Η ομορφιά του φιλμ νουάρ στο «Carol»

Του Δημήτρη Μπούρα

Το 1952, η Πατρίσια Χάισμιθ χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Κλερ Μόργκαν για το μυθιστόρημά της «The price of Salt» (γύρω από τον απαγορευμένο έρωτα δύο γυναικών, της Κάρολ και της Τερέζ) που ήταν ανατρεπτικό για τα ήθη της εποχής. Πρόσφατα, ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς το μετέφερε στην οθόνη, ανασυνθέτοντας μοναδικά (χάρη και στη φωτογραφία του Εντ Λάχμαν) την ατμόσφαιρα της πιο φαντεζί δεκαετίας του αμερικανικού ονείρου.

Το κινηματογραφικό «Carol» είναι μια υπέροχη μείξη του σκοτεινού, διφορούμενου και ψυχολογικά ρευστού κόσμου της Χάισμιθ με τα μουντά, αλλά και ζεστά, χρώματα της δεκαετίας του ’50. Το φιλμ νουάρ διαχέεται αριστοτεχνικά στο μελόδραμα, προσδίδοντας στα κάδρα του Χέινς εξαιρετική υφή: μια ζεστή θαμπάδα, σαν μέθη, σε ρουφάει σαν δίνη.

Το «θαμπό» «Carol» είναι ένας καθρέφτης σπουδαίων ερμηνειών. Η ξανθιά Κέιτ Μπλάνσετ (Κάρολ) χτίζει τον ρόλο της με θραύσματα από την εικόνα της κλασικής φαμ φατάλ. Η φωνή της δεν έχει την αποφασιστικότητα ή την τραχύτητα της φωνής διασήμων μοιραίων γυναικών (ας πούμε, της Λορίν Μπακόλ στον «Μεγάλο ύπνο»). Η χροιά της, σαν αισθαντικός απόηχος του κόσμου του Τενεσί Ουίλιαμς, μας θυμίζει την τσακισμένη Μπλανς Ντιμπουά. Η μελαχρινή Ρούνι Μάρα (Τερέζ), που τροφοδοτεί τον πόθο της Κάρολ, γήινη και απλή, όπως η Οντρεϊ Χέπμπορν στις ρομαντικές κομεντί εκείνων των χρόνων, προσδίδει πρωτόγνωρη αυθεντικότητα στο μελόδραμα. Το βγάζει από το κουκλόσπιτο της ευτυχίας.

Τη δεκαετία του ’50, ο Ντάγκλας Σερκ απογείωσε το μελόδραμα. Γύρισε ταινίες για το ευρύ κοινό που δεν τις εκτίμησαν οι Αμερικανοί κριτικοί (όπως συνέβη και με το έργο του Αλφρεντ Χίτσκοκ). Ο πρώτος κινηματογραφιστής που είδε εκτυφλωτικό φως στον Σερκ ήταν ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Ο δεύτερος, ο Αμερικανός Χέινς, ανακάλυψε σε αυτόν έναν οξυδερκή ανατόμο της ευτυχίας της αμερικανικής οικογένειας.

Η Κάρολ, η Τερέζ και οι άλλες

Τα βασικά μοτίβα του μελοδράματος στον Χέινς είναι η ασφυξία της γυναίκας μέσα σε έναν τέλειο γάμο (που αποδεικνύεται δυσλειτουργικός) και ο απαγορευμένος έρωτας (ομοφυλοφιλικός ή διαφυλετικός) που τραντάζει σαν σεισμός το οικοδόμημα της οικογένειας. Κανείς άλλος Αμερικανός σκηνοθέτης της εποχής μας δεν έχει υποκλιθεί τόσο δημιουργικά και κομψά στην παντρεμένη γυναίκα.

