Γκέρχαντ Σρέντερ: «Η μεταρρύθμιση αυτή θα γίνει, τέλος»

Του Τάσου Τέλλογλου

«Τρεις όρους έθεσα στον Σρέντερ, απεριόριστη πρόσβαση στο αρχείο του, απεριόριστη πρόσβαση σε πρωταγωνιστές της εποχής του και συναίνεσή του να ανοίξουν οι μυστικοί φάκελοι –και της ΣΤΑΖΙ– που τον αφορούσαν. Συμφώνησε και στα τρία χωρίς “εάν” και “εφόσον”».

Ο καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν, Γκρέγκορ Σέλγκεν, που έγραψε τα παραπάνω, είναι από τους Γερμανούς ιστορικούς που δεν συμβιβάζονται με αγιογραφίες. Γνώστης, όσο ουδείς άλλος, της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μόλις εξέδωσε την 1.038 σελίδων βιογραφία του πρώην καγκελάριου της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, του πολιτικού του οποίου η πολιτική δράση συνδέθηκε με την αλλαγή του γερμανικού κοινωνικού μοντέλου.

«Δεν συζητάμε» είχε προειδοποιήσει ο Σρέντερ (σ.σ. καλό θα είναι να το λάβουν υπόψη τους οι Ελληνες πολιτικοί) «για τη διανομή περισσευμάτων. Νέα αιτήματα δεν είμαστε σε θέση να ικανοποιήσουμε. Ισως θα πρέπει, αν θέλουμε να διατηρήσουμε σταθερή ευημερία, βιώσιμη ανάπτυξη και νέα δικαιοσύνη, να περιορίσουμε κάποιες απαιτήσεις και να διαγράψουμε άλλες, που μπορεί πριν από μισόν αιώνα να φαίνονταν δικαιολογημένες, ωστόσο σήμερα έχουν χάσει τον λόγο ύπαρξής τους». «Με αυτό τον τρόπο», γράφει ο Σέλγκεν, «παίρνει διαζύγιο ο 7ος Γερμανός καγκελάριος και οι πολίτες της ενωμένης Γερμανίας από την ομοσπονδιακή Γερμανία του Κόνραντ Αντενάουερ και του Λούντβιχ Ερχαρντ».

«Το φαΐ των παιδιών μας»

Ο Σέλγκεν καταθέτει έναν νέο τρόπο ανάγνωσης του ανθρώπου που άλλαξε τη Γερμανία στις αρχές του 21ου αιώνα. Για να μπορέσει να «περάσει» τις αλλαγές που ήθελε στο εσωτερικό της χώρας και μάλιστα στη δεύτερη θητεία του –είχε κερδίσει με μόλις 6.000 ψήφους διαφορά από το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα– ο Σρέντερ ήταν αναγκασμένος να κινηθεί γρήγορα. Την ίδια περίοδο, ο πρόεδρος Μπους προετοίμαζε τον πόλεμο στο Ιράκ, τον οποίο ο ίδιος ο Σρέντερ δημόσια είχε αποδοκιμάσει.

Ταυτόχρονα, ο υπουργός Οικονομικών Χανς Αϊχελ έρχεται σε συμφωνία με τη Γαλλία –σε παραβίαση των κανόνων του Μάαστριχτ– για το έλλειμμα, την ώρα που η κυβέρνησή του προωθεί όλες τις σημαντικές αλλαγές που στοιχειοθετούν και σήμερα τη γερμανική οικονομία: χαλάρωση του καθεστώτος των απολύσεων για μικρές επιχειρήσεις, περιορισμό της βοήθειας για τους ανέργους και «συγχώνευσή» της με το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας, δυνατότητα των επιχειρήσεων να «νοικιάζουν» εργαζόμενους, μερική απασχόληση και τα λεγόμενα minijobs, δηλαδή εργασία με αμοιβή μέχρι και 400 ευρώ.

Ηδη, πάντως, κατά την πρώτη του τετραετία ο καγκελάριος είχε κατορθώσει να μεταρρυθμίσει, με τη στήριξη της αντιπολιτευόμενης Αγκελα Μέρκελ, το καθεστώς των συντάξεων. Τα συνδικάτα αλλά και το κόμμα του είχαν αντιδράσει, ωστόσο ο Σρέντερ τους απάντησε με τρόπο που δεν σήκωνε συζήτηση: «Είναι αναγκαίο και θα γίνει. Τέλος».

