Το μοιρολόϊ της φώκιας στο Αιγαίο

Του Παντελή Μπουκάλα

Κ​​αι της στρουθοκαμήλου το φέρσιμο και του κροκόδειλου επίσης μπορούμε να φέρουμε στο μυαλό μας, όσο προσπαθούμε να βρούμε νόημα στη συμπεριφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στους πρόσφυγες που δραπετεύουν από την τζιχαντική κόλαση. Αλλά και στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Τουρκίας, των κύριων παικτών στην περιοχή, που ανταγωνίζονται στο άθλιο άθλημα του φαρισαϊσμού, ενώ πρώτιστος στόχος τους παραμένει η απόσπαση γεωστρατηγικών και οικονομικών κερδών. Έχωναν το κεφάλι τους στην άμμο για πολύ καιρό, για να μη βλέπουν τα προσφυγικά κύματα, που δεν τα προκάλεσαν βέβαια οι άνεμοι, αλλά οι πόλεμοι, στην έναρξη των οποίων και στη συνέχισή τους έχουν βάλει καθοριστικά το χέρι τους όλοι τους. Κι όταν άρχισαν να παραδέχονται ότι βλέπουν τους θαλασσοπνιγμένους του Αιγαίου, της Μεσογείου όλης, που κατακάλυπταν πια την τηλεοθόνη, βάλθηκαν να συσκέπτονται, να δηλώνουν συμπόνια, να κλαίνε. Και, κρυφά, να μετρούν πιθανά κέρδη και ζημίες.

Αλλου ζωντανού εντούτοις η συμπεριφορά, θαλάσσιου και όχι χερσαίου, απεικονίζει καθαρότατα τη στάση των Μεγάλων: της φώκιας. Θα εξηγήσω το γιατί. Το «Μυρολόγι της φώκιας» είναι ένα από πιο γνωστά και τα πιο φαρμακωμένα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το κατοικεί «ο χάρος ο αχόρταστος» από την πρώτη σελίδα έως την τελευταία· δεν είναι άλλωστε πολλές, τέσσερις όλες κι όλες στην έκδοση που επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος για τον Δόμο. Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πατρίς», Μάρτιο του 1908, και πρωτοανατυπώθηκε σε τόμο στα «Πασχαλινά διηγήματα» του Φέξη.

Πασχαλινό διήγημα, πάντως, δύσκολα θα το λέγαμε. Μ’ ένα «πένθιμον βαθύ μυρολόγι» ξεκινάει, που το «έμελπεν με ψίθυρον φωνήν» η φτωχή γρια-Λούκαινα αντικρίζοντας το νεκροταφείο, κατά την κάθοδό της προς τη θάλασσα, «διά να πλύνη τα μάλλινα συνδόνια της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ήρεμα εις τα κύματα». «Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς». Μ’ ένα μοιρολόι επίσης τελειώνει το διήγημα, σε μια σκηνή που περιγελάει την τυπική λογική και πιστοποιεί πόσο βαθιά ποιητής ήταν ο Σκιαθίτης: «Το μυρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών», και το οποίο «έλεγε περίπου τα εξής: Αυτή ήτον η Ακριβούλα / η εγγόνα της γρια-Λούκαινας. / Φύκια ‘ναι τα στεφάνια της, / κοχύλια τα προικιά της... / Κι η γριά ακόμα μυρολογά / τα γεννοβόλια τα παλιά. / Σαν να ΄χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κ’ οι καημοί του κόσμου».

Το δίστιχο για τ’ ατέλειωτα πάθια του κόσμου είναι η σφραγίδα του παπαδιαμαντικού έργου· ο άξονάς του. Το μνημονεύουμε συχνά πυκνά, ακόμα κι αν δεν καλοθυμόμαστε πού το συναντήσαμε. Η Ακριβούλα που μοιρολογεί η φώκια, η εννιάχρονη εγγονή της γρια-Λούκαινας, μαθαίνει πως η γιαγιά της έχει πάει στο γιαλό να πλύνει και ξεκινάει κρυφά να τη βρει, «διά να παίξη ολίγον εις τα κύματα». Αργοπόρησε όμως ακούγοντας μαγεμένη το «φαιδρόν ποιμενικόν άσμα» που έπαιζε με τον αυλό του ένας νεαρός βοσκός, και, μες στη νύχτα πια, λάθεψε στη δική της κάθοδο προς τη θάλασσα (προς τον Αδη, τελικά), «εγλίστρησε κ’ έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ηταν τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα» (άκουγα μικρός στο αιτωλοακαρνανικό χωριό ένα «οσέγγιστα», όταν ζυγίζανε φασόλια, στάρια ή καρπούζια, «οσέγγιστα διακόσα κιλά», ένιωθα ότι σημαίνει «περίπου», αλλά ποια η φύτρα του δεν μπορούσα να καταλάβω – ώσπου το πέτυχα τυπωμένο έπειτα από χρόνια).

