Σκοτ Κούπερ

«Μια ταινία για ανθρώπους που είναι εγκληματίες». Eτσι περιγράφει την «Ανίερη συμμαχία» που προβάλλεται στις αίθουσες ο 45χρονος σκηνοθέτης της Σκοτ Κούπερ έχοντας πλάσει σ' αυτήν μαζί με τον Τζόνι Ντεπ το πορτρέτο του διαβόητου Τζέιμς «Γουάιτι» Μπάλτζερ, διαβόητου γκάνγκστερ της Βοστόνης που έχτισε την εγκληματική του αυτοκρατορία συνεργαζόμενος με το FBI.

Τρεις ταινίες («Crazy heart», «Σκουριασμένη πόλη» και τώρα η «Ανίερη συμμαχία») αποτελούν τη φιλμογραφία του Αμερικανού που όμως εντυπωσίασε από την πρώτη, εξασφαλίζοντας στον πρωταγωνιστή Τζεφ Μπρίτζες ένα Oσκαρ. Το «Εθνος» τον συνάντησε στο Λονδίνο, όπου το γκανγκστερικό του δράμα έκανε πρεμιέρα στο 59ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Σκηνοθετήσατε το πορτρέτο ενός πραγματικού γκάνγκστερ αποφεύγοντας να τον αναγάγετε σε μύθο. Ταυτόχρονα κρατήσατε την απεικόνιση της βίας μέσα σε συντηρητικά πλαίσια.

Η δράση του Γουάιτι άφησε πίσω θύματα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να προσδώσω μυθιστορηματική προέκταση και αίγλη σ’ αυτόν και τη συμμορία του γιατί έκαναν τερατώδεις πράξεις. Στις μέρες μας, καθώς η βία υπερθεματίζεται, το κοινό έχει συνηθίσει και παραμένει απαθές. Αν χρησιμοποιούσα τη βία για εντυπωσιασμό θα πρόδιδα το φιλμ.

Η βία ωστόσο κατακλύζει τις κινηματογραφικές ταινίες.

Υπάρχει περισσότερη βία στον κόσμο. Είναι αδύνατον να ανοίξεις την τηλεόραση ή μια εφημερίδα και να μην έρθεις αντιμέτωπος με αυτή, είτε πρόκειται για μια βομβιστική επίθεση στην Τουρκία, είτε για τον πυροβολισμό ενός Αφροαμερικανού από την αστυνομία. Η τηλεόραση θα σου δείξει περισσότερη βία από ό,τι οι ταινίες.

Συνδέεται η έξαρση της βίας στην αμερικανική κοινωνία με το θέαμα της μικρής και μεγάλης οθόνης στο οποίο όλοι έχουν πρόσβαση;

Η αύξηση των βίαιων περιστατικών σχετίζεται με την έλλειψη ισχυρών νόμων και αντιμετωπίζεται με τη θέσπιση ενός αυστηρότερου νομοθετικού πλαισίου για την οπλοκατοχή. Απαιτείται προσοχή στα ανησυχητικά περιστατικά ψυχικής ανισορροπίας και αναφορά τους στις Αρχές. Πάντα υπάρχει κάποιος που θα μπει με όπλα σε ένα σχολείο και θα σκοτώσει αθώους. Οι άνθρωποι αντικατοπτρίζουν μια χώρα στο σύνολό της και ένα βίαιο έθνος αντικατοπτρίζεται και στο σινεμά. Η Αμερική είναι μία βίαιη χώρα, αλλά το ίδιο θα έλεγα για τη Μέση Ανατολή, την Αφρική. Η βία μας αγγίζει όλους.

Οι ταινίες σας έχουν έντονη κριτική ματιά. Η «Σκουριασμένη πόλη» παρουσιάζει την πικρή πλευρά της επιστροφής των Αμερικανών βετεράνων στην πατρίδα.

Δεν επινοώ εγώ τα γεγονότα. Στη «Σκουριασμένη πόλη» έχουμε μια κοινωνία υπό εξαφάνιση: άντρες που χάνουν τη δουλειά τους, μικρές επιχειρήσεις που αργοπεθαίνουν και στρατιώτες που επιστρέφουν από το Αφγανιστάν και το Ιράκ με ψυχικά τραύματα. Δεν είναι μυστικό ότι δεν φροντίζουμε τους βετεράνους μας όπως θα έπρεπε. Σκηνοθέτης είμαι και καταγράφω τη ζωή με ακρίβεια και συναισθηματική αλήθεια ελπίζοντας ότι οι εικόνες εντυπώνονται στον θεατή.

Ηρωες που εξαπατήθηκαν από το αμερικανικό όνειρο.

