Σαν σήμερα, 34 χρόνια πριν

του Πάνου Ζέρβα

Στις 26 Οκτωβρίου 1979, βραδάκι, έφτασα στη Θεσσαλονίκη. Για να είμαι ειλικρινής δε θυμάμαι αν ήταν βράδυ, αλλά δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, δεδομένου ότι ξεκίνησα το πρωί της ίδιας μέρας από το Μεσοπόταμο για την Καλαμάτα, όπου πήρα κάποιο πρωινό λεωφορείο για την Αθήνα. Τότε το ταξίδι ανάμεσα στις δυο πόλεις διαρκούσε περί τις έξι ώρες, με χάιλαϊτ τη διάβαση του Αχλαδόκαμπου – φανταστείτε τις φουρκέτες που βγάζουν στην Άμφισσα (από το Μπράλλο) επί δεκαεφτά. Στάση γιατί κουράστηκα ήδη, για σουβλάκι στους Μύλους: μια ατραξιόν γεύσης που εξαφανίστηκε οριστικά, όχι γιατί φτιάχτηκαν οι δρόμοι, αλλά γιατί χάλασαν τα χοιρινά. Ίσως επί Σημίτη, ίσως και λίγο πιο πριν.

Από το σταθμό των ΚΤΕΛ σε μια κάθετη της Πατησίων, στο σταθμό Λαρίσης για το τραίνο προς τη συμπρωτεύουσα: ένα σενάριο διαδρομής που επαναλαμβανόταν τακτικά τα επόμενα χρόνια. Αν κρίνω από μια σχετικά πρόσφατη (2009) νυχτερινή διαδρομή με το κλασσικό τραίνο, η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά: κάπου 9 ώρες, έναντι έντεκα – δώδεκα των χρόνων της αθωότητας. Για τους νεότερους σημειώνω ότι τότε δεν υπήρχε ιντερσίτυ, όπως δεν υπήρχε απευθείας σύνδεση της Καλαμάτας με τη Θεσσαλονίκη, με λεωφορείο ή αεροπλάνο.

(Παρένθεση: Έχω σκεφτεί πολλές φορές, ειδικά στο δεύτερο μισό από τα 34 χρόνια που συμπληρώθηκαν από εκείνη τη βροχερή μέρα «δεν έσπαγα το πόδι μου πριν φτάσω»; Από την άλλη, δε θέλω να είμαι αχάριστος: στη Θεσσαλονίκη έζησα μια ονειρεμένη δεκαετία – τα πρώτα δώδεκα χρόνια).

Ουσιαστικά πρώτη μέρα στην πόλη ήταν η δεύτερη: ως το μεσημέρι είχαμε βρει σπίτι με τον συμπατριώτη συγκάτοικο, πίσω από τη φοιτητική λέσχη. Είχαμε σουλατσάρει στην πανεπιστημιούπολη – μας άρεσε και η λιμνούλα στην Κτηνιατρική, αυτή που ο Μαζάουερ την αναφέρει ως «πισίνα». Είχαμε εντοπίσει και τη σχολή μας στη Βασιλέως Ηρακλείου, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της αγοράς Μοδιάνο. Συναντηθήκαμε και με τους άλλους Καλαματιανούς που ανέβηκαν πρωτοετείς – έναν χημικό μηχανικό, έναν φυσικό και έναν της ΑΒΣΘ και κυκλοφορούσαμε μαζί, ως ενισχυμένη επαρχιακή περίπολος.

Το βράδυ της ίδιας πρώτης / δεύτερης μέρας είχαμε και το πρώτο ραντεβού με Θεσσαλονικιές, στην Καμάρα: είχε πάρει τα τηλέφωνά τους ο συγκάτοικος (μέγας κάμαξ) στη σχολική τους εκδρομή στην Καλαμάτα, λίγους μήνες νωρίτερα!

Τοπόσημα, του πρώτου καιρού: η ταβέρνα δίπλα στο Βακούρα. Το ταχυφαγείον- βρωμοφαγείον «Τα ελάφια» στην Εθνικής Αμύνης. Το οινοφροντιστήριον «η γέφυρα» στην Κονίτσης (νυν Λαμπράκη). Το τσοντάδικο «Δίον» (έργα δύο). Οι κινηματογράφοι (όλοι του κέντρου – ακόμα και το μακρινό «Ράδιο Σίτυ», που έπαιξε και τον «Καλιγούλα»). Τα καφενεία, πολλά αλλά κυρίως το «Αιγαίον» και το «Ματζέστικ» στη Λεωφόρο Νίκης. Η αίθουσα στον πρώτο όροφο της Καλαποθάκη, όπου γινόντουσαν οι συνελεύσεις του φοιτητικού συλλόγου. Τα εργαστήρια της Ιατρικής με τον θρυλικό Λύσσανδρο και το αμφιθέατρο του Ανατομείου. Τα σπίτια όπου κάθε τρεις και λίγο γινόντουσαν πάρτυ. Η φοιτητική λέσχη (κάθε Τρίτη βόδι, κάθε Πέμπτη κοτόπουλο) όπου πουλούσαν πειρατικές κασέτες με τα πάντα όλα κάτι ηλικιωμένοι (εικοσιπεντάρηδες) με μαύρα ρούχα, σοβαρόν ύφος και ευμεγέθεις πώγωνες. Οι φοιτητικές εστίες, πάνω από την Αγίου Δημητρίου (έμεναν πολλά κορίτσα εκεί). Το κυλικείο της Φιλοσοφικής. Η Δεσπεραί με το Μινουί. Και όλοι οι δρόμοι της πόλης, από Αριστοτέλους και δώθε. Δε θυμάμαι πότε ανακαλύψαμε τα βομβίδια στη Μοδιάνο, αλλά πρέπει να ήταν στις αρχές αρχές της δεκαετίας του ’80.

(συνεχίζεται, next year)