Ταπεινογραφία: Λύκε-λύκε, είσαι εδώ;

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Ο ΤΑΖ προσπαθεί να μάθει γρυλίζοντας, τα μυστικά ενός καλού ανθρώπου, την ώρα που ο αέρας τον προκαλεί με υποσχέσεις φρέσκου αίματος.

Πώς γιατρεύεσαι από την ασχήμια; Πως μαθαίνεις ξανά να ακούς μουσική όπως όταν αρκούσαν δύο περίεργες νότες, σε ευγενικά αγριεμένη ερωτοτροπία, για να μαλακώσουν το ακανόνιστο μέσα σου; Πώς επανεφευρίσκεις τον εαυτό σου, τη γραφή σου, το συναίσθημα και το ταλέντο σου, όταν έχεις εξαναγκαστεί να το διαβάλλεις, υποβάλλοντάς το σε όσες εκπτώσεις σου επιβάλλει ο βιοπορισμός;

Και πες πως βρίσκεις την απάντηση σε όλα τα παραπάνω. Υπάρχει πια χώρος γύρω σου για να την εκθέσεις και να τη μοιραστείς; Να γεννηθούν οι νέες συνομωσίες του φωτός απ' την αρχή; Να αναμετρηθείς με τον εθισμό σου στο σκοτάδι, όχι για να λάμψεις ναρκισσιστικά, αλλά για να αρχίσεις να διακρίνεις έστω και θαμπά, τα σχήματα ξανά. Το δικό σου και των ανθρώπων. Να προσεγγίσεις και να προσεγγιστείς, να μελετήσεις σαν μάντης τις ανάσες και σαν ζωγράφος να τους δώσεις σχήματα σε έναν ουρανό που θα έχει ξανά υποσχέσεις. Θα έχει ξανά υποσχέσεις;

Ανοιγοκλείνω τα ρουθούνια μου με μια σχεδόν πρωτόγονη ορμή, προσπαθώ να μυρίσω την αλλαγή του αέρα μέσα στη διάρκεια της μέρας, να δω τη συμβατότητα της δικής μου μυρωδιάς μαζί του. Προβάλλοντας αντίσταση στις «υποσχέσεις» του φρέσκου αίματος που επιμένει να με αποπλανεί στοχεύοντας στο γρύλισμα της πείνας μου. Να αρχίσω να κρύβομαι ξανά μέσα στον αέρα, αντί να κρύβομαι στο κρεβάτι μου με κλειστά τα παράθυρα. Να τινάξω από πάνω μου τα αποτυπώματα του χρόνου που με κρατάνε εγκλωβισμένο σε προσχέδια ζωής, να κρατήσω μόνο σαν αντίβαρα εκείνα που με βοηθάνε να μην ξεχαστώ και παραξεφύγω. Να κοιτάξω σε αποθήκες και σκονισμένα πατάρια, για αποσκευές που κατά λάθος θεώρησα περιττές, και τις παραπέταξα προκειμένου να πάρω καινούργιες, λουσάτες και φανταχτερές.

Και κάπως έτσι, σκονισμένος, με μια παλιά βερμούδα που μου είχε πάρει η μάνα μου, και γόνατα γδαρμένα σε αλάνες, να παραδοθώ σε όποια ομορφιά αντιστάθηκα. Τουλάχιστον όσες από αυτές δεν κατάφερα με ζήλο εργαστηριακής , κλινικής μελέτης να καταστρέψω αποδομώντας. Να ρισκάρω την εξαργύρωση της κυνικότητάς μου με το στοίχημα του αγγίγματος. Να δαγκώσω από αγάπη. Να ανακαλύψω τη σιωπή στην ταραχώδη βία ενός κυματοθραύστη και να κοιμηθώ πάνω στις πέτρες του. Αφήνοντας το σώμα μου να αφουγκραστεί τους ήχους των ανθρώπων. Και τα χείλη μου να σκάσουν από το αλάτι των φιλιών τους.

Τα μάτια μου να μετατραπούν σε μικρές δεξαμενές από θαύματα και τραύματα, χωρίς να με νοιάζει αν θα ασχημύνουν ή θα ομορφύνουν. Ίσως εκεί να είναι το μυστικό του πως γιατρεύεσαι από την ασχήμια. Όταν σταματάς να σε νοιάζει αν μετά θα φαίνεσαι όμορφος ή άσχημος μέσα στα σημάδια σου. Φιλικός ή απωθητικός. Και η μουσική σου παύει να θέλει να γίνει σουξέ. Είτε λαϊκό είτε ορχήστρας δωματίου. Θέλει να ξαναγίνει ένα βαλς χαρμολύπης, για έναν, δύο, δεκα δύο ανθρώπους αγκαλιά που χορεύουν σε μια προβλήτα. Χαρτονάκι στις ακτίνες της ρόδας ενός ποδηλάτου, ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Μαχαίρι που κόβει φέτες από κρεμμύδια και ντομάτες σε μια κουζίνα με φίλους για να φας μαζί τους. Αμήχανα βογκητά πρωτόγνωρου έρωτα που καλύπτονται από τους ήχους του σκουριασμένου κρεβατιού. Παγάκια που τρίζουν σαν τζιτζίκια μέσα σε ένα ποτήρι ούζου καθώς παραδίδουν την παγωμένη, κρυστάλλινη τους υπόσταση στη θερμότητα του αλκοόλ, και του χαρίζουν ένα γαλακτερό, μητρικό χρώμα μέθης.

Ίσως τίποτα από όλα αυτά να μην γιατρεύουν την ασχήμια σου τελικά. Ίσως τα έγραψα μόνο γιατί είχα ανάγκη να αισθανθώ καλός άνθρωπος. Αν και δεν ξέρω τι σημαίνει καλός άνθρωπος ή γιατί είναι καλό να είσαι καλός. Πιθανότατα και να μην το μάθω ή να γίνω ποτέ. Και μάλλον είναι καλύτερα έτσι. Δεν μπορείς να καταστρέψεις αυτό που αγνοείς και δεν καταφέρνεις. Μπορείς απλά να το αναζητάς, να αναρωτιέσαι με τι μοιάζει και γιατί το χρειάζεσαι, και να ονειρεύεσαι. Ακόμα και όταν η μουσούδα σου στάζει ακόμα αχνιστό αίμα από τα θηράματά σου.