Cinetroll: «Lοve» - Σκληρό πορνό ή τέχνη;

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Ο αιρετικός Γκασπάρ Νοέ, εκσπερματίζει (κυριολεκτικά όμως) στα μούτρα του ΤΑΖ και των θεατών, αναζητώντας τον χαμένο ρομαντισμό. Γίνεται;

Έχουν περάσει 13 χρόνια από το σοκ του «Μη Αναστρέψιμος» και τον σκληρό, τεστ στα όρια της αντοχής του θεατή, βιασμό της Μόνικα Μπελούτσι. 13 χρόνια μέσα στα οποία το τρομερό (ή τρομακτικό) παιδί του Γαλλικού σινεμά, που λατρεύει να σοκάρει το κοινό και να προκαλεί εγκεφαλική αιμορραγία στους κριτικούς, έκανε μόνο μία ταινία μεγάλου μήκους, το παραισθησιογόνο αριστούργημα που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα, «Enter the Void».

Έγραψα το παραπάνω για τους κριτικούς, επειδή πραγματικά αισθάνομαι πως ο Νοέ όχι μόνο τους έχει γραμμένους, αλλά τους ξεμπροστιάζει με τις ταινίες του, αναδεικνύοντας την ανικανότητά τους να προσεγγίσουν έναν καλλιτέχνη που δεν χωράει στα ταξινομημένα κουτάκια του μυαλού τους. Πρόκληση για την πρόκληση λοιπόν; Πιθανότατα ναι. Όμως ακόμα κι αυτό είναι μια καλλιτεχνική στάση αν το σκεφτείς. Ένα πολιτισμικό μανιφέστο αγνής οργής και κακοποιημένης αθωότητας.

Γιατί μόνο ο Νοέ θα μπορούσε να γυρίσει μια ταινία γεμάτη διεισδύσεις, παρτούζες, πίπες και εκσπερματίσεις σε 3D  στα μούτρα των θεατών, για να αφηγηθεί  μια δραματική  ιστορία έρωτα, αγάπης και απώλειας. Ένα κανονικά σκληρό πορνό όσον αφορά τις σκηνές σεξ, γεμάτο συναισθήματα. Σε 3D σαν παιδικό σινεφίλ b movie παιχνίδι, όπως είναι οι αφίσες των ταινιών στους τοίχους του δωματίου του πρωταγωνιστή. «Συναισθηματικό πορνό» όπως λέει ότι θέλει να γυρίσει ο επίδοξος σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής της ταινίας.

Αν και το 3D είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πως ο Νοέ οραματίστηκε την ταινία του, στην Ελλάδα μην περιμένετε να το δείτε γιατί ο διανομέας  ακολούθησε την κλασική μαναβική αρπαχτή, κυκλοφορώντας το προφανώς για οικονομικούς λόγους σε 2D.  Θα μου πεις, μα που θα έβρισκε αίθουσες να το παίξει 3D; Ε, τότε ας μην το αγόραζε καθ’ όλου. Εκτός κι αν το σκεφτικό του ήταν της βλαχοαρπαχτής, τύπου «σιγά μωρέ, για τα γαμήσια αξίζει η ταινία». Τι Γκασπάρ Νοέ τι Σειρηνάκης.

Επιστροφή στο «συναισθηματικό πορνό» και τον Νοέ. Δεν είμαι σίγουρος, νομίζω ότι ο Γκοντάρ είχε πει ότι το μόνο που χρειάζεται για να κάνεις μια ταινία είναι ένας άντρας, μια γυναίκα κι ένα όπλο που ακόμα και το όπλο μερικές φορές είναι περιττό. Κάπως έτσι και ο Νοέ, γυρίζει μια μεταγκονταρική ιστορία αγάπης και άφθονου, γραφικού σεξ. Ένας άντρας μια γυναίκα. Το πιστόλι εδώ είναι το σεξ και σοκ ουσιαστικά αισθάνεσαι μόνο στην πρώτη σκηνή κι αυτό επειδή είσαι απροετοίμαστος. Εξοικειωμένος από κει και πέρα όλες οι υπόλοιπες σκηνές σεξ όχι μόνο δε σε σοκάρουν, αλλά πραγματικά λειτουργούν συναισθηματικά πάνω σου, με μια μυστικιστική, χορογραφημένη, παραισθησιογόνα μελαγχολία. Ειδικά από τη στιγμή που περίπου όπως και στο «Μη Αναστρέψιμος» ξέρεις την κατάληξη της ιστορίας που ο Νοέ  την αφηγείται χωρίς χρονολογική σειρά.

