Οι γυναίκες του Φρανκ Σινάτρα ήταν περισσότερες από τα τραγούδια του

Της Μανίνας Ντάνου

Ol’ blue eyes is back ξανά - όλοι ξέρουµε ποιος είναι ο γαλανοµάτης. Αλλωστε, ο Φρανκ Σινάτρα ήταν σπεσιαλίστας στις επιστροφές. Από το 1954 που ανέστησε την καριέρα του και, αναδείχθηκε στον εµβληµατικότερο Αµερικανό ερµηνευτή, επιστρέφει συνεχώς - ακόµη και µετά το θάνατό του. Φέτος στις 12 ∆εκεµβρίου θα έκλεινε τα 100 του χρόνια και µόλις κυκλοφόρησε µία ακόµη βιογραφία, από τις πολλές που έχουν βγει κατά καιρούς, για να τον φέρει πάλι στην επικαιρότητα και να αποδείξει πως υπήρξε η πιο πληθωρική, αµφιλεγόµενη και γοητευτική προσωπικότητα της αµερικανικής ποπ κουλτούρας.

∆εν ήταν µόνο οι αψεγάδιαστες ερµηνείες και η µοναδική φωνή του - τον αποκαλούσαν, άλλωστε, «The Voice» (η «Φωνή»). Οι εκατοντάδες γυναίκες, οι ιδιορρυθµίες, το πάθος για το ποτό, ο θαυµασµός που έτρεφε γι’ αυτόν ο Τζον Φ. Κένεντι (κυρίως λόγω του αριθµού των γυναικών που είχε κατακτήσει), οι σχέσεις του µε τη Μαφία αλλά και οι έντονες φήµες για τις εκρήξεις οργής, τα νόθα παιδιά, τα πολυτελή δώρα και το εκκεντρικό lifestyle του... όλα αυτά έχτισαν το µύθο του. Μαζί και η ικανότητά του να επιβιώνει και να επιστρέφει δριµύτερος ξανά και ξανά. Το 1954, µετά από µια «κοιλιά» στην καριέρα του, κατάφερε να προταθεί για Οσκαρ (για το «From Here to Eternity»). Το 1970, όταν όλοι τον είχαν ξεγράψει ως ερµηνευτή, επανεφηύρε τον εαυτό του ως λάιβ καλλιτέχνη και κατάφερε να εµφανιστεί σε περισσότερα από 1.000 σόου µεταξύ 1976 και 1990. Στην προσωπική του ζωή, όσο συχνά κι αν χώριζε κι όσες γυναίκες κι αν είχε, οι περισσότερες ερωµένες του παρέµεναν για πάντα στενές του φίλες.

Οι έρωτες

Το «The Chairman» του Τζέιµς Κάπλαν ακολουθεί τον Σινάτρα στα τελευταία 44 χρόνια της ζωής του, υπενθυµίζοντάς µας πως οι σχέσεις του ήταν περισσότερες και από τα τραγούδια του. Εκτός από τους τέσσερις γάµους του µε τη Νάνσι Μπαρµπάτο, την Αβα Γκάρντνερ, τη Μία Φάροου και την Μπάρµπαρα Σινάτρα, είχε εκατοντάδες ερωµένες, διάσηµες και µη. Ανάµεσά τους οι Κιµ Νόβακ, Λορίν Μπακόλ, Γκλόρια Βάντερµπιλτ, Τζούλιετ Πράους, αλλά και η Μέριλιν Μονρόε. Και ήταν και επιλεκτικός... Σύµφωνα µε τον Κάπλαν, ο Σινάτρα σιχαινόταν τα χοντρά πόδια της Νόβακ, αλλά τον κέρδιζε το πρόσωπό της. «Είχε εκατοντάδες ερωµένες, αλλά δεν κατάφερνε να αποκτήσει συναισθηµατικό δέσιµο µε καµία», έλεγε η κόρη του Τίνα. «Σε κάθε κορίτσι της ζωής του αναλογούσε ένα χρονικό διάστηµα. Εκτός από την Αβα (Γκάρντνερ), η σκιά της οποίας κρεµόταν πάνω από τα κεφάλια µας», είχε εξοµολογηθεί η ερωµένη του Τζούντιθ Κάµπελ Εξνερ. Ο Φράνκι έφτασε κοντά στο να παντρευτεί και τη Μέριλιν, παρότι τον εξόργιζε το πάθος της µε το αλκοόλ και περιφρονούσε το µυαλό της. Ηθελε, όµως, να τη σώσει, θεωρούσε ότι όλοι θα την άφηναν ήσυχη όταν θα ήταν πια κυρία Σινάτρα. Οταν εκείνη πέθανε, εκείνος έγινε ράκος, όµως ο πρώην άντρας της Τζο ντι Μάτζιο δεν του επέτρεψε να πάει στην κηδεία.