Δεν είναι μόνο το αμερικανικό όνειρο απατηλό. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σε έναν πρόσφυγα από τη Συρία γιατί η ζωή υπό το καθεστώς του Aσαντ δεν είναι αυτή που ήλπιζε και μπαίνει σε μια λέμβο για την Ευρώπη, όμως κάποιες χώρες δεν του επιτρέπουν την είσοδο. Η απώλεια της ελπίδας δεν είναι χαρακτηριστικό της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά οποιασδήποτε χώρας, δυστυχώς. Εγώ ζω εκεί και καταγράφω τους Αμερικανούς όπως τους αντιλαμβάνομαι. Θα μπορούσα να είμαι Ιρανός, Γάλλος, Eλληνας σκηνοθέτης και να καταγράφω τα προβλήματα αυτών των χωρών. Ο Κώστας Γαβράς, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικός στην καταγραφή της πραγματικότητας.

Ποιες είναι οι επιρροές σας;

Με έχει επηρεάσει περισσότερο το παγκόσμιο σινεμά παρά το αμερικανικό. Με συγκινεί η μουσική του Σοπέν, η τέχνη του Σεζάν, το φαγητό στην Ελλάδα. Eναν καλλιτέχνη θα πρέπει να τον εμπνέουν πολλά πράγματα στο σύμπαν.

Αισθάνεστε τυχερός για την καριέρα σας ή αγωνιάτε για το μέλλον;

Ακόμα κι αν σταματούσα τώρα, θα έλεγα ότι έχω συνεργαστεί με μερικούς από τους καλύτερους. Δεν θα μπορούσα να αισθάνομαι πιο τυχερός. Με ρωτούν πολλές φορές αν κάνοντας μια ταινία σαν κι αυτή νιώθω την αγωνία να αναμετρηθώ με αυθεντίες του είδους όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ειλικρινά, η καλλιτεχνική δημιουργία δεν αποτελεί υπαρξιακή αγωνία - εσείς που προέρχεστε από μια χώρα σε κρίση είστε σε θέση να καταλάβετε ακριβώς τι εννοώ. Αγωνία είναι να ξεκινάς από τη Συρία, να μπαίνεις σε μια βάρκα για την Ελλάδα και να αναζητάς μια καλύτερη ζωή. Αυτό σημαίνει αγωνία.

ΤΖΟΝΙ ΝΤΕΠ
«Δεν θέλω να πάρω Οσκαρ ποτέ»

«Δεν θέλω να κερδίσω κανένα από αυτά τα πράγματα ποτέ», δήλωσε ο Τζόνι Ντεπ για τα Oσκαρ στην πρεμιέρα της «Ανίερης συμμαχίας» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου. «Μου έδωσαν κάτι, μια υποψηφιότητα, δύο ή τρεις φορές. Μια υποψηφιότητα σημαίνει πολλά», πρόσθεσε σαν να ήθελε να ξεφύγει από τη μέγκενη... άχρηστων βραβείων. Ναι, αυτή η δήλωση προέρχεται από έναν καλλιτέχνη που έχει ερμηνεύσει τρελούς χαρακτήρες στη μεγάλη οθόνη -από πειρατή και ινδιάνο μέχρι βρικόλακα- και δεν δίνει δεκάρα για τις βραβεύσεις.

Φέτος, η ερμηνεία του 52χρονου σταρ στο γκανγκστερικό βιογραφικό δράμα του Σκοτ Κούπερ έχει ξεσηκώσει κύματα οσκαρικής φιλολογίας. Για πολλοστή φορά, ο Ντεπ ενδύεται έναν άλλον χαρακτήρα, σχεδόν κυριολεκτικά, φορώντας ένα αμάλγαμα του προσώπου του γκάνγκστερ Τζέιμς «Γουάιτι» Μπόλτζερ, και με παροιμιώδη σωματική ομοιότητα ενσαρκώνει έναν από τους πιο απεχθείς εγκληματίες όλων των εποχών.

Ο Ντίλιντζερ
Εξοικιωμένος με το είδος, αφού είχε ερμηνεύσει και τον Τζον Ντίλιντζερ στο «Δημόσιος κίνδυνος» (2009) του Μάικλ Μαν, είναι ο απόλυτος ειδήμων των κινηματογραφικών μεταμφιέσεων είτε πρόκειται για τον «Ψαλιδοχέρη», ήρωα-σταθμό στην καριέρα του το 1990, είτε για τον Τζακ Σπάροου των «Πειρατών της Καραϊβικής», που απέφερε το 2004 την πρώτη του υποψηφιότητα για Oσκαρ, ή τον Σουίνι Τοντ στον «Φονικό κουρέα της οδού Φλιτ», που του χάρισε την τρίτη του το 2008 μετά από εκείνη για την ερμηνεία του συγγραφέα Τζ. Μ. Μπάρι στο «Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ».

«Το κυριότερο ήταν να τον καταλάβω σαν άνθρωπο», είπε σε παλαιότερη συνέντευξή του ο Ντεπ για τον «Γουάιτι», που έχει καταδικαστεί για 19 φόνους. «Oλοι, κυρίως οι οικογένειες των θυμάτων, θα πουν ''είναι η προσωποποίηση του κακού''. Δεν πιστεύω ότι αυτό ισχύει», σχολίασε προσηλωμένος σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να υποστηρίζει απόλυτα τους χαρακτήρες που επιλέγει.

Αντα Δαλιάκα
adaliaka@pegasus.gr