Ένας Αμερικάνος στο Παρίσι, παντρεμένος με παιδί, ασφυκτιά μέσα στην μικροαστική ρουτίνα της χωρίς διέξοδο ζωής του. Η μητέρα της Ηλέκτρας, του μεγάλου του έρωτα στο παρελθόν, θα του αφήσει ένα τηλεφωνικό μήνυμα, ανησυχώντας για την δίμηνη εξαφάνιση της κόρης της που έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις. Αυτό αρκεί για να τον «ταξιδέψει» στο παρελθόν. Την πρώτη τους γνωριμία, το τρίο με τη σημερινή γυναίκα του, τις παθιασμένες νύχτες γεμάτες σεξ και ναρκωτικά, τα καλλιτεχνικά και χαμένα πλέον όνειρά του, τους πειραματισμούς σε παρτουζοclub ανταλλαγής συντρόφων.

Ο Νοέ, στην πιο προσωπική ταινία της καριέρας του (ο γιός του ήρωα ονομάζεται Γκασπάρ) φιλοσοφεί, ερωτεύεται, περιπλανιέται, ενσωματώνοντας τα ψυχικά του υγρά καύσιμα στα σωματικά, χαρίζοντας στο χυμένο σπέρμα έναν σχεδόν μεταφυσικό ρομαντισμό.  «Απογυμνώνει» τον κινηματογράφο του από οτιδήποτε περιττό (εκτός από μερικές σκηνές  «ζαβολιάς») και προκαλεί ξανά τις αντοχές μας αυτή τη φορά όμως όχι μέσα από τη βία, αλλά μέσα από την ικανότητα του θεατή να αποδράσει από τις «συνταγογραφημένες» έννοιες του  ηθικού και του ανήθικου και να αφεθεί στην παλλόμενη ευαισθησία της σεξουαλικής πράξης, την απόγνωση του τρελού πόθου και τη θλίψη της απώλειας.

Πιο συναισθηματικός από ποτέ, δεν φοβάται το μελόδραμα και στήνει μερικές από τις πιο όμορφες και στιλιζαρισμένες ερωτικές σκηνές που έχουν γυριστεί, κρατώντας στατική την κάμερά του να καταγράφει ερωτικά ταμπλό βιβάν όπως η σκηνή με το τρίο, αφήνοντας το μόνιμο συνεργάτη του, εξαιρετικό διευθυντή φωτογραφίας Μπενουά Ντεμπί, να παίξει με τα χρώματα, αντανακλώντας τη θερμοκρασία των σωμάτων και του ψυχικού τους κόσμου. Ο Νοέ γεμίζει την οθόνη με σεξουαλική αγάπη, και υπαρξιακή μελαγχολία, επιδιώκοντας όχι να βρει τις απαντήσεις, αλλά να δημιουργήσει ερωτήσεις και προνύμφες πεταλούδων που είναι καταδικασμένες σε μια πολύχρωμη, έντονη αλλά σύντομη ζωή.

Φαινομενικά επιφανειακός, συνειδητά αρνείται την υπερανάλυση επιλέγοντας τη σωματική ενέργεια για να επικοινωνήσει το «δράμα»: Tη σκέψη, την πράξη, τις συνέπειες, την αίσθηση, την αγωνία, την επιθυμία, την ευτυχία, την δυστυχία, την παραζάλη και το αδιέξοδο.  Παρασυρμένος όμως από την «εξομολόγηση» του δεν αποφεύγει δυστυχώς την παγίδα της φλυαρίας και της επανάληψης, σε μια ταινία 130 λεπτών γεμάτων από σεξ και θραύσματα μνήμης  που  εκ των πραγμάτων δεν είναι για πολλούς και με αυτή τη διάρκεια θα κουράσει ακόμα περισσότερους, ενώ θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα στη μιάμιση ώρα.

Bαθμολογία: 8 / 10

* Aκολουθήστε τον ΤΑΖ στο www.facebook.com/tazthebuzz