Τι και αν ο υπουργός Εργασίας του Χέλμουτ Κολ, Νόρμπερτ Μπλιμ, διαβεβαίωνε μετά τη γερμανική επανένωση ότι «οι συντάξεις είναι εγγυημένες»; Ο Σρέντερ τροποποίησε το καθεστώς των συντάξεων που ίσχυε στη Γερμανία από το 1957 και που εξαιτίας της υπογεννητικότητας και της επανένωσης ήταν αδύνατον να διατηρηθεί πια. Η κρατική σύνταξη μειωνόταν από το 70% στο 64% των «καθαρών» μισθών, ενώ η ιδιωτική σύνταξη έπρεπε να συμπληρώνει στο εξής τα εισοδήματα των συνταξιούχων. «Μια επανάσταση...», γράφει ο Σέλγκεν, «για το πώς το γερμανικό κοινωνικό κράτος αντιλαμβανόταν την ύπαρξή του...».

Εκλεγείς με οριακή διαφορά το φθινόπωρο του 2002, ο Σρέντερ είχε την επιλογή είτε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων είτε να επιλέξει τη «φυγή προς τα εμπρός».

«Ο Σρέντερ επιλέγει να εκτεθεί σε τεράστιο ρίσκο. Εδώ αρχίζει αυτό που θα καταγραφεί σαν μια μεγάλη επίδοση στα βιβλία της ιστορίας: Με τη γνώση ότι αυτό το εγχείρημα μπορεί να του κοστίσει την εξουσία, ο πολιτικός αυτός στοχεύει σε μία πλήρη εφαρμογή της ατζέντας, γνωρίζοντας ότι για τη χώρα δεν υπάρχει εναλλακτική...», γράφει ο Σέλγκεν και προσθέτει: «Στην κεντρική συγκέντρωση των γερμανικών συνδικάτων την Πρωτομαγιά του 2003, ο καγκελάριος γίνεται δεκτός από ένα... μαινόμενο πλήθος. Το μήνυμά του όμως ήταν ξεκάθαρο: “Δεν μπορούμε να τρώμε αυτό από το οποίο θα ζήσουν τα παιδιά μας...”. Ο Σρέντερ έχει αποφασίσει ενάντια στα συνδικάτα, το κόμμα του και τα μεγαλύτερα Μέσα Ενημέρωσης (σ.σ. με την Bild να του επιτίθεται καθημερινώς) να περάσει τις μεταρρυθμίσεις με όποιο κόστος – ακόμα και την καγκελαρία...».

Ο πόλεμος

Ετσι ο Σρέντερ αποφασίζει να περάσει τις μεταρρυθμίσεις από τη Βουλή τις ημέρες του πολέμου στο Ιράκ –στον οποίο αντιτίθεται για λόγους εξωτερικής πολιτικής– και στη συνέχεια να πάει σε συνέδριο του κόμματός του. «Αν το έκανε αντίθετα» λέει ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ «τα μέτρα δεν θα περνούσαν...».

Ο Σρέντερ διατύπωσε όσο κανείς άλλος τον όρο «γερμανικά συμφέροντα». Γι’ αυτά έμεινε έξω από τον πόλεμο του Ιράκ (2003), αλλά και γι’ αυτά ζήτησε από τη Βουλή να συμμετάσχει η Γερμανία στους πολέμους σε Κοσσυφοπέδιο και Αφγανιστάν – για πρώτη φορά γερμανική εμπλοκή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Αλληλεγγύη χωρίς ρίσκο είναι αέρας κοπανιστός» είχε πει μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους τον Σεπτέμβριο του 2001.

Ο Σέλγκεν που επιμορφώνει τους νεαρούς ακολούθους του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών και επιμελείται τις εκδόσεις των εγγράφων του, σημειώνει ότι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα της Αγκελα Μέρκελ ψήφισε κατά της συμμετοχής της «Μπούντεσβερ» στην επιχείρηση του Αφγανιστάν, ενώ επικαλείται δύο αδημοσίευτα γερμανικά διπλωματικά έγγραφα της συνάντησης Μπους - Σρέντερ, το 2001, για να διαψεύσει τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ που στα απομνημονεύματά του υποστηρίζει ότι είχε ενημερώσει τον Σρέντερ για την απόφαση της Ουάσιγκτον να χτυπήσει τον Σαντάμ Χουσεΐν ήδη από το 2001.

