Το ιστορικό βάθος της ρωσο-τουρκικής αντιπαράθεσης

Του Βλάση Αγτζίδη

Η κατάρριψη του ρωσικού βομβαρδιστικού στη Βόρεια Συρία, με αφορμή την για 17'' παραβίαση του τουρκικού εναέριου χώρου, έχει μεγάλη συμβολική σημασία. Πρωτίστως γιατί είναι η πρώτη πολεμική πράξη που σημειώνεται μεταξύ των δύο χωρών από τον Νοέμβριο του 1916 και τις μάχες του Καυκάσου. Επίσης, γιατί συνδέεται με τις προσπάθειες επιστροφής της μετακεμαλικής Τουρκίας ως σημαντικής στρατιωτικής δύναμης. Θα προσπαθήσουμε στο κείμενο αυτό να διερευνήσουμε το ιστορικό βάθος της σύγκρουσης.

Ένα μεθοδολογικό πρόβλημα

Για την διευκόλυνση της ιστορικής αφήγησης θα κάνουμε μια αυθαίρετη παραδοχή, ταυτίζοντας τους παλιούς προνεωτερικούς Οθωμανούς με το σύγχρονο νεωτερικό τουρκικό έθνος. Η ταύτιση αυτή δεν είναι σωστή, ούτε η ύπαρξη συνέχειας μεταξύ των δύο οντοτήτων είναι αυταπόδεικτη. Οι εθνικιστές που ίδρυσαν και διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία εμφορούνταν από αντιοθωμανικά συναισθήματα. Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση του ιδεολογικού πατέρα του παντουρκισμού, του Ζιγιά Γκιοκάλπ, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν περισσότερο ρωμαίικη παρά τουρκική και ότι γι' αυτό έπρεπε να την καταστρέψουν και στη θέση της να δημιουργήσουν ένα αυθεντικό τουρκικό κράτος. Μόνο με την άνοδο των ισλαμιστών στην πολιτική εξουσία της Τουρκίας, άρχισε να εμφανίζεται η αντίληψη ότι η σύγχρονη Τουρκία αποτελεί την κληρόνομο της παλιάς ισλαμικής Αυτοκρατορίας, διαμορφώνοντας έναν εντελώς νέο εθνικό μύθο στη γείτονα χώρα.

Παράλληλα, ο ίδιος μύθος υπήρξε εξ αρχής τμήμα της ελληνικής θεώρησης για την ιστορία της Εγγύς Ανατολής, όπου ο όρος «Τούρκος» παίρνει άλλη σημασία ανάλογα με τις εποχές. Παλιότερα είχε αποκλειστικά θρησκευτική σημασία, σημαίνοντας τον «μουσουλμάνο», ενώ στην εποχή του εθνικισμού μεταβλήθηκε σε εθνικό όρο. Πάντως, ακόμα και σε κύκλους ιστορικών, η αυθαίρετη ταύτιση της προνεωτερικής, πολυεθνικής, ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το σύγχρονο τουρκικό έθνος-κράτος, είναι σχεδόν καθολική.

Έχοντας πάντα στο νου την παραπάνω επισήμανση θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε το ιστορικό βάθος της σύγκρουσης.

Τέσσερεις αιώνες πριν

Αν προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε την απαρχή της συνάντησης των δύο ιστορικών οντοτήτων -που μέσα από μια σύνθετη πορεία μεταμορφώσεων και αλλαγών, κατάληξαν σήμερα να μορφοποιηθούν ως Ρωσική Ομοσπονδία και Τουρκική Δημοκρατία- θα πάμε τέσσερεις αιώνες πίσω. Όταν οι Οθωμανοί, ως «πύρινη ρομφαία του Αλλάχ», θα σκοντάψουν στα τείχη της Βιέννης (1683), όπου και θα εξαντληθεί πλήρως η ορμή του Ισλάμ. Την ίδια εποχή είχε συγκροτηθεί γύρω από τη Μόσχα μια νέα μεγάλη Αυτοκρατορία, η οποία καθ' όλο τον 16ο αιώνα εδραίωνε τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη, πολεμώντας διαρκώς με όλους τους γείτονές της, Πολωνούς και Σουηδούς στα δυτικά, με τα ισλαμικά τουρκικά χανάτα στην Κεντρική Ασία και με τους Τάταρους στο Νότο, όπου βαθμιαία θα συναντηθεί και με τους Οθωμανούς.