Στο «Safe» (1995) το μελόδραμα γίνεται new age εφιάλτης. Η Τζούλιαν Μουρ, σύζυγος μεσοαστού, μαραίνεται αργά και σταθερά σε μια έπαυλη στο Λος Αντζελες. Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα μια άγνωστης «περιβαλλοντικής» ασθένειας τής δημιουργούν ασφυξία, κυριολεκτικά. Ο Χέινς, κριτικός απέναντι στις εναλλακτικές θεραπείες, μετατρέπει την οικογένεια σε σκηνικό δυστοπίας.

Η Τζούλιαν Μουρ είναι και πάλι η μούσα του στο έξοχο «Ο παράδεισος είναι μακριά» (2002), που φαντάζει σαν φόρος τιμής στο «Αυτή είναι η ζωή μου» του Σερκ. Δεκαετία του ’50 σε μια παραμυθένια κωμόπολη του Κονέκτικατ, η Κάθι (η νοικοκυρά πίσω από τον σούπερ επιτυχημένο νοικοκύρη) συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω τον αλκοολικό σύζυγό της στην αγκαλιά ενός άντρα. Κάνει πως δεν βλέπει και συμφωνεί μαζί του πως πρέπει να τον δει... γιατρός. Παράλληλα, η αθώα σχέση της με τον μαύρο κηπουρό τής δίνει το τελειωτικό χτύπημα στην ευτυχισμένη οικογένεια. Ο,τι αυθεντικό, σε αυτή την τραγικά ρόδινη ταινία για τη λευκή Αμερική, είναι μαύρο!

Οταν η πτώση είναι λύτρωση

Στη μίνι τηλεοπτική σειρά του ΗΒΟ «Προσδοκίες» (2011), από το κλασικό νουάρ «Mildred Pierce», η Κέιτ Γουίνσλετ παίρνει τη σκυτάλη από την Τζόαν Κρόφορντ για να δώσει ρεσιτάλ ερμηνείας σε μια φεμινιστική ιστορία. Η Μίλντρεντ γκρεμίζεται, οικονομικά και κοινωνικά, όταν ο άντρας, που έχει ήδη χρεοκοπήσει, την εγκαταλείπει. Η πτώση της, όμως, ισοδυναμεί με τη λύτρωση. Στην αρχή γίνεται σερβιτόρα και στη συνέχεια επιτυχημένη επιχειρηματίας. Η Μίλντρεντ, η γυναίκα που κέρδισε τον άντρα στο γήπεδό του, θα αποδειχτεί ευάλωτη, όμως, όταν θα αρχίσει να προβάλλει τις φιλοδοξίες της στο πρόσωπο της κακομαθημένης κόρης της.

Σήμερα στο «Carol», η Μπλάνσετ ισορροπεί δυναμικά σε μια αντίθεση: Το αινιγματικά ψυχρό πρόσωπό της είναι σαν μια μάσκα, που κινδυνεύει να πέσει από το συναισθηματικό φορτίο της ψυχής της. Το βασικό «ανατρεπτικό» εργαλείο της Μπλάνσετ σε αυτή την ταινία είναι η φωνή, σε αντίθεση με αυτό της Μάρα, που παίζει κυρίως με την εκφραστικότητα του βλέμματός της. Η Κάρολ είναι μεσοαστή, που θέλει ν’ αποδράσει από τον γάμο της. Η Τερέζ, νεαρή πωλήτρια σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, στο τμήμα με τις κούκλες, θέλει να αποφύγει τον γάμο και να κάνει καριέρα φωτογράφου. Ο άντρας στο «Carol», ταπεινωμένος ή συγκαταβατικός, γίνεται «θηρίο» όταν διαλύεται η ψευδαίσθηση της οικογενειακής του ευτυχίας.

​​Το «Carol» του Τοντ Χέινς προβάλλεται στους κινηματογράφους. Σε ό,τι αφορά το βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ, οι εποχές έχουν αλλάξει και έχει αποκατασταθεί η αλήθεια στο εξώφυλλό του. Στην επανέκδοσή του, πάνω από τον τίτλο «Κάρολ», αναγράφεται το όνομά της.