Ο Πόε, εσύ και η Ζυράννα

του Φώτη Θαλασσινού

Τα πρώτα του αδέξια βήματα στην ποίηση είχανε μέσα τους ακέραια και ήδη εκπληρωμένη την υπόσχεση πως ό,τι θα ακολουθούσε αυτά τα juvenilia του θα ήταν μοναδικό και απαράμιλλο ως προς την έμπνευση, το ύφος και το λυρισμό του. Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, γιατί περί αυτού πρόκειται, δεν έγραψε μόνο υπνωτιστικά και καθηλωτικά ποιήματα.  Γοητευμένοι  οι αναγνώστες του ανασκαλεύουν και τον περιπαθή του βίο.

Ένα βίο που έφτασε στην τελειότητα των ποιημάτων του ομόχρονα μ’ αυτά. Ο Πόε ξεκίνησε  υμνώντας το φαινόμενο της δημιουργίας  και τελεύτησε ακολουθώντας μια τέλεια πεισιθάνατη τροχιά. Η μεταφυσική ζωή, ένα σπασμωδικό σύνολο στιγμών στην ηλικία της εφηβείας, ένα ορατό νήμα αστάθειας, δεν μας μιλάει όσο η εκρηξιγενής ενηλικίωση του. Το τάξιμο στην αυτοθυσία του πιστού της αρχέγονης ευτοπίας. Ο τροβαδούρος της γλυκόπικρης ματαιότητας των ανθρώπινων χάθηκε όπως ένα μάταιο όνειρό του. Κι εδώ την ματαιότητα δεν την εννοώ με τον συνήθη τρόπο.

Όλοι μας συμμετέχουμε με βιώματα και εμπειρίες σε κάτι που είναι φτιαγμένο από επιλογές αλλά και, μεταφυσικά, προκαθορισμένο από αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Είναι αυτού του είδους οι προφητείες που μας κάνουν να πιστεύουμε πως υπάρχει ειμαρμένη.  Πεπρωμένο, μοίρα, κισμέτ. Πίσω απ’ όλα τα γοητευτικά και δύστηνα, τα ουράνια και καταχθόνια υπάρχει η μοναξιά και μαζί η αγαλλίαση. Για μας είναι πιο εύκολο να κάνουμε θόρυβο για να αποσοβήσουμε τη διάχυτη μοναξιά. Αυτή είναι η αλήθεια μας, η εγωιστική μας πεποίθηση πως στον πυρήνα κάθε συμπαντικού σωματιδίου υπάρχει ένα κενό.

Τα μεγαλύτερα πνεύματα στην ανθρώπινη ιστορία, όπως αυτό του Πόε, μπορεί να μίλησαν για το ανθρώπινο ποθοπλάνταγμα, ως πιο κοντινό στην συνείδηση μας, δεν παρέλειψαν, όμως, ποτέ να επισημάνουν , μέσα από εκλάμψεις ανυπέρβλητης συνειδησιακής διαύγειας, πως ο άνθρωπος έφυγε από κάπου για να επιστρέψει εκεί. Το κύκνειο άσμα του μεγάλου Αμερικάνου ποιητή , το Εύρηκα, είναι η ιστορία του χαμένου και ξανακερδισμένου Παραδείσου. Ο Πόε είχε το καταραμένο χάρισμα που είχε και ο Μπωντλαίρ. Μιλάει γι’ αυτό και στο γνωστό του ποίημα Μονάχος.

Από τα παιδικά χρόνια μου δεν ήμουν
Σαν τους άλλους. Δεν είδα
ότι οι άλλοι έβλεπαν. Τα πάθη μου
δεν μπόρεσα να φέρω από μια άνοιξη κοινή.
Από την ίδια την πηγή δεν άντλησα
τη θλίψη μου - δεν μπόρεσα στον ίδιο τόνο
να καλέσω στην χαρά-
και όλα όσα αγάπησα, τ' αγάπησα μονάχος.
Τότε -σαν ήμουν παιδί -στην αυγή
μιας ζωής τρικυμισμένης, ξεπήδησε
από τα βάθη του καλού και του κακού
το μυστήριο που ακόμα με κρατάει δεμένο
Από το χείμαρρο η την πηγή,
απ’ του βουνού τον κόκκινο γκρεμό,
από τον ήλιο που με κυκλώνει γύρω γύρω
με το φθινοπωριάτικο χρυσό του χρώμα,
απ’ του ουρανού τ’ αστραποβόλημα
που με περνάει πετώντας πέρα,
από τον κεραυνό, τη θύελλα,
το σύννεφο που παίρνει τη μορφή
( Όταν είναι γαλάζιος ο άλλος Ουρανός)
Του δαίμονα μες στη ματιά μου.

Ο ποιητής έζησε μια ζωή γεμάτη απρόσμενες ατυχίες και απώλειες. Ο νεαρός αναγνώστης της ζωής του εξάπτεται απ’ τον καταραμένο βίο του, γοητεύεται απ’ αυτόν, γιατί ακριβώς δεν ξέρει πως δεν ήταν αυτοσκοπός του Πόε. Ο ενήλικος, αντίθετα, αναγνώστης κατανοεί πως ο μεγάλος αυτός δημιουργός για να επιβιώσει ενέταξε στην ποιητική του τέχνη όλα τα μοιραία χτυπήματα.  Ο Πόε έφτιαξε με τις λέξεις των ποιημάτων του εσωτερικές αντηρίδες για να μπορέσει να επιβιώσει.