Η πρώτη ρωσο-οθωμανική συνάντηση γίνεται το 1669, όταν οι περιοχές της Ουκρανίας που βρίσκονταν αριστερά του Δνείπερου γίνονται υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα γεγονότα αυτά δημιουργούν τις συνθήκες να ξεσπάσει ο πρώτος ρωσο-οθωμανικός πόλεμος, από το 1676 έως το 1681, και ο ποταμός Δνείπερος θα αναγνωριστεί ως σύνορο των δύο αντιμαχομένων δυνάμεων.

Βασικός άξονας της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής υπήρξε η κάθοδος προς τις θερμές θάλασσες του Νότου. Πρώτα στον Εύξεινο Πόντο και στη συνέχεια στη Μεσόγειο.

Την έξοδο της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα εμπόδιζε το ταταρικό Χανάτο της Κριμαίας, το οποίο ήταν υποτελές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον του θα γίνει το 1687 για να ακολουθήσει η δεύτερη το 1696 στις περιοχές γύρω από την Αζοφική Θάλασσα (την Μαιώτιδα Λίμνη των αρχαίων Ελλήνων, όπου βρίσκεται σήμερα η Μαριούπολη περιτριγυρισμένη από ελληνικά χωριά) με αποτέλεσμα την κατάληψη του σημαντικού οθωμανικού φρουρίου του Αζόφ.

Ακολουθεί ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος (1710-1711), όταν ο βασιλιάς της Σουηδίας Κάρολος Η' προτρέπει το σουλτάνο να επιτεθεί στη Ρωσία. Με τη Συνθήκη του Προύθου η Ρωσία υποχρεώνεται να επιστρέψει το φρούριο του Αζόφ. Η πόλη του Τανγκανρόκ (το Ταϊγάνιον των αρχαίων Ελλήνων) καταστρέφεται.

Τον Σεπτέμβριο του 1768 ο σουλτάνος θα κηρύξει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας, ο οποίος θα διαρκέσει έξι χρόνια και θα οδηγήσει στη νίκη της Ρωσίας και στην υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, με την οποία η Ρωσία αναγνωρίζεται ως προστάτης των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ρωσία θα ενσωματώσει οθωμανικά εδάφη του Καυκάσου, καθώς και οθωμανικά φρούρια που υπάρχουν στην Κριμαία. Το Χανάτο της Κριμαίας ανεξαρτητοποιείται από την Υψηλή Πύλη. Λίγο αργότερα, το 1783, το ταταρικό Χανάτο της Κριμαίας θα ενσωματωθεί στη Ρωσία.

Ο επόμενος πόλεμος θα προκληθεί από τους Οθωμανούς το 1787, θα κρατήσει πέντε χρόνια και θα λήξει με την επικράτηση των Ρώσων, οι οποίοι με τη Συνθήκη του Ιασίου θα φτάσουν ως τον ποταμό Δνείστερο.

Στην κάθοδό της προς τον Νότο, η Ρωσική Αυτοκρατορία συγκρούεται και μια άλλη μεγάλη ισλαμική δύναμη, την Περσία, η οποία διεκδικεί εδάφη του Καυκάσου (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν). Αρκετοί θα είναι οι ρωσο-περσικοί πόλεμοι όπως του 1796 και 1804-1813. Με το τέλος του πολέμου αυτού η Ρωσία ενσωματώνει τα εδάφη της Υπερκαυκασίας. Άλλες δύο συρράξεις θα συμβούν μεταξύ Ρωσίας και Περσίας. Το 1826 λόγω της εισβολής της Περσίας σε ρωσικά εδάφη και το 1828, όταν υποχρεώνεται η Περσία να υπογράψει Συνθήκη Ειρήνης, για να αποφύγει την κατάληψη της Τεχεράνης.

