Προσφυγικό: ανάμεσα σε απειλές και προσδοκίες

Της Αλεξάνδρας Πολιτάκη*

Περίπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν «αποκλεισμένοι» στην Ειδομένη στο ύψος των συνόρων με τη FYROM, σε μία κατάσταση σύνθετου και ιδιότυπου «αποκλεισμού».

Είναι εκείνοι που, με βάση μόνο την εθνικότητά τους, δεν τους αναγνωρίζεται ο χαρακτηρισμός του πρόσφυγα και όντες κυριολεκτικά ανεπιθύμητοι δεν μπορούν να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι έχουν τα απαιτούμενα έγγραφα.

Στον αποκλεισμό αυτόν εμπεριέχονται σε μεγάλο βαθμό παραβιάσεις θεμελιωδών για την Ευρώπη διεθνών συμφωνιών, πρόσφατες αλλά ανεφάρμοστες συμφωνίες συνόδων, καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε πολύ μικρότερο βαθμό εμπεριέχονται και πρακτικές παραμέτροι.

Δίπλα σ' αυτά και η άποψη -που ξεχνώντας εντέχνως ότι η διέλευση συνόρων δεν είναι αδίκημα- υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να «επεγκλωβιστούν» ανά πάσα στιγμή, παίρνοντας όμως τον δρόμο της επιστροφής.

Αλλά επιστροφή πού, σε τι και με ποιον τρόπο;

Η Ευρώπη ως προς το προσφυγικό προχωρά «μέρα με τη μέρα», αναμασά, επιφυλάσσεται και όταν αποφασίζει τελικά δεν εφαρμόζει, ή εφαρμόζει κατ' επιλογή όσα αποφάσισε.

Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της αποκαλύπτουν δομικές πολιτικές διαφοροποιήσεις των ευρωπαϊκών κρατών για το θέμα και ένα ευρωπαϊκό δίκαιο αναξιόπιστο και κατακερματισμένο, εμποδίζουν την κατάληξη σε ένα κοινό μέτωπο αντιμετώπισης και την εφαρμογή μίας ενιαίας πολιτικής.

Η «ενοποίηση» αποκαλύπτεται γυμνή και αδύναμη μέσα στον χρόνο και η μοναδική συμφωνία για περαιτέρω ενίσχυση των συνόρων και στρατικοποίησης της Ευρώπης δείχνουν ότι η διαδικασία της «εμβάθυνσης» της Ε.Ε. στέκεται ανεπιτυχής και ανίκανη να παράξει λύσεις για ένα τόσο μεγάλο, σύνθετο και κρίσιμο ζήτημα.

Ζήτημα που εδράζεται σε βασικές αξίες της Ευρώπης, σε παντός είδους «-ισμούς», σε οράματα και φαντάσματα που ανακινούν συλλογικές συνειδήσεις και μνήμες εθνικών πεπρωμένων και μετεωρίζονται πλέον σε ένα ασαφές και ιλλιγγιωδώς μεταβαλλόμενο τοπίο.

Ό,τι με πάθος, αγώνες και προσήλωση κατακτήθηκε ως ανθρώπινες και ευρωπαϊκές παραδοχές και αξίες, μεταβάλλεται σήμερα και ίσως να μην ισχύει αύριο.

Συνιστά πεδίο κοινής συμφωνίας από οργανώσεις, συλλογικότητες και μεμονωμένα άτομα η διαπίστωση ότι η Ειδομένη ήταν εξαρχής ένα «ελεγχόμενο» πεδίο.

Η «κανονικότητα» επιτεύχθηκε σύντομα εάν αναλογιστεί κανείς πόσο ανέτοιμος υπήρξε και παραμένει ο κρατικός μηχανισμός.

Η «κανονικότητα» επιτεύχθηκε ως αθροιστικό και τελικά συλλογικό αποτέλεσμα, όχι απαραίτητα χωρίς αντικρούσεις, κριτική και διαφωνίες ως προς την επάρκεια και άλλα μείζονα ή μικρότερης σημασίας καθημερινά θέματα. Αλλά επιτεύχθηκε.