Το Τουρκικό

Ο Σρέντερ, που συνδέεται με πολύ καλή σχέση με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, υπολόγιζε ότι η διαδικασία πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα διαρκούσε 10 - 15 χρόνια. Ο Σέλγκεν αποκαλύπτει μάλιστα ότι ο Σρέντερ ζήτησε από τον Ερντογάν το 2005 να ανοίξει τα τουρκικά αρχεία για την αρμενική γενοκτονία –για να διευκολυνθεί η ένταξη «σε σχέση με τη Γαλλία»– κάτι που αρνήθηκε να δεχθεί η Αρμενία.

Λίγο αργότερα, το 2008, ο Σρέντερ με παρότρυνση των Τούρκων επισκέπτεται τη βόρεια Κύπρο ως ένα είδος ιστορικής «διόρθωσης» της απόφασης της Ε.Ε. να εντάξει την Κύπρο ως πλήρες μέλος της, χωρίς επίλυση του Κυπριακού. Ο Σρέντερ θεωρεί αδικία ότι τα κατεχόμενα εδάφη του νησιού τιμωρήθηκαν με οικονομικό αποκλεισμό, αν και ψήφισε υπέρ του σχεδίου Ανάν. Ο Σέλγκεν θυμίζει ωστόσο ότι η «βόρεια Κύπρος» συστηματικά παραβιάζει τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων σε περιουσιακά και άλλα ζητήματα, επιτείνοντας την απομόνωσή της από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Και ο ιστορικός υπενθυμίζει σειρά άλλων λανθασμένων επιλογών του Σρέντερ μετά την αποχώρησή του από την πολιτική (Ρωσία, Καζαχστάν).

Οταν ο Σέλγκεν, το βιβλίο του οποίου παρουσίασε η Αγκελα Μέρκελ, αναζήτησε τον Σρέντερ για να γράψει την ιστορία των μεταρρυθμίσεών του και του ζήτησε το γραπτό αρχείο του, εκείνος αρχικά του είπε ότι «δεν έχω τίποτα». Αργότερα ανακάλυψε το αρχείο και την ατζέντα του σε 84 ντοσιέ όχι μακριά από το γραφείο του που «μάλλον ο Σρέντερ αγνοούσε»... (Σέλγκεν). Αυτό έχει σχέση και με το γεγονός ότι ο πρώην Γερμανός καγκελάριος ήταν «τύπος του προφορικού λόγου».

Στο νυχτερινό σχολείο

Γεννημένος στις 7 Απριλίου 1944, στην Κεντρική Γερμανία, ο Σρέντερ χάνει τον πατέρα του έξι μήνες μετά, στο ρουμανικό μέτωπο. Το 2001 πληροφορείται –ως καγκελάριος– τον τόπο που είναι θαμμένος στη Ρουμανία... Μεγαλώνει με τη μητέρα του χωρίς να τελειώσει το σχολείο, καθώς πρέπει να βιοποριστεί για να συμπληρώσει το οικογενειακό εισόδημα. Παίζει ημιεπαγγελματικά ποδόσφαιρο, τελειώνει το νυχτερινό σχολείο και στη συνέχεια γίνεται δεκτός στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν.

Εκλέγεται γραμματέας της νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και στη συνέχεια βουλευτής, το φθινόπωρο του 1980, για την πρώτη εκλογική περιφέρεια του Αννόβερου. Εκλέγεται τρεις φορές πρωθυπουργός της Κάτω Σαξονίας και το 1998 γίνεται ο 7ος καγκελάριος της χώρας και ως σοσιαλδημοκράτης παίρνει σειρά μετά τους Βίλι Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ, που αποτελούν παράδειγματά του, υλοποιώντας τις μεταρρυθμίσεις που επί χρόνια παρέμεναν «στα συρτάρια» της κυβέρνησης Κολ. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε καταστεί η Γερμανία «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης».

Το 2002 επανεκλέγεται χάρη στην αστραπιαία αντίδρασή του, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, στις καταστροφικές πλημμύρες στα κρατίδια της Ανατολικής Γερμανίας.

Μετά μία εκλογική συντριβή στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας οδηγείται σε παραίτηση της κυβέρνησής του. Στις εκλογές της 18ης Σεπτεμβρίου 2005 χάνει την εξουσία οριστικά, αλλά το κόμμα του μένει στην κυβέρνηση με καγκελάριο την Αγκελα Μέρκελ.