Κατάσκοποι της ανθρώπινης φύσης

του Άρη Δαβαράκη

Βλέποντας την ταινία του Στήβεν Σπήλμπεργκ με τους Κατασκόπους και τον Tom Hanks, την νύχτα της Παρασκευής, το μυαλό μου κάθε τόσο έτρεχε στον «ΕΤ». Εκείνος, ο Extra Terrestrial, ήξερε, όπως όλοι μας κατά βάθος, από πού ερχόταν και ποια ήταν η Ιθάκη του. Τον έδειχνε τον πλανήτη του με το δάχτυλο.Tο ποίημα αυτό το διαστημικό του σκηνοθέτη, διαβάστηκε εύκολα από εκατοντάδες εκατομμύρια θεατές σε όλη τη Γή και, υποσυνείδητα, ασυνείδητα, βαθειά μέσα μας, όλοι βρήκαμε την θέση μας σε εκείνη την αλληγορία και ταυτιστήκαμε με τον χαμένο σ’ έναν ξένο πλανήτη ήρωα που δεν μας έμοιαζε στην μορφή – γιατί, νομίζω, καταλάβαμε τον πόνο του και το πόσο μας έμοιαζε σε όλα τα άλλα.

Ο Σπήλμπεργκ τότε είπε όλη την, απλή, αλήθεια του με τρόπο βατό και, στην ουσία, ταπεινό. Μας εξομολογήθηκε την κοσμοθεωρία του χωρίς το βάρος της σοβαροφάνειας, έτσι που «ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά του», για να προχωρήσει μετά όσο πιο έντιμα γίνεται κάνοντας τη δουλειά του όσο πιο καλά μπορεί «σε αυτόν εδώ τον κόσμο», αυτόν που όλες οι γενιές των ενσαρκωμένων, από τις σπηλιές ως τον 21ο αιώνα, «με φωτιά και με μαχαίρι» τον προχωρούν, ένα βήμα μπρός, δύο πίσω, τρία πάλι μπρός – με πολύ μεγάλο αγώνα.

Στην «Γέφυρα των Κατασκόπων» (όπως και στην ταινία του για το Ολοκαύτωμα), διηγείται μια ιστορία «εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα», διαπιστώνοντας (σιωπηλά) για άλλη μια φορά πως εδώ όπου ήρθαμε για τους δικούς του λόγους ο καθένας, η βία και το παράλογο έγκλημα που ξεκινάει βέβαια από την ανθρώπινη φύση, είναι μια πραγματικότητα που «δεν θα αλλάξει ποτέ», ίσως γιατί είναι η ουσία της εδώ άσκησης μας – με αντίποδα την αγάπη και το δίκιο που αγωνίζονται ενάντια στoν αλληλοσπαραγμό, μέσα από ανθρώπους που έχουν αλλού και αλλιώς εκπαιδευτεί ψυχικά, προσηλωμένοι στο Φώς που τους οδηγεί αποφασιστικά.

Στο Βερολίνο, τέλη της δεκαετίας του 1950, αρχή του 1960, ο σκηνοθέτης ρίχνει τη ματιά του σε ανθρώπους αλαφιασμένους που προσπαθούν να σκαρφαλώσουν σ’ ένα τείχος για να περάσουν από την άλλη μεριά – σαν τους σημερινούς πρόσφυγες- και, έντρομος, τους βλέπει δολοφονημένους σε δευτερόλεπτα από άλλους ανθρώπους, που «κάνουν τη δουλειά τους», φρουρούς του παράλογου έμμισθους, εκτελεστές, χωρίς σκέψη, χωρίς δική τους άποψη, χωρίς καμιά επικοινωνία με την ψυχή τους, με το «πριν» και το «μετά» της γήϊνης εμπειρίας. Και, λίγο αργότερα, βλέπει πάλι μέσα από το τρένο, στην δική του επί της γης πατρίδα, νέα παιδιά να πηδάνε άλλου είδους τείχη, αυτά που χωρίζουν τις πίσω αυλές των σπιτιών, για να γελάσουν και να προτάξουν ίσως αυτήν την «παραβατική συμπεριφορά» τους, υπογραμμίζοντας την διαφωνία τους με τα τείχη αυτά στις ίδιες τις αυλές τους, τείχη υψηλά, μεταλλικά, άγρια και επικίνδυνα, που «προστατεύουν» τους ανθρώπους από τους διπλανούς τους, τους γείτονες, τους άλλους ανθρώπους - με τους οποίους ζουν την καθημερινότητά τους σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο – αλλά τους θεωρούν επικίνδυνους.

Η τρέλα του ψυχρού πολέμου που ακολουθεί άλλον έναν παρανοϊκό παγκόσμιο πόλεμο, η CIA, η KGB, η Στάζι, οι αιχμάλωτοι, οι κατάσκοποι, το αίμα, τα βασανιστήρια, οι φυλακές, όλο αυτό το κακό που κανένας ΕΤ δεν μπορεί να καταλάβει, δεν είναι πια κάτι ακατανόητο για τον δημιουργό του ΕΤ. Δεν είναι καν το κυρίως θέμα της ταινίας του κινηματογραφικά – όπως συμβαίνει στον «Γιό του Σαούλ» που είδα την Δευτέρα.  «Όλο αυτό» είναι η σκληρή πραγματικότητα του πλανήτη Γή που καλύπτει όλο το φάσμα από τον νοητό παράδεισο, ως την αντίστοιχη κόλαση. Και είναι μια πραγματικότητα πλήρως αποδεκτή στην «Γέφυρα των Κατασκόπων», μέσα στην οποίαν όμως ο καθένας από εμάς οφείλει να δώσει τις μάχες του, τοποθετημένος ξεκάθαρα με πράξεις και όχι με εύκολα λόγια, θεωρίες και ευχολόγια. Πρέπει να δράσει, να μην κάνει πίσω, να μην συνθηκολογήσει, να επιμείνει στο όραμα του για δικαιοσύνη και αλήθεια, να ρισκάρει τα πάντα, να μην φοβηθεί, να μην ξεχάσει πως είναι περαστικός, παρατηρητής πρώτα απ’ όλα – αυτός που παρατηρεί για να μαζέψει υλικό χρήσιμο για τις, όποιες, μάχες του.

Με λίγα λόγια: Η ζωή είναι πολύ όμορφη, είναι ένα θαύμα, ένα δώρο ανεκτίμητο, αν έχει νόημα και αν την ζεις συνειδητά, αγωνιζόμενος, ακούγοντας τι έχει να σου πει η μέσα σου φωνή που από νωρίς, από παιδί, ξέρει να προσλαμβάνει Φώς και να το μετασχηματίζει σε σκέψεις, ιδέες, πράξεις χρήσιμες και δημιουργικές, στρατευμένες ενάντια στην έμφυτη βία, τον παραλογισμό, τον ανεξέλεγκτο θυμό, τον φανατισμό, την τρέλα που επικρατεί στην μικρή αλλά και στην μεγάλη κλίμακα της ανθρώπινης εμπειρίας.