Αυτό που λέει η καρδιά

του Άρη Δαβαράκη

Αυτό που λέει η καρδιά δεν ακούγεται πάντα καθαρά. Πρέπει να καταλαγιάσει λίγο ο γύρω θόρυβος, η μέσα φασαρία, οι αντικρουόμενες δυνάμεις στο μυαλό να συμφωνήσουν σε μια εκεχειρία.

Πέσανε πολλά και το κουβάρι μπλέχτηκε πολύ. Είναι και τα χρόνια που περνούν, η ηλικία, η μνήμη που φυλλορροεί, ο θάνατος που ελευθερώνει ψυχές απο σώματα, η ζωή που δεσμεύει την ψυχή με το σώμα, την ψυχή με την καρδιά που χτυπάει δυνατά, με το αίμα που κυλάει μέσα στις φλέβες μας και μεταφέρει μέσα στο κορμί μας πληροφορίες καταγεγραμμένες παντού στο σύμπαν, ξεχασμένες απο τους σύγχρονους ανθρώπους, εμάς, τους τόσο μπερδεμένους μέσα στις αντιφάσεις και το μεγάλο αδιέξοδο.

Οι δυσκολίες, το στρίμωγμα, η δοκιμασία, η ανατροπή, ο αγώνας της καθημερινότητας, η αντοχή του καθενός μας, όλα προχωρούν σε παράλληλους δρόμους. Όλα είναι δρόμος. Φτάνει να μην παρασυρθεί κανείς πολύ μακρυά και φύγει. Φτάνει να μην χάσει κανείς την επαφή του με τον ίδιο του τον εαυτό και συνηθίσει στον θόρυβο και ξεχάσει πως αυτό που λέει η καρδιά δεν ακούγεται πάντα καθαρά. Και πως είναι προτεραιότητα. Πως αυτό που λέει η καρδιά, ο θρόνος της ψυχής μας στην ενσαρκωμένη μας ζωή, είναι η μοναδική, η απόλυτη προτεραιότητα σ’ αυτό το ταξίδι. Ολα τα άλλα είναι ενήλικες εγωϊσμοί, ανταγωνισμοί και μικροπρέπειες κοινωνικές απο τις οποίες κανείς μας δεν ξεφεύγει αλλα και κανένας δεν προχωράει μέσα απο αυτές βήμα.

Προχωράμε μόνο άμα συντονιζόμαστε με την αιτία  της παρουσίας μας εδω στην γή. Με την αλφαβήτα. Απο την αλφαβήτα ξεκινάει να γράφεται η ιστορία της ανθρωπότητας, η ιστορία της παρουσίας και της δραστηριότητας του ανθρώπου επι της γής. Αυτο που λέει  η καρδιά, ο θρόνος της ψυχής μας στην ενσαρκωμένη μας ζωή, είναι ο ίδιος ψίθυρος που ενέπνευσε τον άνθρωπο να ανάψει φωτιά, ο ίδιος ψίθυρος είναι, αυτός που ανέβασε κρεμαστούς κήπους, που διέσχισε θάλασσες και ωκεανούς, που προσπαθεί να μας οδηγήσει, τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί, όταν φυσάει ούριος άνεμος, εκτός λαθυρίνθου.

Πρέπει να κάνει κανείς λίγη ησυχία κάθε τόσο, ν’ ακούσει αυτόν τον ψίθυρο που είναι η πυξίδα και η ουσία της διαδρομής του.

Αν δεν το κάνει είναι καταδικασμένος να πέσει ξαφνικά και με δύναμη επάνω σ’ έναν τοίχο αδυσώπητο, τον ίδιο του τον θάνατο. Δεν πρέπει, είναι κρίμα, αυτή είναι η μεγάλη αμαρτία, άλλη αμαρτία δεν υπάρχει, μόνο αυτή: Να παραπατάς εξουθενωμένος μέσα στην φασαρία χωρίς να μπορείς πια ούτε να σκεφτείς, μόνο και μόνο γιατί φοβάσαι την ησυχία και τον ψίθυρο της ίδιας σου της ψυχής.