεις, και συνήθειες, πατέντες, λειτουργίες- και μου είναι τρομερά δύσκολο που αναγκάζομαι να αλλάξω κάποια. Φανταστείτε ότι, ακόμη και αν μερικές φορές στο παρελθόν τα πράγματα δεν ήταν ιδανικά, εγώ τα μετουσίωνα και τα παρουσίαζα ως ιδανικά. Ψέματα δηλαδή... Ε, αυτό βλέπω ότι έχει αρχίσει και αλλάζει. Είμαι σε αυτήν τη μεταβατική περίοδο.

Πώς σας φαίνεται που ένας άλλος «σαραντάρης», ο Αλέξης Τσίπρας, βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας;

Από τη μια χαίρομαι που συνομήλικοι άνθρωποι βρίσκονται (ο καθένας στο είδος του) σε θέσεις-κλειδιά. Από την άλλη, όμως, βλέπω ότι στην παγκοσμιοποιημένη εποχή που διανύουμε, οι θέσεις αυτές είναι τεράστια παγίδα. Ειδικά στην πολιτική, που πλέον έχει σταματήσει να είναι «η τέχνη του εφικτού», όπως κάποτε έλεγαν. Η ουσία δεν είναι η ηλικία, αλλά τι πρεσβεύεις και τι πράττεις.

Ψηφίσατε στο δημοψήφισμα και στις εκλογές; Σας ενδιαφέρει η πολιτική, παρακολουθείτε ειδήσεις;

Οχι, δεν ψήφισα, αλλά αυτό δεν με κάνει απολιτίκ. Δεν είμαι απολιτίκ. Δεν πίστευα στο ερώτημα του δημοψηφίσματος και νομίζω ότι οι εξελίξεις με κάνουν να σκέφτομαι ότι καλά έκανα και δεν πίστευα. Ομως οι άνθρωποι που εκπροσωπούν αυτό το γύρω μου, οι πολιτικοί δηλαδή, είναι σε ένα μεγάλο βαθμό απογοητευτικοί. Αρα αποφεύγω πλέον να παρακολουθώ ειδήσεις, να πείθομαι εύκολα και να πωρώνομαι. Ασε που ο δικός μου τρόπος να εκφράζω την όποια πολιτική μου άποψη και ανησυχία είναι μέσα από την τέχνη μου. Είναι όλα τόσο θολά και τόσο ρευστά στην πολιτική σήμερα, που αδυνατώ να έχω μια ξεκάθαρη εικόνα ανά πάσα στιγμή. Σαν μια ρουλέτα είναι. Κάθε φορά που η μπίλια πάει να κάτσει κάπου, ξαφνικά αμέσως πάλι αρχίζει να γυρίζει. Είναι εξουθενωτικό. Και δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο.