Στην Ελλάδα τον Ναήμ από το Πακιστάν τον φωνάζουνε Μένιo

της Κάτιας Ηγουμενάκη

Πηγαίνω κάθε βδομάδα σχεδόν στη λαϊκή αγορά. Συνήθως  πάω προς το μεσημέρι και με πιάνει απίστευτη λαιμαργία μπροστά στα χρώματα, τα αρώματα και τις γεύσεις. Θα’ θελα να μπορούσα να τα μυρίσω, να τα δοκιμάσω και να τα ζουπήξω όλα σα χαριτωμένα ροδομάγουλα μωρά. Θα πέρναγα από τα καρότα και τα μήλα και θα τα δάγκωνα για ν’ ακούσω το χαρακτηριστικό «κράτς», θα κυλιόμουν πάνω στους μαϊντανούς και τα χόρτα για να μου γαργαλήσουν το δέρμα, θα ζούλαγα τις ντομάτες και τα ροδάκινα μέχρι η σάρκα τους να πασαλείψει τα χέρια μου και μετά θα απολάμβανα τους χυμούς  γλείφοντας τα δάχτυλά μου.

Ξαναπήγα λοιπόν να ψωνίσω από το φίλο μου το «Πακιστανάκι». Αυτή τη φορά θυμήθηκα να ρωτήσω πως τον λένε. Μου είπε «Μένιο». Απόρησα. Γέλασε, γύρισε και μου έδειξε με το βλέμμα πίσω του το «αφεντικό». Εκείνος τον είχε «βαφτίσει» Μένιο. Τον ρώτησα ποιο είναι το κανονικό του όνομα .Είπε «Ναήμ». Του δήλωσα ότι εγώ λοιπόν θα τον φωνάζω με το όνομά του και όχι Μένιο!

Ο Ναήμ ήρθε στην Ελλάδα από το Πακιστάν «όταν τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, με χαρτιά». Στην πατρίδα του έχει γονείς, αδέρφια, τη γυναίκα του και τρία παιδιά. Το δεξί του χέρι στολίζει μία καρδούλα τατουάζ. Τον ρώτησα αν συμβολίζει τη γυναίκα του. Ειλικρινέστατα μου είπε ότι το’ χε κάνει παλιά για  ένα μεγάλο έρωτα και γελάσαμε. Θα πάει να  δεί τους δικούς του στο Πακιστάν σ’ ένα μήνα και ήταν χαρούμενος. Μια κυρία δίπλα μου του’ δωσε να ζυγίσει τα πράγματά της. Ο Ναήμ έκανε το λάθος να της τα κοστολογήσει με την αρχική τιμή και όχι με την μεσημεριανή τη φθηνότερη, αλλά όταν του το είπε της ζήτησε συγγνώμη εξηγώντας οτι μπερδεύτηκε. Εκείνη άρχισε να τον ειρωνεύεται πως δεν ήταν λάθος αλλά ότι το έκανε επίτηδες. Της είπα «ο κύριος σας εξήγησε έγινε κατά λάθος, ας μην είμαστε κακοπροαίρετοι». Αυτή άρχισε σε χρόνο dt να σκούζει για τους μετανάστες κι εγώ πρότεινα να χαλαρώσει γιατι και τα παιδιά της σύντομα μπορεί να πάνε μετανάστες όπως πάει το πράγμα και πως οι μετανάστες είναι συνάνθρωποί μας και τελοσπάντων… δε χρειάζεται να λέμε τα αυτονόητα! Μαλώσαμε λίγο κι έφυγα.

Υπάρχει τόσο σκατένιος και ρατσιστής κόσμος τελικά, άνθρωποι της διπλανής πόρτας που δεν τους πιάνει το μάτι σου και όπως φαίνεται το’ χει η μοίρα μου να τους συναντώ στον πάγκο του Ναήμ και να θέλω να τους πάρω με τις ντομάτες. Είναι αυτοί που δεν τους καίγεται καρφί αν πνίγονται μωρά, αν ο κόσμος πεινάει, είναι αυτοί που θέλουν το φράχτη στον Έβρο και που εκμεταλλεύονται με κάθε τρόπο τη δυστυχία του άλλου. Όσο μπορώ θα τους κράζω και δε θα το βουλώνω. Για τον κάθε Ναήμ.

Κάπως έτσι σε ένα παρόμοιο σκηνικό γίναμε με το Ναήμ το καλοκαίρι «φίλοι». Εγώ πάντως θα επιμένω να ψωνίζω από τον πάγκο του, και χαίρομαι πολύ που τα λέμε και που έμαθα το όνομά του- κι ας με νευρίασε στο τέλος η κάργια η φασίστρια.

Διαβάστε και πώς γίναμε φίλοι με τον Ναήμ.