Ενας ακόµη θάνατος που του στοίχισε ήταν αυτός της Μπίλι Χόλιντεϊ, την οποία θαύµαζε. Οταν πήγε στο νοσοκοµείο να τη δει, του ζήτησε να της φέρει µια τελευταία δόση ηρωίνης. Παρότι εκείνος σιχαινόταν τα ναρκωτικά, αγόρασε µια δόση για αυτήν. Λόγω των αστυνοµικών που βρίσκονταν στο δωµάτιό της, δεν κατάφερε να την παραδώσει και όταν εκείνη τελικά «έφυγε», έµεινε κλεισµένος στο σπίτι επί τέσσερις ηµέρες πίνοντας για να ξεπεράσει τις τύψεις του.

Τίνος είναι το παιδί;

Ενα φλέγον ζήτηµα που διευκρινίζει το βιβλίο είναι η φήµη που η Μία Φάροου άφησε να πλανάται, ότι ο γιος της Ρόναν δεν είναι του Γούντι Αλεν, αλλά του Σινάτρα - η οµοιότητα του 30χρονου µε τον Φράνκι έκανε το σενάριο πιο πειστικό. Οµως ο Κάπλαν υποστηρίζει ότι το 1986, που η Φάροου έµεινε έγκυος, ο Σινάτρα ανάρρωνε από επέµβαση στο έντερο και είναι αδύνατο να είναι ο πατέρας.

Η αγαπηµένη του Μαφία

Ο Κάπλαν αναφέρεται και στην αµφιλεγόµενη σχέση του Φράνκι µε τη Μαφία. Η φιλία του µε τους µαφιόζους του Σικάγο Σαµ Τζιανκάνα και Τζο Φισέτι βασιζόταν στον αλληλοθαυµασµό. Τους είχε κάνει είδωλά του, όπως τα µικρά αγόρια βλέπουν µε δέος τους καουµπόηδες. Οπως είχε πει, «θα προτιµούσα να είµαι αφεντικό στη Μαφία, παρά πρόεδρος της Αµερικής». Από την άλλη, οι µαφιόζοι κολακεύονταν από τη σχέση τους µε τον Σινάτρα και, όταν ο Φράνκι τούς έπεισε να στηρίξουν τον Κένεντι στις εκλογές µε αντάλλαγµα ο JFK να χαλαρώσει τη δίωξή τους, το έκαναν. Οταν όµως ο Ρόµπερτ Κένεντι συνέχισε να πιέζει για τη σύλληψή τους, οι σχέσεις τους επιδεινώθηκαν. Λέγεται ότι το πρωτοπαλίκαρο του Τζιανκάνα, Τζόνι Φορµόσα, πρότεινε στο αφεντικό του να «καθαρίσουν» τον Σινάτρα για να δείξουν τη δύναµή τους, όµως εκείνος αρνήθηκε. Ούτε η Μαφία δεν ένιωθε ότι δικαιούται να σκοτώσει τον Φράνκι.

Το κοινό είναι σαν γυναίκα

Οσον αφορά τη µουσική του, ήταν τελειοµανής. «Πρέπει να είµαι καλύτερος από κάθε µουσικό στο στούντιο», έλεγε. Αυτός ήταν ο στόχος του. Η µεγαλύτερη απόλαυσή του ήταν το ταλέντο του. ∆εν ήξερε να διαβάζει µουσική, αλλά είχε αυτί. «Το κοινό είναι σαν µια γυναίκα», έλεγε. «Αν δεν καταφέρεις να είσαι διαφορετικός, είναι το τέλος σου». Ταυτόχρονα, είχε µεγάλη εκτίµηση στους µουσικούς. Απλώς δεν µπορούσε να εκφράσει το θαυµασµό του. Μια φορά, προσπαθώντας να το κάνει, είπε σε ένα µέλος της ορχήστρας «θα µπορούσα να σου δώσω µια µπουνιά» και όλοι κατάλαβαν ότι εννοούσε πως λάτρευε το πώς έπαιζε. «Μπορούσε να τραγουδά σαν ποιητής, αλλά, όταν µιλούσε, µιλούσε... το Τζέρσεϊ», έλεγαν.

Αυτό ήταν, άλλωστε, που «οδηγούσε» τη ζωή του. Η µανία του µε το ποτό και τις γυναίκες, η αφοσίωσή του στη Μαφία, τα πολυτελή δώρα που χάριζε αλλά και οι βίαιες εκρήξεις οργής του. Ολα «θύµιζαν» Νιου Τζέρσεϊ, τον τόπο όπου γεννήθηκε και µεγάλωσε. Λέγεται ότι σε µια τέτοια έκρηξη θυµού κατέστρεψε µε κουζινοµάχαιρο έναν πανάκριβο πίνακα που ανήκε στον φίλο του Τζίµι Φαν Χιούζεν, ένα αυθεντικό έργο του Νόρµαν Ρόκγουελ που ο καλλιτέχνης είχε φτιάξει ειδικά για τον Τζίµι. Την επόµενη ηµέρα, του έστειλε ένα πανάκριβο αντίγραφο για να απολογηθεί. Ο Φαν Χιούζεν δεν παραπονέθηκε ποτέ. ∆εν ήταν εύκολο να κακιώσεις µε τον Φράνκι. Ηταν κι εκείνα τα αξεπέραστα γαλανά µάτια...