Κι η φώκια; «Μία φώκη, βόσκουσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μυρολόγι της γραίας, εθέλχθη από τον θορυβώδη αυλόν τού μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κ’ ετέρπεπο εις τον ήχον, κ’ ελικνίζετο εις τα κύματα». Βρήκε έτσι «το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μυρολογά, πριν αρχίση το εσπερινόν δείπνον της».

Ακριβούλες, εννιάχρονες, πεντάχρονες, δεκάχρονες, είναι όλα τα παιδιά του βαριά αναγκεμένου κόσμου, από την Ασία και την Αφρική, τη Συρία, το Ιράκ, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, τη Νιγηρία, την Ερυθραία, που βλέπουν και τη δική τους έξοδο στη θάλασσα να μετατρέπεται σε κάθοδο στον Αδη· θεοί ν’ ανοίγουν δρόμο μες στα νερά της θάλασσας δεν σώζονται πια. Στοιβαγμένοι οι πρόσφυγες σε παλιόβαρκες, σωστά ακάτια του Χάροντα, από τους ανελέητους πλιατσικολόγους της ανθρώπινης δυστυχίας (ύαινες πες και όρνια, για να μη μείνουν απέξω κι αυτά τα είδη του ζωικού βασιλείου), λαθεύουν στον δρόμο τους μες στη νύχτα, τσακίζονται στα βράχια, πνίγονται. Αλλά η παραλληλία δεν τελειώνει εδώ.

Πόσο βαριά είναι η φράση του Παπαδιαμάντη για τη φώκια που μοιρολογάει την Ακριβούλα «πριν αρχίση το εσπερινόν δείπνον της» δεν το κατάλαβα όταν την πρωτοδιάβασα. Δεν ήθελα και να πιστέψω την υποψία μου. Το κλειδί της φράσης, δηλητήριο σκέτο, μου το έδωσε αργότερα ένα απόσπασμα από τα «Απομνηνομεύματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη, ανεξίτηλο έκτοτε. Το παραθέτω: «Η καημένη η πατρίδα αμαρτίες οπού ‘χε και γύρευε να την λευτερώσουμε εμείς οι ανθρωποφάγοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί! Κι έχομε αρετή να λευτερώσουμε πατρίδα εμείς κι αυτείνοι οπού μας κυβερνούν; Τώρα έβαλαν τον Δυσσέα σκότωσε τον Αλέξη Νούτσο, τον σεβάσμιον άρχοντα. Πόσο ψυχώνει η Τουρκιά μ’ αυτό, πόσο αδυνατίζομε εμείς! Το ίδιον και με τον Παλάσκα. Δεν είναι αληθινό οπού τον έβαλαν, τον Δυσσέα, αυτείνοι και τους σκότωσε; [...] Κλαίγει ο Κωλέτης και οι άλλοι κυβερνήται μας τον χαμόν του Αλέξη και Παλάσκα σαν την φώκια, οπού κλαίγει τον πνιμένον όσο οπού σαπίζει και κάθεται και τον τρώγει. Ετσι θα φάνε κι εμάς τους δυστυχείς».

Ετσι έφαγε η φώκια του Παπαδιαμάντη την Ακριβούλα, αφού πρώτα τη μοιρολόγησε. Ετσι ψευτομοιρολογούν σε Βρυξέλλες, Βερολίνα, Νέες Υόρκες, Λονδίνα, Μόσχες, Αγκυρες κ.ο.κ. Αφήνουν τα κοπάδια –έτσι τα βλέπουν– να πέφτουν θύματα μιας άγριας εκμετάλλευσης, να πνίγονται, να σαπίζουν, χειμώνα καιρό πια, περιμένοντας μέρες και μέρες μπροστά σε φράχτες και τείχη. Ασκούν εις βάρος τους μια τερατώδη μαζική ευγονική: όσοι αντέξουν, αυτοί θα βρουν τον παράδεισο των ψευδαισθήσεών τους. Τουλάχιστον οι φώκιες δεν λένε πως έχουν υψηλές αρχές και ιδεώδη. Αν το ‘λεγαν, όλο και κάποιος εντριβής γέρων θα μας το είχε μεταφράσει.