Η Τουρκία αλλάζει

Του Νίκου Κωνσταντάρα

Η ​​Τουρκία φθάνει στα όριά της, μετά την αλλοπρόσαλλη πολιτική των τελευταίων χρόνων. Στο εσωτερικό, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επενδύει στον διχασμό και στον έλεγχο κάθε πιθανής πηγής αντίρρησης για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση του στην προεδρία, ενώ στην εξωτερική πολιτική οι αυτοσχεδιασμοί και συναισθηματισμοί οδήγησαν σε επιδείνωση των σχέσεων σε όλα τα μέτωπα. Η μόνη διέξοδος είναι η επιστροφή στη δυτική πορεία της χώρας και στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων της πρώτης περιόδου της διακυβέρνησης Ερντογάν.

«Η επανάληψη των λαθών θα οδηγήσει την Τουρκία σε διάλυση», προειδοποίησε ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Αγκυρας, Baskin Oran, σε συνέδριο στην Ουάσιγκτον την περασμένη Πέμπτη. Ο Οράν επισήμανε ότι μετά τις διαδηλώσεις για τη διάσωση του πάρκου Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη, το 2013, και μετά τις σοβαρές καταγγελίες για διαφθορά του Ερντογάν και του στενού του κύκλου, ο πρόεδρος πιέζει προς την κατεύθυνση του ενός ανδρός αρχή. Επίσης, προωθεί την «ισλαμοποίηση» της παιδείας, ισοπεδώνει τους θεσμούς που ελέγχουν ο ένας τα όρια της εξουσίας του άλλου (τα checks and balances που λέμε) και διχάζει τον λαό ολοένα περισσότερο, επενδύοντας στην ανασφάλεια και στη στήριξη από «ισλαμοεθνικιστές».

Η δύναμη του Ερντογάν πηγάζει από την έως προσφάτως επιτυχημένη πορεία της χώρας και από τα λάθη των προηγούμενων κυβερνήσεων. «Οι άνθρωποι φοβούνται την επιστροφή του κεμαλικού κράτους», επισήμανε ο Οράν, στο συνέδριο για την Τουρκία που οργάνωσαν το Middle East Institute της Ουάσιγκτον και το γερμανικό ίδρυμα Friedrich Ebert. Επίσης, η νέα ισλαμική μπουρζουαζία που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια δεν θέλει να χάσει τα προνόμιά της. Αλλοι «σύμμαχοι», επισήμανε, είναι η Ε.Ε., «επειδή φοβάται το προσφυγικό πρόβλημα», και οι ΗΠΑ, «επειδή θέλουν τη χρήση της βάσης Incirlik». Ο καθηγητής ήταν ευθύς, ωμός.

Ο Koray Caliskan, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Bogazici, επισήμανε την τακτική του Ερντογάν να ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης αλλά και να αποκλείει τον διάλογο σε όλα τα επίπεδα, μέσα σε μια στρατηγική «αέναης κρίσης». Ο Τσαλισκάν επισήμανε την οργανωτική δεινότητα του ΑΚΡ, του κόμματος που ίδρυσε ο Ερντογάν, όπου οι τοπικοί υπεύθυνοι σε όλη τη χώρα γνωρίζουν έναν-έναν τους ψηφοφόρους. Προσέθεσε, όμως: «Το ΑΚΡ δεν έχει καμία εναλλακτική από τον αυταρχισμό, και γι’ αυτό θα χάσει». Το ερώτημα είναι πότε θα αλλάξει αυτή η πορεία.

Η απάντηση ήρθε από έναν από τους πιο έμπειρους πρώην διπλωμάτες της Τουρκίας, τον Unal Cevikoz: όταν δεν μένει άλλη επιλογή. Ο Τσεβικόζ μιλούσε για την εξωτερική πολιτική, σημειώνοντας ότι απ’ όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Ερντογάν, το 2002, η εσωτερική πολιτική καθορίζει την εξωτερική όσο ποτέ πριν. Είναι η πρώτη φορά που η εξωτερική πολιτική ελέγχεται από την ιδεολογία, και αυτή η ιδεολογία είναι ο «πανισλαμισμός», είπε. Αυτός ήταν ο λόγος που η Αραβική Ανοιξη πρόσφερε στον Ερντογάν την ευκαιρία να δει εαυτόν ως νέας μορφής χαλίφη, ενώ η Τουρκία ενεπλάκη στις εξελίξεις σε πολλές άλλες χώρες, στηρίζοντας μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Αυτό έφερε την Αγκυρα σε σύγκρουση, μεταξύ άλλων, με τη σημερινή κυβέρνηση στην Αίγυπτο και με το καθεστώς Ασαντ στη Συρία. Η εμπλοκή στη Συρία είναι καθοριστική, επειδή η Άγκυρα δεν κατάλαβε τον κίνδυνο του «Ισλαμικού Κράτους», βλέποντάς το στην αρχή ως μια αντίδραση των σουνιτών εναντίον της επέλασης των σιιτών στην περιοχή, αλλά και επειδή απέτυχε σε όλους τους στόχους της. Με την ένταση που προκλήθηκε από την πρόσφατη κατάρριψη ρωσικού βομβαρδιστικού από τουρκικό αεροσκάφος, ο Τσεβικόζ είπε: «Η Τουρκία ανακαλύπτει πάλι τη συμμαχία με το ΝΑΤΟ, τη σημασία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τη σημασία των πολιτικών ασφαλείας της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Αυτά δεν τα καταλαβαίνει οικειοθελώς, αλλά επειδή δεν έχει άλλη επιλογή».

Η Γκιονούλ Τολ (Gonul Tol), διευθύντρια του Κέντρου Τουρκικών Μελετών του Middle East Institute, περιέγραψε το «σενάριο-εφιάλτη» για την Τουρκία που εξελίσσεται στη Συρία. Ενώ στόχος της ήταν να ρίξει τον Ασαντ και να αποτρέψει την ενίσχυση των Κούρδων, η συμμαχία των Αμερικανών με τους Κούρδους της Συρίας (τους οποίους έχει βομβαρδίσει η Τουρκία) και η εμπλοκή με τη Ρωσία έχουν περιπλέξει τα πράγματα. «Η Τουρκία σήμερα έχει ανάγκη τους δυτικούς συμμάχους όσο ποτέ άλλοτε. Εως τώρα δεν ήταν τόσο πρόθυμη να συνεργαστεί με τη Δύση».

Το άμεσο μέλλον θα δείξει εάν ο ίδιος ο πρόεδρος έχει το σθένος να αλλάξει πορεία, εάν θα υπάρξουν άνθρωποι γύρω του που θα τολμήσουν να τον ωθήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, ή εάν η Τουρκία οδεύει χωρίς φρένο προς το άγνωστο.