Δώστε συνωμοσιολογία στο λαό!

Του Νίκου Άγουρου*

Είναι κάπως αλλόκοτο γιατί ο κ. Πανούσης αποφάσισε να προβεί σε αυτές τις σοβαρότατες καταγγελίες με τον τρόπο που το έκανε. Γιατί, για παράδειγμα, προτού ενεργοποιήσει τον φαύλο κύκλο της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας», την οποία μάλιστα επικαλείται ως πλαίσιο μέσα στο οποίο στοχοποιήθηκε, δεν πήγε πρώτα στον εισαγγελέα να καταγγείλει την υπόθεση; Η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» έχει άλλωστε υπάρξει, όπως γνωρίζει ο κ. Πανούσης, ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία που αξιοποίησαν τόσο οι ένοπλες οργανώσεις 17 Νοέμβρη, ο ΕΛΑ και η Αντικρατική Πάλη στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όσο και το παρακράτος εν γένει, συσκοτίζοντας τη δημόσια ζωή και δημιουργώντας ένα σπιράλ πολιτικής βίας για κάθε χρήση.

Αρκετοί αναλυτές του φαινομένου της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας έχουν διατυπώσει το συμπέρασμα ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους πέρασαν σχεδόν 30 χρόνια χωρίς να εξαρθρωθούν οι ελληνικές ένοπλες οργανώσεις οφείλεται στο γεγονός ότι είχε δημιουργηθεί μια αδιανόητα μεγάλη αχλή μυστηρίου και μυθολογίας, η οποία γινόταν συστηματικά μέρος του πολιτικού σκηνικού. Εφημερίδες και αξιωματούχοι ανακύκλωναν φήμες για «υπόγειες και σκοτεινές διασυνδέσεις» πολιτικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου με την 17Ν. Πρωτοσέλιδα αναζητούσαν γιάφκες και ασπρομάλληδες καθηγητές Πανεπιστημίου, γραφομηχανές προκηρύξεων και άλλες απίθανες ιστορίες συνωμοσίας με άφθονο Ψυχροπολεμικό αμπαλάζ. Το αποτέλεσμα ήταν οι ιδεοληψίες και οι στοχοθεσίες αθώων πολιτών να συμβάλλουν στην εξοικείωση με ένα κλίμα ηθικά αμφίσημο, αόριστο και διάχυτα δηλητηριασμένο, το οποίο, στη πράξη, δημιουργούσε μια δυσπιστία απέναντι στο κράτος δικαίου και την πολιτεία.

Η «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» έχει άλλωστε υπάρξει, όπως γνωρίζει ο κ. Πανούσης, ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία που αξιοποίησαν τόσο οι ένοπλες οργανώσεις 17 Νοέμβρη, ο ΕΛΑ και η Αντικρατική Πάλη στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όσο και το παρακράτος εν γένει, συσκοτίζοντας τη δημόσια ζωή και δημιουργώντας ένα σπιράλ πολιτικής βίας για κάθε χρήση.

Η αναγωγή της συζήτησης του φαινομένου της πολιτικής βίας σε κατασκοπικό μυθιστόρημα στο οποίο όλα μπερδεύονται γλυκά -από τους προβοκάτορες και τους πράκτορες μέχρι τους ποινικούς- φτιασιδώνει τις ευθύνες των πραγματικών φορέων της πολιτικής βίας. Την εποχή που εξαρθρώθηκε και δικάστηκε η 17Ν χάθηκε μια ευκαιρία να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση ανάμεσά στα κόμματα και τους πολίτες για την προέλευση, τις αιτίες και τους μηχανισμούς της πολιτικής βίας στην ελληνική κοινωνία και την πολιτική κουλτούρα μας. Ενδεχομένως, αντί εκείνη την περίοδο που η Ελλάδα ανακάλυπτε το Βig Brother και έβλεπε την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα του ηδονοβλεψία, ίσως να είχαμε διαβλέψει την άνοδο της Χρυσής Αυγής και να είχαμε ξεμπερδέψει με καταστάσεις που στη συνέχεια διευκόλυναν τη γιγάντωση ή την ανακύκλωση θλιβερών φαινομένων.