Ο ρόλος των δυτικών δυνάμεων

Η πολιτική των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθορίζεται από τους εκάστοτε συσχετισμούς και συμφέροντα. Ήδη από το 1781 είχε συζητηθεί από την Αικατερίνη Β΄ και τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας Ιωσήφ Β΄ ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε ήδη μετατραπεί στον «μεγάλο ασθενή» της Εγγύς Ανατολής και της Μεσογείου.

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806 προκλήθηκε για την διεκδίκηση των περιοχών της Μολδαβίας και της Βεσαραβίας. Το τέλος της ρωσο-γαλλικής αντιπαράθεσης με την παραχώρης των Ιονίων Νήσων στον Ναπολέοντα, οι Ρώσοι αποκτούν ένα Γάλλο σύμμαχο στη σύγκρουση με τους Οθωμανούς. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) η Ρωσία ενσωματώνει τη Βεσσαραβία.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 θα προκαλέσει τον ρωσο-οθωμανικό πόλεμο του 1828-29, ο οποίος θα λάβει τέλος με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης. Η Ρωσία απέκτησε ένα προτεκτορατο στη Μολδοβλαχία, ενσωμάτωσε τις εκβολές του Δούναβη, καθώς και τις ευξεινοποντιακές ακτές του Καυκάσου, τμήματα του οποίου παρέμεναν υπό οθωμανικό έλεγχο. Με τη Συνθήκη αυτή αποδίδεται αυτονομία στην Ελλάδα, όπως και στη Σερβία, παρότι σε μικρότερο βαθμό.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα συνεχίσει να ελέγχει τις επαρχίες της Βλαχίας (σημερινή Ρουμανία) και της Μολδαβίας έως τον Ιούλιο του 1853 που θα δεχτεί την επίθεση της Ρωσίας. Η επιθετικότητα της Ρωσίας θα προκαλέσει την φιλο-οθωμανική παρέμβαση της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος μεταξύ της Ρωσίας από τη μια και της Οθ. Αυτοκρατορίας, Γαλλίας και Βρετανίας από την άλλη θα διαρκέσει έως το 1856 και θα σημάνει το τέλος της επεκτατικης ρωσικής πολιτικής. Ο Εύξεινος Πόντος θα κηρυχθεί αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, οι εκβολές του Δουναβη, όπως και η Βλαχία και η Μολδαβία επιστρέφουν στους Οθωμανούς και η Ρωσία χάνει το καθεστώς προστάτη των χριστιανών.

Το 1864 θα τελειώσει επισήμως ο πόλεμος του Καυκάσου, όταν η οθωμανική παρουσία στο Βόρειο Καύκασο, που εκφραζόταν με την αντίσταση των ντόπιων μουσουλμανικών ορεινών φυλών (Κιρκάσιων, Τσετσένων κ.ά.), θα πάρει τέλος με την υποταγή τους.

Η πανσλαβιστική φάση

Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας είχε πλέον υιοθετήσει ως κυρίαρχο ιδεολόγημα τον πανσλαβισμό, δηλαδή την ένωση όλων των σλαβικών λαών υπό μιας εξουσίας. Σ΄ αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο έγινε η επόμενη ρωσο-οθωμανική σύγκρουση. Αφορμή υπήρξαν οι αντι-οθωμανικές εξεγέρσεις του 1875 στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Τον Απρίλιο του 1877, μετά την εξασφάλιση της αυστριακής ουδετερότητας, η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο, ο οποίος έληξε το Μάρτιο του 1878 με την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.

Η βόρεια Δοβρουτσά και οι περιοχές Καρς, Αρνταχάν και Βατούμι του Καυκάσου ενσωματώνονται στη Ρωσία. Αποκτούν επίσης αυτονομία ή ανεξαρτησία διάφορες οθωμανικές περιοχές όπως: Μαυροβούνιο, Σερβία, Ρουμανία και Βουλγαρία. Η Βουλγαρία, ως ο προνομιακός Μικρός Βαλκάνιος Σλάβος Αδελφός είναι ο μεγάλος ωφελημένος. Δημιουργείται η Μεγάλη Βουλγαρία που περιλαμβάνει τα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας καθώς και εδάφη της Ανατολικής, Κεντρικής και Δυτικής (σημερινής) ελληνικής Μακεδονίας -πλήν Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Πιερίας, Ημαθίας, Γρεβενών και Κοζάνης- εδάφη της σημερινής ΠΓΔΜ και κάποια εδάφη της σημερινής Αλβανίας.

