Ένα Woodstock ακόμη Joe

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Δε θυμάμαι πως τον έλεγαν.
Ας τον πούμε για το χατίρι της ιστορίας  George.
Τον συνάντησα τελείως ξεκούδουνα σε ένα χωριό της  Σύρου κάποιο  καταχείμωνο του ενενήντα κάτι.

Φωτογράφιζε τους πάντες και τα πάντα με ένα ατέλειωτο χαμόγελο.
Θάλεγε κανείς πως χάρη σε αυτό και τη φυλάκιση των στιγμών των άλλων σε απρόμαυρη και έγχρωμη σελλουλόζη,  συμπλήρωνε κάτι λίγα και με αυτά ζούσε.

Αν τώρα αυτά τα λίγα μεταφραζόντουσαν σε δραχμές ή ότι άλλο δεν είμαι σε θέση να το ξέρω.
Ούτε θα το ρισκάριζα κιόλας μεταξύ μας.

Κάτι φακοί και μηχανές κρεμασμένες πάνω του πάντως, τον έκαναν κομμάτι βαρύτερο, αλλά είχε τη χάρη του.

Ανάμεσα στ’ άλλα, έκανε και φιλότιμες προσπάθειες  να παρλάρει τα δύστροπα γι αυτόν ελληνικά. Μπορώ να πω πως κάτι ψιλοκατάφερνε, κάνοντάς τον πιο γλυκό κι απ’ το χαμόγελό του, καθώς στραμπούλαγε τα σπαστά του ελληνικά λες και τα έφερνε με κουτάλι στο στόμα, πιστός κάπως σε ένα αμερικάνικο νότο, που μπορεί και να μην ήταν, αλλά τα αυτιά μου κάπως έτσι τον έπιαναν.

Ο George ζούσε μόνος.

Είχε νοικιάσει ένα μικρό χωριάτικο σπιτάκι στη μέση του πουθενά, με κάτι σκαλιά που ανέβαινες  γλιστερά μετά τη βροχή,  κάτι γλάστρες  που μόνο στα νησιά ασπρίζουν έτσι και  τα κεφτεδάκια πέφτουνε απο τον ουρανό της διπλανής γιαγιάς με ένα χαμόγελο που λέει «θα με φας  με κλειστά μάτια ρε αδιαμαρτύρητα» και σιγά μη δεν τόκανες.

Το σπιτάκι του, που άνετα θάλεγες δωμάτιο, είχε σε περαντζάδα ζιγκ ζαγκ κρεμασμένα νωπά τα φίλμς  σα σερπαντίνες.

Έσκυβες, περπάταγες. Σήκωνες κεφάλι, φάε ένα αρνητικό νάχεις να θυμάσαι.

Δεν ήταν βέβαια απο δω.
Ήταν φυσικά απο τις Αμερικές. Τις πολλές τελοσπάντων Πολιτείες.

Για όλους όμως τους Συριανούς  που τον ήξεραν, ο  George είχε μια άλλη υπόσταση. Ήταν δικός τους. Ήταν Καραγατσικός ρε παιδί μου. Ήταν παιδί της «Χίμαιρας». Και σαν τέτοιο, όπως και κάθε ξεριζωμένο με ιστορία που μισοκοιτάει πίσω από κάνα τοίχο κίτρινο και μιλάει με χείλη μελαγχολίας, τον είχαν χώσει προστατευτικά στην αγκαλιά τους.

Ασχέτως αν ήξεραν πραγματικά την ιστορία του ή είχε πέσει στ΄ αυτιά τους  στο περίπου.

— Γιατί George? τον ρώτησα.

— Όταν μου ήρθε το χαρτί να πάω για Βιετνάμ φίλε, δε μπορούσα να το κάνω. Πρώτον γιατί αγαπούσα. Δεύτερον γιατί ήμουν παιδί του Woodstock  και τρίτον γιατί δε γεννήθηκα για να σκοτώνω. Ιδίως κάποιους που δεν ήξερα, αλλά και ούτε υπήρχε και λόγος που θάπρεπε να τους  μάθω.

Πήρα την αγάπη μου, κάτι λίγα χρήματα που είχα στην άκρη κι έφυγα για τη χώρα του Καναδά.

Μέναμε σε ένα απλό γλυκό σπιτάκι της εξοχής. Τα μαλλιά μου ήταν μακρυά και τα γένεια μου είχαν μεγαλώσει. Μη με βλέπεις τώρα σα πρόσωπο της σειράς, ξυρισμένο και κουρεμένο.

Έχω υπάρξει και άνθρωπος!

— Όλα αυτά καλά ακούγονται, του είπα. Δεν καταλαβαίνω, εκτός αν η συνέχεια προέβλεπε διακοπές διαρκείας σε μέρη κουφά και τρελαμένα, του συνέχισα.

— Μην εμπιστεύεσαι τίποτε και κανέναν φιλαράκι, μου λέει. Μόνοι ερχόμαστε, μόνοι φεύγουμε.

Γυρνώντας ένα μεσημέρι σπίτι, ένα χρόνο μετά, βρήκα την αγάπη μου καβάλα με τον καλύτερό μου φίλο.

Δύο πράγματα αγάπησα σε αυτή τη ζωή. Τη χώρα μου και την αγάπη μου. Με προδώσαν και οι δύο.

