Η νομοτέλεια της παρακμής

Του Χρήστου Γιανναρά

Η​​ εκλογή αρχηγού στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κρίνει, χωρίς υπερβολή, το μέλλον όλων των Ελλήνων. Αυτό το κόμμα, η «Νέα Δημοκρατία», έχει περιέλθει, εδώ και χρόνια, σε πλήρη πολιτική ανυπαρξία. Δεν έχει πρόταση δική του για την ελληνική κοινωνία, δεν έχει πολιτική ραχοκοκαλιά. Οσες φορές κυβέρνησε, η πολιτική του ήταν αποκλειστικά διαχειριστική και η διαχείριση απέβλεπε μόνο στην επανεκλογή του. Οχι στην κοινωνία και στα προβλήματά της.

Στα λόγια καυχάται η Ν.Δ. ότι εκφράζει ή και συσπειρώνει τη «συντηρητική» μερίδα της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά δείχνει να καταλαβαίνει τη «συντήρηση» μόνο σαν αφορμή μειονεξίας, ακριβώς όπως τη διαστρέφουν οι κομματικοί της αντίπαλοι: σαν το αντίθετο της «προόδου» – όχι ως υποδομή της προόδου, εφαλτήριο για την πρόοδο. Σαράντα χρόνια τώρα η Ν.Δ. χαρίζει τον χαρακτηρισμό του «προοδευτικού» να τον καπηλεύεται και να τον μονοπωλεί ο ακραιφνής σκοταδισμός: οι νοσταλγοί του λενινιστικού-σταλινικού εφιάλτη ή οι «εκσυγχρονιστές» οπαδοί του εθνομηδενισμού, της αρνησιπατρίας, του χρησιμοθηρικού πρωτογονισμού. Σαράντα χρόνια τώρα αυτό το κόμμα πιθηκίζει τους αντιπάλους του, τρέχει πίσω από τα «προοδευτικά» καμώματα του Ανδρέα και του Κουτσόγιωργα, τις σημιτικές στατιστικές πλαστογραφήσεις της «ανάπτυξης», τις μηδενιστικές πιρουέτες του λάιτ «ευρωκομμουνισμού». Κατάφωρο το σύνδρομο της επαρχιωτικής μειονεξίας.

Λειτούργησε ώς τώρα το κόμμα της Ν.Δ. σαν θεσμικός μοχλός για τη φίμωση ή και εξουδετέρωση κάθε κοινωνικής αντίστασης στην πασοκική (και λοιπών «προοδευτικών» δυνάμεων) λοιμική: Αντίστασης στην κατάργηση της αξιοκρατίας στον δημόσιο βίο και στον κρατικό μηχανισμό αντίστασης, στον αφελληνισμό της γλώσσας, στην εξάλειψη της ιστορικής συνείδησης, στον αμοραλισμό του επίσημα δικαιωμένου χρηματισμού της δημοσιοϋπαλληλίας, στον διαστροφικό, εκβιαστικό χαρακτήρα του συνδικαλισμού, στην κόλαση της ασυδοσίας των «καταλήψεων», των βανδαλισμών, του «όπλου μαζικής πάλης» που έγιναν σε καθημερινή βάση οι «πορείες».

Σε αυτή την «ανεπαισθήτως» συντελεσμένη κοινωνική καταστροφή το κόμμα της Ν.Δ. συνέργησε με τη σιωπή του, την αδιαμαρτύρητη ανοχή του, την πρόστυχη φοβία του να μη χάσει ψήφους αντιμαχόμενο τον λαϊκισμό ως «πολιτική ορθότητα». Ετσι, το αίτημα της συλλογικής (και προσωπικής) αξιοπρέπειας, των προτεραιοτήτων της ποιότητας, της αδιαπραγμάτευτης αξιοκρατίας έμεινε στην Ελλάδα, σαράντα ολόκληρα χρόνια, χωρίς πολιτική εκπροσώπηση, χωρίς φορέα θεσμικό στο κοινοβουλευτικό πεδίο. Το ίδιο και ο ρεαλιστικός προβληματισμός: αν αξίζει τον κόπο και γιατί και πώς να συνεχίσει να υπάρχει Ελληνισμός ως ενεργός ιστορική παρουσία – γλώσσα, συνείδηση πολιτισμικής διαφοράς, πρόταση - παρέμβαση - συμβολή στο επίκαιρο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι.