Η Συνθήκη αυτή που εξυπηρετούσε το πανσλαβιστικό φαντασιακό ακυρώθηκε σύντομα με τη Συνθήκη του Βερολίνου, όπου οι Δυτικές Δυνάμεις διαίρεσαν τη Βουλγαρία σε Ανατολική Ρωμυλία και Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος: Ο τελευταίος ρωσοτουρκικός πόλεμος

Με το στρατιωτικό πραξικόπημα των Νεότουρκων του 1908, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη διαφοροποιηθεί σε επίπεδο παραδοσιακής δομής. Οι εθνικιστές στρατιωτικοί, που παραμέρισαν το σουλτάνο, επέλεξαν να συμμαχήσουν με τη Γερμανία και τις υπόλοιπες Κεντρικές Δυνάμεις τόσο για να επανακτήσουν τα όσα απώλεσαν κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και κατά τους ρωσο-οθωμανικούς στον Καύκασο. Επίσης σημαντικό κίνητρο ήταν η υλοποίηση του παντουρκιστικού τους οράματος με τη δημιουργία μιας καθαρά τουρκικής αυτοκρατορίας που θα συμπεριλάμβανε τους τουρκόφωνους πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας.

Στο ρωσο-τουρκικό μέτωπο του Καυκάσου οι τουρκικές δυνάμεις θα υποστούν πανωλεθρία στη Μάχη του Σαρίκαμις. Τα ρωσικά στρατεύματα προωθήθηκαν εντός του οθωμανικού εδάφους καταλαμβάνοντας έως την Άνοιξη του 1916 μεγάλες περιοχές της οθωμανικής Αρμενίας και του Ανατολικού μικρασιατικού Πόντου, όπου δημιουργήθηκε από Έλληνες η Προσωρινή Κυβέρνηση Τραπεζούντας.

Τα ρωσικά στρατεύματα έφτασαν και κατέλαβαν το Ερτζιγκιάν, το Μους και το Μπιτλίς. Οι τελευταίες συγκρούσεις θα σημειωθούν το Νοέμβριο του 1916.

Οι αντιαπολυταρχικές επαναστάσεις που θα ξεσπάσουν στη Ρωσία από το Φεβρουάριο του 1917 δεν θα επιτρέψουν την συνέχιση της προέλασης του ρωσικού στρατού. Να σημειωθεί ότι με βάση τις μυστικές συμφωνίες των συμμάχων, η Ρωσία θα ενσωμάτωνε μετά το τέλος του πολέμου όλες τις παρευξείνιες περιοχές της Βόρειας Τουρκίας και την Κωνσταντινούπολη. Η σοσιαλιστική κυβέρνηση Κερένσκι συνέχισε την πολιτική των προκατόχων της. Η Οκτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε όμως ένα νέο πολιτικό περιβάλλον. Η αριστερή τάση των επαναστατών (σοσιαλεπαναστάτες. Τρότσκι, αναρχικοί) ήταν υπέρ της συνέχισης του πολέμου και τη μετατροπή του σε επαναστατικό. Τελικά επικράτησε η ηττοπαθής άποψη του Λένιν. Με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918) οι μπολσεβίκοι παρέδωσαν στους Γερμανούς την Ουκρανία και την Κριμαία και στους Νεότουρκους το Καρς και το Αρνταχάν του Καυκάσου. Η επιστροφή των καυκασιανών εδαφών στον Μουσταφά Κεμάλ πασά θα επισημοποιηθεί με μια ξεχωριστή ρωσοτουρκική Συνθήκη, που υπεγράφη το 1921, εν μέσω του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922). Η Συνθήκη αυτή επέτρεψε στους Τούρκους εθνικιστές να ισχυροποιηθούν οικονομικά και στρατιωτικά και να συντρίψουν -με τη βοήθεια των Ιταλών, των Γάλλων αλλά και του ελληνικού Διχασμού- τόσο τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία, όσο και τα ένοπλα κινήματα των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων.