Κωνσταντίνος Καραμανλής: Η συναρπαστική βιογραφία του έλληνα ηγέτη

Του Άθωνα Δημουλά

 

«Να είσαι στο Παρίσι το αργότερο στις εννέα», του είπε από το τηλέφωνο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το απόγευμα της 23ης Ιουλίου του 1974 - εκείνη την ώρα θα απογειωνόταν από το αεροδρόμιο Μπουρζέ το αεροπλάνο «Μυστέρ» -μια παραχώρηση του Ζισκάρ ντ’ Εστέν-, με το οποίο ο Ελληνας πολιτικός θα επέστρεφε στην Αθήνα την επομένη της πτώσης της δικτατορίας για να ορκιστεί πρωθυπουργός. Ο Τάκης Λαμπρίας, ο οποίος βρισκόταν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, απάντησε ότι αποκλείεται να προλάβει: είχε μπροστά του δύο ώρες για να φύγει από το σπίτι του στο Λονδίνο (όπου ζούσε επίσης ως αυτοεξόριστος κατά τη διάρκεια της Επταετίας), να πάει στο Χίθροου, να πετάξει μέχρι το Ορλί και από εκεί να μεταβεί οδικώς στο Μπουρζέ. «Κάνε ό,τι μπορείς», ήταν η απάντηση του Καραμανλή, «έλα στην Αθήνα με τα πόδια!». Ο Λαμπρίας έκανε πράγματι ό,τι μπορούσε και έπειτα από έναν απίθανο αγώνα δρόμου έφτασε στο Μπουρζέ ακριβώς στις εννέα. «Μπράβο», του είπε ο Καραμανλής, «είδες που τα κατάφερες;».

Δικηγόρος, δημοσιογράφος και πολιτικός, ο Τάκης Λαμπρίας (1926-2001) έγραψε δύο βιογραφικά βιβλία για τον επί τριάντα χρόνια συνεργάτη του («Στη σκιά ενός μεγάλου», 1989, και «Καραμανλής ο φίλος», 1998), τα οποία σήμερα επανακυκλοφορούν (εκδόσεις Ποταμός) ως μια ενοποιημένη έκδοση. Δεν πρόκειται για μια «αντικειμενική» βιογραφία ούτε αυτό είναι το ζητούμενο. Ο Λαμπρίας γράφει σε πρώτο πρόσωπο, σχολιάζει, μετέχει στα γεγονότα. Ο σκοπός του, άλλωστε, προσδιορίζεται στον πρόλογό του: «Θέλησα να συνεισφέρω την προσωπική μου μαρτυρία σε μερικές από τις κρίσιμες στιγμές όπου πρωταγωνίστησε ο Καραμανλής [...] να διαφυλάξω από τη λήθη κάποια λεπτομερειακά επεισόδια, ακόμη και ευτράπελα, για τα οποία αδιαφορεί η σοβαρή έρευνα, αλλά εγώ τα κατέγραψα από επαγγελματική διαστροφή ή συλλεκτική μανία». Προέκυψε ένα ανάγνωσμα με σχεδόν μυθιστορηματική ροή - όντας υποστηρικτής, φίλος και θαυμαστής του Καραμανλή, ο Λαμπρίας υπήρξε μεν υποκειμενικός, αλλά είχε και την οξυδέρκεια να αποφύγει να γράψει μια αγιογραφία. 

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του βιβλίου εντοπίζεται στο περιστατικό που συνέβη τα ξημερώματα της 12ης Αυγούστου του 1974. Ο Καραμανλής είχε μόλις επιστρέψει στην Ελλάδα και έμενε σε μια σουίτα της «Μεγάλης Βρεταννίας» - λίγα δωμάτια παραδίπλα κοιμόταν ο Λαμπρίας, ο οποίος ξύπνησε μέσα στη νύχτα από ένα τηλεφώνημα. «Ηταν ο Κίσινγκερ! Φυσικά, δεν ζητούσε εμένα, αλλά τον Καραμανλή, στον οποίο, όπως μου είπε, ήταν απόλυτη ανάγκη να μιλήσει». Το αινιγματικό τηλεφώνημα του Αμερικανού διπλωμάτη αφορούσε στη στάση που επιθυμούσαν οι ΗΠΑ να κρατήσει η Ελλάδα στη Διάσκεψη της Γενεύης για το Κυπριακό. «Μου έκανε έκκληση να μη διακόψουμε τις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη. Πάση θυσία...» του εκμυστηρεύτηκε ο Καραμανλής.