Μέσα σε αυτή τη γενική εικόνα σαράντα χρόνων εγκληματικής αφασίας του κόμματος της Ν.Δ., συνδυασμένης σήμερα με τα εφιαλτικά δεδομένα ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας, ακούει κανείς τα ονόματα των ανθρώπων που τολμούν να υποβάλουν, με δική τους πρωτοβουλία, υποψηφιότητα για την αρχηγία, και δεν ξέρει τι να υποθέσει: Ποια αίσθηση της πραγματικότητας έχουν αυτοί οι άνθρωποι; Ποια συνείδηση των προβλημάτων; Ποιαν αυτογνωσία, ποια μέτρα εκτίμησης της νοημοσύνης τους, των ταλέντων τους, ποιαν αξιολόγηση του αναστήματός τους;

Η απώλεια επαφής με την πραγματικότητα είναι ψυχική διαταραχή βαρύτατη. Θα εμπιστευθούμε την ανάκαμψη μιας κατεστραμμένης χώρας, μιας παραπαίουσας κοινωνίας, σε ανθρώπους εθισμένους αποκλειστικά στη διαχειριστική, μικροκομματική εκδοχή της πολιτικής, στο ευτελέστατο παιχνίδι του εντυπωσιασμού; Ανθρώπους που η κονσερβαρισμένη εκφραστική τους βεβαιώνει νηπιώδεις προβληματισμούς, άρνηση πολιτικής ενηλικίωσης, αναπηρική ανικανότητα να ιαθούν από τον ιδρυματισμό: τις συνέπειες διαβίωσής τους, επί χρόνια, εκτός κοινωνίας, στις κρύφιες συνωμοτικές δικτυώσεις της κομματικής θηριώδους αλληλοφαγίας;

Είναι θανατηφόρο το ρίσκο. Ας μετρήσουν οι Νεοδημοκράτες το ανάστημα κάθε αυτονακηρυγμένου ως υποψήφιου αρχηγού τους, ας το μετρήσουν με τον πήχυ των πραγματικών διαστάσεων που έχει η καταστροφή της χώρας: Χαμένη η εθνική ανεξαρτησία και η πολιτική αυτονομία, το κράτος επιτροπεύεται ταπεινωτικά από τους δανειστές του. Η ανεργία βυθίζει την κοινωνία σε απόγνωση, γεννάει καθολικευμένο πανικό. Η αποβιομηχάνιση κάνει μακρινό όνειρο την ανάκαμψη. Ο ξενιτεμός του επιστημονικού δυναμικού μοιάζει επιθανάτια αιμορραγία. Η πλημμυρίδα εισβολής των μεταναστών, απειλή. Η καθημερινότητα των στερήσεων, της ανασφάλειας, του φόβου, του απελπισμού, έχει τη δυναμική χιονοστιβάδας.

Τα αντανακλαστικά αυτοάμυνας του πολιτικά ανύπαρκτου κόμματος της Ν.Δ. έχουν άραγε νεκρωθεί ολοκληρωτικά; Αντί να πιάνονται από τη φαλακρή τους κόμη για να σωθούν από τον πνιγμό, δεν θα μπορούσαν, για τη σωτηρία τους και μόνο, να προσφέρουν την ηγεσία του κόμματος σε μια προσωπικότητα καθολικής αναγνώρισης, βεβαιωμένου κύρους, ηγετική προσωπικότητα ικανή να μεταγγίσει όραμα, στόχους, να αφυπνίσει δυναμική και πείσμα στο κόμμα, στη «συντηρητική» παράταξη που παραπαίει; Ο Στέλιος Ράμφος, ο Βασίλης Μαρκεζίνης, ο Χριστόφορος Πισσαρίδης θα μπορούσαν ο καθένας τους να είναι καταλύτης ανάστασης για τον πολιτικό αυτόν χώρο, έκπληξη για τον ευρωπαϊκό και διεθνή πολιτικό στίβο. Συγκρίνονται με τους νηπιώδεις και σπιθαμιαίους που διεκδικούν σήμερα την αρχηγία;

Η ευθύνη του δημόσιου λόγου σε κρίσιμες, κρισιμότατες ώρες υποχρεώνει να αναλαμβάνεται η διακινδύνευση τέτοιων εκκλήσεων με συνειδητή τη βεβαιότητα ότι θα πέσουν στο κενό. Πάγκοινη η πρόβλεψη «πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος κ’ οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε». Ο Μεϊμαράκης, ο Αδωνις, ο Τζιτζικώστας, ο Κυριάκος είναι η νομοτέλεια της παρακμής. Δεν γράφεται όμως με αυτούς η Ιστορία, δεν προχωράνε οι άνθρωποι με αυτωνών τα βήματα στην ελευθερία από το ένστικτο, από τη ζούγκλα. Τον δρόμο μάς δείχνουν πάντοτε οι «ποτέ από το χρέος μη κινούντες... πάντοτε την αλήθειαν ομιλούντες, πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους».

Ναι, η σημερινή Ελλάδα δεν εκφράζεται με τον Καβάφη. Εκφράζεται με τον Λάνθιμο. Μεταπρατικά. Συντηρείται με δάνεια. Οχι ως πραγματικότητα. Φιλοδοξεί να παράγει μόνο εντυπώσεις, πομφόλυγες.