Έφυγα την ίδια μέρα.
Μη με ρωτάς πως.
Έφυγα.

Κάποτε έφτασα εδώ. Τους αγάπησα. Με αγαπήσανε. Μου δίνουν δουλειά. Τους  δίνω χαμόγελο.

With a little help from my friends, είπε και τέλειωσε μονοκοπανιά τη μπύρα που είχε μείνει στο μπουκάλι του.

Του Joe Cocker, αν δε σε πειράζει φιλαράκι, είπε γελαστά κοιτώντας το παράθυρο, δίνοντάς μου να καταλάβω πως μάλλον θάπρεπε και εγώ να πάω προς την πόρτα και τα γλιστερά ακόμη απ’ τη βροχή σκαλοπάτια.

Εγώ πάλι, δεν ξανασυνάντησα το George, όπως και δεν είχα ζήσει  από μέσα το Woodstock.
Άλλωστε ήμουν εδώ.
Μπλουτζήν 4, τσόκαρα 4, καμπάνες 4, χαίτη 4 και επιστροφή με τον κηδεμόνα σου ήταν η σχολική ταρίφα των αποβολών σε ότι πλησίαζε σε αυτά.
Μετά, όπως πάντα συμβαίνει, ο καιρός πέρασε.

Την ταινία είδα 6-7 φορές, εκ των οποίων τις 4 ή 5 τελευταίες μόνος μου, χωρίς παρέα, μια και κανείς δεν ενδιαφερόταν πλέον για τις πεδιάδες τις γεμάτες περίεργους, τα κουφά απο το πουθενά μαζέματα, αλλά και τους φευγάτους  που τάδιναν με κάτι σκισμένα στις εξέδρες εν είδει ξεχασμένων ή χαμένων για πάντα γκουρού.

Μετά έμαθα πως έφυγε και ο Cocker.
Δεν ήταν βέβαια ο πρώτος.
Ξέρεις όμως, ξανασκέφτομαι.
Ο δολοφόνος τελικά γυρνάει κάθε τόσο στον τόπο του εγκλήματος.
Για μένα αυτό λέγεται «φοιτητικά».

Όταν έμπαινε ο δίσκος στο πικάπ, πέρναγε εκείνο το ένα εκατομμύριο τρίχες της DECCA, η βελόνα που περίμενε στην άκρη ανυπόμονα ακουμπούσε τελικά στο πλατώ διακριτικά.

Όταν άρχιζε ο  Joe, το υπογειάκι μεγάλωνε, γινόταν διαμέρισμα, πλατεία, ουρανός........

Τα χέρια έφευγαν απο την κατάθλιψη του κάτω και σηκώνονταν στην ανάταση με τη μία.

Μετά, μου είπε ο Χρήστος ο Τσονίδης - που γύρναγε στα μέσα και τα έξω της τότε Σαλονικιώτικης ΥΕΝΕΔ -  ότι τα τσούζει άγρια και δύσκολα θα τη βγάλει.

Τι με νοιάζει ρε αφού με τέτοια φωνή και πάθος ξυπνάς σπάνια από το πουθενά και προωθείσαι μονάχος στη χώρα των δήθεν ζωντανών....

Σήμερα πίνω εγώ για την πάρτη του.

Όχι για ότι θα έπινε, αλλά για όσες πλατείες και διαμερίσματα μάζεψα στη φαντασία μου, χάσκοντας μόνος στο φοιτητικό μου υπογειάκι με ψυχή και χέρια στην ανάταση........

Γειά σου Joe.
Ένα Woodstock ακόμη  Joe.
Λέγεται και «μαθητικά».
Μπήκες πολλές φορές στη σχολική τάξη μαζί μου Joe.
Μαζί με σένα και εκείνα τα ρημάδια βιβλία που γράπωνα με εκείνη τη γαλάζια λαστιχοταινία γιατί βαριόμουν πια τις τσάντες  Joe.
Μη με βλέπεις τώρα σα πρόσωπο της σειράς  Joe, ξυρισμένο και κουρεμένο.
Έχω υπάρξει και γω άνθρωπος  Joe!
Λέγεται όμως και «τώρα»
Δεν τρέχει κάστανο Joe.
Δεν τρέχει κάστανο George,
Ένα πικάπ  γυρίζει επίμονα σε 33 και κάτι.
Σπρώχνω βραχίονα μαλακά, βελόνα  κατεβάζω.
πεδιάδες σε ανάσταση χάραζε σύ για μένα
διαμέρισμα ατάβανο σε βροχερές πλατείες
σαν στρέφω εγώ τα μάτια μου
θάναι για μας τους δύο...

Ένα Woodstock πέρασε Joe,
χρόνος  νεκρός  χωρίς εσένα…

Λεξικό αντιπαράθεσης  του τότε με το σήμερα : Βιετνάμ – Συρία. Καουτσούκ – Πετρέλαια. Πόλεμος – Πόλεμος.   George – Αχμέτ.  Καναδάς –Γερμανία.  Κίτρινοι – Άραβες.  Καμένοι – Πνιγμένοι. Παιδιά – Παιδιά.  Freedom – Eifel.

Διαμέρισμα ατάβανο σε βροχερές πλατείες
όπου στρέφω τα μάτια μου
είναι για όλους κρύο...
Μεγάλη η Χίμαιρα λέω σε σένα George,
πέφτει μικρή κι η Σύρος...