Οι άνθρωποι του προέδρου

Ο Λαμπρίας περιγράφει πολλές κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, όπως τις έζησε εκ των έσω: από την αποκατάσταση της δημοκρατίας μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και από τις εσωτερικές «μάχες» με τον Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι τις συζητήσεις για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, εκεί όπου η ελληνική πλευρά βρήκε απέναντί της τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ. Σε μια αντιπαράθεση που θυμίζει αρκετά το σήμερα, ο Καραμανλής είπε στον Σμιτ: «Πώς είναι δυνατόν, κύριε καγκελάριε, όταν η Γερμανία, που αιματοκύλισε δύο φορές την Ευρώπη, μετέχει σ’ αυτήν, να αποκλείεται η Ελλάς, που έδωσε στην Ευρώπη ακόμη και το όνομά της;». Η αρχική κόντρα των δύο ανδρών εξελίχθηκε σε αμοιβαία εκτίμηση και κατόπιν σε πολυετή φιλία.

Μάλιστα, λίγα χρόνια αργότερα, ο Σμιτ πέρασε ένα βράδυ της Πρωτοχρονιάς καλεσμένος του Καραμανλή στο σπίτι του Δημήτρη και της Αννας Χορν.

Ο Χορν ήταν ένας από τους αρκετούς φίλους του από το χώρο της τέχνης. Οπως επίσης ήταν και ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Ελύτης, ο Μόραλης, καθώς και ο Αλέξης Μινωτής και ο Κάρολος Κουν. Με τους δύο τελευταίους συνήθιζε να συναντιέται κάποια κυριακάτικα μεσημέρια στο Γκολφ της Γλυφάδας, όπου συζητούσαν για το θέατρο και την πολιτική. Παρά, πάντως, τον μεγάλο και εκλεκτό φιλικό του κύκλο, ο Καραμανλής απολάμβανε τις στιγμές που έμενε μόνος. Κάποια στιγμή είπε στον Λαμπρία το εξής: «Σκέφτομαι πολύ, βασανιστικά ίσως. Συχνά εκνευρίζομαι, γιατί θεωρώ ότι χάνω το χρόνο μου... Με γεμίζει, όμως, η σκέψη. Δεν νιώθω κενό. Και αυτός είναι ένας λόγος που μου πάει η μοναξιά. Δεν με τρομάζει να ζω με τον εαυτό μου...». 

Πίστευε, ωστόσο, και συχνά επαναλάμβανε με παράπονο ότι απέτυχε στην ιδιωτική του ζωή. «“Εσύ ξέρεις και τη χαίρεσαι τη ζωή σου”, μου έλεγε, “εγώ αυτή την τέχνη δεν την έμαθα ποτέ”». Υπάρχει κι ένα σύντομο περιστατικό από ένα καλοκαίρι, όταν οι δύο άνδρες βρέθηκαν σε μια παραλία στο Ελαφονήσι. Δυο-τρία ζευγάρια Ιταλών βούτηξαν από κάποιο ταχύπλοο στη θάλασσα και βγήκαν στην παραλία χωρίς να φορούν τα μαγιό τους. «Ευχάριστη ατραξιόν», σχολίασε χαριτολογώντας ο Λαμπρίας, αλλά ο Καραμανλής έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός. «Οχι μόνο δεν είχα χαρές στη ζωή μου», είπε έπειτα από κάποια ώρα, «αλλά και δεν επέτρεπα στον εαυτό μου να έχει επιθυμίες».

Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες της προσωπικότητας και των συνηθειών του διανθίζουν το πολιτικό του πορτρέτο. Για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι ήταν ιδιαίτερα εγκρατής στο φαγητό και ότι το βάρος του δεν άλλαζε ποτέ, ενώ περιγράφεται συχνά να πίνει ένα νερωμένο ουίσκι. Από τους μεγάλους ποιητές προτιμούσε τον Καβάφη και δυσκολευόταν να κατανοήσει τον Σεφέρη, στον οποίο πάντως έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία όταν πήρε το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Του άρεσε και ο κινηματογράφος και συνήθιζε να κάνει μικρά, χαλαρωτικά διαλείμματα παρακολουθώντας κυρίως γουέστερν, με προτίμηση στις ταινίες του Τζον Γουέιν. Ηταν επίσης φανατικός παίκτης στο τάβλι, όντας ένας μάλλον «εξοργιστικός» αντίπαλος: μεταξύ άλλων, απαιτούσε τα ζάρια να ρίχνονται απαλά «σαν να παίζεις άρπα», απαγόρευε κάθε εκδήλωση αγανάκτησης ή θριάμβου, ενώ καμιά φορά σκεφτόταν μια κίνησή του ακόμη και δέκα λεπτά!