Υπήρξε μια ομαλότητα, μια διαχείριση της κατάστασης και συνιστούσε στον μεγάλο της βαθμό μία κοινωνική συλλογική κατάκτηση και σε πολύ μικρότερο μια κρατική ή κυβερνητική επιτυχία.

Η συγκρότηση μιας διαδικασίας ως προς το πέρασμα των συνόρων, η παρουσία συλλογικοτήτων και οργανώσεων ως εγγύηση του ανοικτού χαρακτήρα, η παροχή ειδών και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης ως απτή ένδειξη αλληλεγγύης, έδωσαν ένα περίβλημα ασφάλειας στη δυστυχία αυτών των ανθρώπων και η ασφάλεια αυτή παρήγαγε μία ήρεμη και ελεγχόμενη κατάσταση.

Τίποτα δεν δικαιολογεί και δεν επιτρέπει τον λόγο της ελληνικής κυβέρνησης για μία λύση στην Ειδομένη που «δεν θα μοιάζει με βόλτα κολλεγιοπαίδων στο δάσος».

Καθώς όταν έγινε γνωστό ότι η Σερβία, η Σλοβενία και η Κροατία προέβησαν σε αυτόν τον παράνομο διαχωρισμό με βάση την εθνικότητα, η μόνη που θα μπορούσε να παρέμβει ήταν η κυβέρνηση αλλά δεν το έκανε, είτε σε πρακτικό, είτε σε διπλωματικό, ή άλλο επίπεδο.

Αντίθετα, οι δηλώσεις αυτές που είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς σε ποιον πραγματικά απευθύνονται και πού αποσκοπούν, εντείνουν την ένταση και την ανησυχία, διαχωρίζουν και πολώνουν την κοινωνία, προσθέτουν οργή στην απόγνωση και με αυτήν τροφοδοτούν τις ήδη υπάρχουσες βίαιες πλέον αντιδράσεις των ανθρώπων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι εκεί.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να επέμβει στην Ειδομένη με μία λύση καταστολής, για λόγους που υπερβαίνουν την Ειδομένη.

Η Ελλάδα δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να προστεθεί στον κατάλογο των χωρών που αντιμετωπίζουν το προσφυγικό ζήτημα με κρατική βία.

Δεν μπορεί και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να πάει από την πλευρά αυτών των συνομιλητών.

Εάν η επέμβαση του κράτους ταυτιστεί με τη βίαιη καταστολή δείχνοντας τους πρόσφυγες ως «εχθρό», τότε η εχθρότητα με την οποία θα τροφοδοτήσει τις τοπικές κοινωνίες απέναντι στους πρόσφυγες, θα καταστήσει την «επόμενη μέρα» που αφορά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση απ' όσο είναι ήδη σήμερα.

Καθώς η άφιξη προσφύγων διαφόρων εθνικοτήτων στα νησιά συνεχίζεται και από εκεί -αφού πάρουν τα απαραίτητα έγγραφα- η πορεία τους προς την Ευρώπη μέσω της Ειδομένης, ο αριθμός των εγκλωβισμένων στην Ειδομένη θα συνεχίσει να αυξάνεται και τις επόμενες μέρες.

Αυτό σημαίνει ότι η αναγκαία λύση δεν μπορεί να είναι μία άπαξ παρέμβαση, αλλά συνολικότερη και μεγαλύτερης διάρκειας.

Η κρατική βία άρα δεν μπορεί να είναι ούτε η πρόσκαιρη παρέμβαση, ούτε μία μονιμότερη διαχείριση αυτού του ζητήματος.

Ανάμεσα σε απειλές και προσδοκίες η Ευρώπη κοιτάει το προσφυγικό ζήτημα. Γυρνάει την πλάτη σε ανθρώπινες αξίες και κεκτημένα της, αλλάζει όψεις, ανοίγει χάσματα, υψώνει ανθρώπινα και συρμάτινα τείχη.

Τι από όλα αυτά θα προτάξει, αλλά και με ποιον τρόπο, θα δείξει το περίγραμμα του μέλλοντός της.

* Πολιτικός επιστήμονας, ακτιβίστρια