Η ανάπτυξη του γκολφ, του χρυσού και της επιστημονικής μετανάστευσης

Του Γιάννη Μυλόπουλου

Ταξιδεύοντας με τις αερογραμμές που έχουν αντικαταστήσει τον πάλαι ποτέ εθνικό μας αερομεταφορέα και διαβάζοντας το διαφημιστικό τεύχος της εταιρείας, ενημερωνόμαστε από γνωστό ποπ είδωλο που ποζάρει στο εξώφυλλο, για τα νέα μεγαλεπήβολα αναπτυξιακά σχέδια της Ελλάδας. 

Ο τουρισμός της χώρας μας αναμένεται να εκτοξευθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς οι επενδύσεις που γίνονται σήμερα στην κατασκευή δεκάδων υπερσύγχρονων γηπέδων γκολφ, θα μας απογειώσουν στο διεθνές... γκολφικό στερέωμα, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Η Ελλάδα θα γίνει τουριστικός προορισμός για υψηλά εισοδήματα και μάλιστα όχι μόνο κατά τους θερινούς μήνες, αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς.

Ο στόχος φαντάζει εντυπωσιακός, μια και με ένα σμπάρο πετυχαίνει δυο πολύτιμα τρυγόνια. Και το άνοιγμα του τουριστικού προϊόντος σε νέες αγορές, με την προσέλκυση πολυπληθών Βορειοευρωπαίων και Αμερικανών προερχόμενων από ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, αλλά και την επέκταση της τουριστικής περιόδου. Που σημαίνει συνδυαστική βελτίωση τόσο των ποσοτικών μεγεθών του ελληνικού τουρισμού, όσο και των ποιοτικών του χαρακτηριστικών.

Απορεί μάλιστα κανείς για την καθυστερημένη εφαρμογή αυτού του μεγαλοφυούς σχεδίου. Γιατί άργησε η χώρα μας να αντιληφθεί την αξία αυτού του ακριβού σπορ; Και γιατί, αλήθεια, το γκολφ, που έχει τόσα πλεονεκτήματα, δεν έχει καθιερωθεί και εδώ, όπως στη Βρετανία, ως εθνικό μας σπορ;

Η απάντηση είναι απογοητευτική για όσους αναμένουν την τουριστική εκτόξευση της Ελλάδας μέσω των γηπέδων γκολφ. Κι αυτό γιατί η επένδυση που στηρίζεται στην καλλιέργεια γκαζόν είναι μια ιδιαίτερα υδροβόρα επένδυση, η οποία σύντομα θα στραγγίσει τα ελάχιστα υδατικά αποθέματα που έχουν απομείνει στους ελληνικούς υδροφορείς, στις ευαίσθητες περιβαλλοντικά παράκτιες και νησιωτικές περιοχές της χώρας. Τα αρνητικά υδατικά ισοζύγια που παρατηρούνται ήδη σε αυτές αποκαλύπτουν την υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των υδατικών τους συστημάτων, λόγω αυξημένων πιέσεων, σε συνθήκες μάλιστα προϊούσας κλιματικής αλλαγής. 

Η άρδευση των γηπέδων γκολφ θα είναι η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι, μετά τις άλλες... έξυπνες επενδύσεις του παρελθόντος σε εισαγόμενες αγροτικές καλλιέργειες, κυρίως βαμβάκι, που είναι υπεύθυνες  για τη σημερινή περιβαλλοντική και οικονομική κατάσταση σε εκτεταμένες αγροτικές περιοχές.
Τα αποτελέσματα λοιπόν μιας υδροβόρας επένδυσης, όπως το γκολφ, θα είναι καταστροφικά όχι μόνο για το περιβάλλον, αλλά και για την ίδια την οικονομική ανάπτυξη. Πρώτα γιατί η επένδυση θα αποδειχθεί ιδιαίτερα βραχύβια, λόγω περιορισμένης δυνατότητας εξεύρεσης πηγών νερού. Κι ύστερα γιατί η επιτάχυνση της εξάντλησης των υδατικών αποθεμάτων θα εμποδίσει και τις λοιπές οικονομικές δραστηριότητες, κυρίως αγροτικές, που προσπαθούν να στηρίξουν στις περιοχές αυτές την παραγωγή των περιζήτητων στις διεθνείς αγορές παραδοσιακών ελληνικών και μεσογειακών προϊόντων διατροφής.