Οι καταγγελίες του κ. Πανούση περιλαμβάνουν εν δυνάμει πολιτικές και ποινικές ευθύνες. Ωστόσο, επειδή στην Ελλάδα ο καταγγελτικός λόγος φιγουράρει στην εργαλειοθήκη των κομμάτων ως βασικό συστατικό μιας «συνωμοσιολογικής» αντίληψης της πραγματικότητας (ή αντίστασης στη πραγματικότητα), θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί τόσο με τα κακά νέα όσο και με τους φορείς τους. Άλλωστε η πολική αντιπαράθεση μέσω της «διαβολοποίησης» των κομματικών αντιπάλων έχει καταστεί μια από τις αιτίες που ο συμβιβασμός ως εργαλείο δημοκρατίας θεωρείται αδιανόητος στη δημόσια ζωή.

Αν οι καταγγελίες του πρώην Υπουργού Προστασίας του Πολίτη δεν διερευνηθούν σε βάθος και αποτελέσουν άλλον ένα επεισόδιο στο σίριαλ της συνωμοσιολογίας, η χειρονομία του να μιλήσει στον Τύπο πριν τη δικαιοσύνη θα έχει συμβάλλει στην περαιτέρω εδραίωση της εξοικείωσης με τη λογική «όλοι είναι διεφθαρμένοι, για όλους υπάρχουν σκιές και μάλιστα είναι εφικτό οι σκιές να εμποδίζουν το κράτος να λειτουργεί. Αφού και ένας πρώην υπουργός, νηφάλιος και σοβαρός επιστήμονας, «φοβάται» και καταφεύγει στη δημοσιότητα για να θωρακιστεί, φανταστείτε ο μέσος πολίτης τι πρέπει να κάνει;».

Είναι εξαιρετικά σοβαρή η κατηγορία «πολιτικοί μιλάνε με τρομοκράτες».Αν οι τρομοκράτες δεν είναι ελεύθερης βοσκής, αλλά εκτίουν την ποινή τους στη φυλακή, τότε είναι φυλακισμένοι για τρομοκρατία. Εκτός, αν ο πρώην υπουργός, υπονοεί ότι υπάρχουν «τρομοκράτες» που κυκλοφορούν ελεύθεροι και τότε θα πρέπει προφανώς να καταθέσει τα στοιχεία που γνωρίζει και, αν τεκμηριώνονται, να συλληφθούν.

Επειδή ο εθισμός στη θολούρα υπονομεύει το καλό μνημονικό, αξίζει να θυμίσουμε ότι σήμερα ο πιο επικίνδυνος πολλαπλασιαστής της πολιτικής βίας στην Ελλάδα είναι η Χρυσή Αυγή. Το είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα μπροστά στη Βουλή και στις κάμερες. Η ρητορική του ρατσιστικού μίσους των ακροδεξιών και νεοναζιστικών κομμάτων εδράζεται στη επίκληση της μη επαρκούς εφαρμογής των νόμων και της τάξης, αλλά και μιας ιδεολογίας «επιθετικού εθνικισμού». Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, αντί να τηρήσουν μια υπεύθυνη και ψύχραιμη στάση μετά τον ξυλοδαρμό του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργου Κουμουτσάκου, έσπευσαν να μιλήσουν για «ηθικούς αυτουργούς», ενισχύοντας την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα». Η ακροδεξιά, αντίθετα με την άκρα αριστερά, υποτίθεται ότι ενεργεί για να εφαρμοστεί περισσότερο ο νόμος και η τάξη, επειδή το κράτος δεν προστατεύει τους πολίτες και επομένως κάποιος οφείλει να το υποκαταστήσει.

Είναι καλό ότι οι εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί και οι καταγγελίες του κ. Πανούση πήραν το δρόμο της δικαιοσύνης, ώστε οι πολίτες να διαπιστώσουν ότι και ο νόμος εφαρμόζεται και το κράτος δικαίου λειτουργεί. Χρειάζεται, όμως, όλοι να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί προκειμένου στη προσπάθεια να χυθεί φως στη υπόθεση να μην ανακυκλωθούν φαινόμενα του παρελθόντος, όταν μύθοι, υποψίες και πολλά εκατομμύρια δραχμές σκορπίστηκαν κυνηγώντας φαντάσματα, πλήττοντας υπολήψεις και προσφέροντας ανεύθυνο θέαμα. Την ώρα που οι πραγματικοί ένοχοι παρέμεναν ασφαλείς στο σκοτάδι και η «κοινωνικοποίηση της διαφθοράς» θεωρούνταν αντίσταση στο κράτος.

* Ο Νίκος Άγουρος είναι Διευθυντής Σύνταξης στην The Huffington Post Greece