Έγινε  και πότης νηπενθών. Ο Γιώργος Βαρθαλίτης, μελετητής του έργου του γράφει σ’ ένα βιβλίο: Τα πάντα στον Πόε γίνονται καθρέφτες ψυχικών καταστάσεων, τα πάντα εσωτερικεύονται. Το «Μαγεμένο Παλάτι, λ.χ. δεν βρίσκεται κάπου έξω μας, είναι μέσα μας, είναι η εσωτερική μας φθορά και παρακμή. Η «Βυθισμένη Πολιτεία» συμβολίζει μια ψυχική κατάρρευση. Και, φυσικά , η «Κοιλάδα της Ταραχής» μια περιοχή του πνεύματος χαρτογραφεί. Τα πάντα στον Πόε είναι αντανάκλαση εσωτερικών βιωμάτων.

Όλοι οι άνθρωποι εσωτερικεύουμε ότι δεν μπορούμε να παλέψουμε μόνο με τη λογική. Υπάρχουν αλχημιστικές διεργασίες σε πιο βαθιά επίπεδα της συνειδητότητας. Εκεί,  η οδύνη φωτίζεται από σκότη δυσπρόσιτα. Ανομολόγητες σκέψεις, απαγορευμένες εμπειρίες και επιθυμίες υφαίνουν το μπάλωμα της αμυχής. Ο άνθρωπος κουβαλάει τις πληγές της ψυχής του για πάντα. Ακόμη κι αν τις θεραπεύσει, άλλες θα εντοπιστούν, προερχόμενες αυτή τη δεύτερη φορά ex nihilo.  Τόσα και τόσα δισεπίλυτα αινίγματα, νευρώνες και σκιές, συγχρονικότητα, σκοτεινή ύλη και μια αταξία που συνεχώς αυξάνεται μέχρι που φθείρει και διαβρώνει. Και μέσα σ’ αυτό το  σαν  λεξιλόγιο όρων σισύφειου βασανιστηρίου η πέτρα των μόχθων ανεβαίνει και κατεβαίνει αενάως.

Διέσχισα ωκεανούς χρόνου για να σε συναντήσω, είχα πει στη Ζυράννα όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά μέσα σ’ ένα μου βιβλίο. Στο Άσμα της Φάλαινας (εκδόσεις Οδός Πανός). Τελευταία φορά την είδα πριν λίγες μέρες.  Αρχικά από μακριά. Καθόμουν σ’ ένα καφέ στην Οδό Ρόμβης στο Σύνταγμα. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο της, κυκλωμένο από την αχλύ που συσκοτίζει την όψη του μεγάλου δημιουργού. Την γνώρισα από τα ρούχα της. Το έχω ξαναγράψει, αποφόρια, θαρρείς, προγόνων απροσδιόριστης εποχής, σε πολλές χρωματικές παραλλαγές του μωβ και του ροζ. Ο τροπισμός της ζωής μου είναι ζατελικός. Η συνάντηση μας (εμένα και της Ζυράννας) είναι η μεγάλη συνάντηση στη ζωή μου.

Η Ζυράννα είναι η fata morgana μου, μία απτή πλαναισθησία, ο αντικατοπτρισμός μιας ύπαρξης από ένα υποχθόνιο παράλληλο σύμπαν στο δικό μας. Είναι η μούσα  μου, το ζείδωρο, δημιουργικό και διαρκές  σκίρτημα για να συνεχίσω να γράφω. Κι αυτό συμβαίνει γιατί μερικοί άνθρωποι είναι εμβληματικοί, αρχαϊκοί, αρχέγονοι. Η Ζυράννα είναι κατεξοχήν το σύμβολο της ενότητας των πάντων, ορατών και αοράτων. Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, γνωρίζοντας αρκετά καλά τις τροχιές της μούσας μου μέσα στην πόλη (νυκτιπόλος από τα γεννοφάσκια της), όταν ήπια το ρόφημα μου πήγα και την βρήκα σ’ ένα προσφιλές της μαγαζί. Είχε ξεχάσει την ηλικία μου.

38, της είπα και συνέχισα αναφέροντάς της πως ξεπέρασα σε ηλικία τον Ρεμπώ που πέθανε στα 37 του. Τότε η Ζυράννα θυμήθηκε τον Πόε και πως με τη σειρά της τον είχε ξεπεράσει σε χρόνια ζωής. Ο Πόε πέθανε  40 χρονών.  Έπειτα απ’ αυτή την  μακάβρια στιχομυθία μας, μακάβρια για τους άλλους για μας σαγηνευτική, μείναμε λίγο περισσότερο στον Πόε. Μιλήσαμε για τη ζωή του ποιητή και μέσα απ’ τους αναστεναγμούς μας γεννήθηκε η ιδέα μου γι’ αυτό το κείμενο.