Δεν είναι τυχαίο ότι η παραδοσιακή αγροτική οικονομία της χώρας μας στηρίχθηκε στις ελιές και το λάδι, στα αμπέλια, τα σταφύλια και το κρασί, στα όσπρια και τα εσπεριδοειδή. Σε καλλιέργειες δηλαδή συμβατές με το κλίμα και τις δυνατότητες της ελληνικής γης, που ταυτόχρονα χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα ανταγωνιστικές στις διεθνείς αγορές. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η γεωργία στη χώρα μας έφτασε σήμερα εδώ που έφτασε, επειδή στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ξεχέρσωναν τα αμπέλια και τις ελιές για να επενδύσουν στην εξόχως επικερδή, τότε, καλλιέργεια του βαμβακιού, του αποκαλούμενου εκείνα τα χρόνια και λευκού χρυσού. Είναι η ίδια καλλιέργεια που κατάφερε να αποξηράνει, στην πρώην Σοβιετική Ένωση, μια από τις μεγαλύτερες λίμνες του κόσμου, τη λίμνη Αράλη. Υποβαθμίζοντας το περιβάλλον, αλλάζοντας το μικροκλίμα και καταστρέφοντας οικονομικά και κοινωνικά, μια και οι κάτοικοι μετανάστευσαν προς αναζήτηση εργασίας, μια πρώην ευημερούσα περιοχή.

Αν όμως τη δεκαετία του ’60 το αναπτυξιακό όραμα της Ελλάδας είχε συνδεθεί με το λευκό χρυσό, το αναπτυξιακό όραμα της Ελλάδας του 2015 περιλαμβάνει, εκτός της επένδυσης σε γήπεδα γκολφ, μια ακόμη αμφιβόλου οφέλους, λόγω μη συμβατότητας με τη φέρουσα ικανότητα του ευρύτερου οικοσυστήματος, επένδυση, αυτή της εξόρυξης χρυσού στη Χαλκιδική. Σε μια περιοχή με σημαντική αγροτική ανάπτυξη, με πλούσιο φυσικό (δάση, παραλίες) και πολιτιστικό, (Στάγειρα), περιβάλλον, αλλά και σε μια περιοχή εξόχως τουριστική, υλοποιείται μια επένδυση που, σύμφωνα με επιστημονικές γνωματεύσεις, θα έχει ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες στην περιβαλλοντική, την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη της Β. Χαλκιδικής. Μια επένδυση χάριν της οποίας έχει διχαστεί η τοπική κοινωνία, καθ’ ότι υπάρχουν βάσιμοι φόβοι μεταξύ των κατοίκων ότι εξ αιτίας της θα υποβαθμιστεί περιβαλλοντικά το ευρύτερο οικοσύστημα, αλλά και θα υπονομευτούν όλες οι λοιπές αναπτυξιακές δραστηριότητες. 

Ο αντίλογος έρχεται από εκείνους που υποστηρίζουν ότι το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας δεν πρέπει να έχει όρια και... παρωπίδες κι ότι η λύση βρίσκεται στην αντιγραφή ξένων και επιτυχημένων αναπτυξιακών προτύπων. Είναι σαν να προτρέπουν ένα νέο παιδί, χαμηλού αναστήματος και οφθαλμοφανώς ανύπαρκτων αθλητικών επιδόσεων, να ακολουθήσει το επιτυχημένο παράδειγμα των παικτών του αμερικανικού πρωταθλήματος καλαθοσφαίρισης, του γνωστού MBA, στη Βόρειο Αμερική. Υποβαθμίζοντας ή και αγνοώντας τις εγνωσμένες πνευματικές ή καλλιτεχνικές επιδόσεις του ασθενικής κράσης νέου…

Η άκριτη υποστήριξη ξένων αναπτυξιακών προτύπων οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τη θεμελιώδη αειφορική αρχή, ότι δηλαδή η ανάπτυξη για να είναι ωφέλιμη, πρέπει να προάγει το συνολικό όφελος και να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Και για να συμβαίνουν αυτά, αναγκαία και ικανή συνθήκη είναι να στηρίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε τόπου. Αυτή είναι και η προϋπόθεση για να έχει η ανάπτυξη διάρκεια στο χρόνο και να αποφεύγονται κακές πρακτικές σύντομης διάρκειας ευημερίας, όπως αυτές που ίσχυσαν στη λίμνη Αράλη, αλλά και στον δικό μας Θεσσαλικό κάμπο και τις υπόλοιπες υποβαθμισμένες, σήμερα, περιβαλλοντικά και οικονομικά και πάλαι ποτέ ακμάζουσες περιοχές.

Ο τουρισμός του γκολφ μπορεί να είναι ωφέλιμος στη Βρετανία λόγω γεωμορφολογίας και ειδικών κλιματικών συνθηκών, για την Ελλάδα όμως είναι καταστροφικός για τα υδατικά της αποθέματα, αλλά και για τις υπόλοιπες αναπτυξιακές δραστηριότητες που θα τα στερηθούν. Όπως λοιπόν οι Βρετανοί έχουν αποδεχθεί ότι δεν μπορούν να καλλιεργούν αμπέλια και να παράγουν κρασί και, προσαρμοζόμενοι στα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα, έχουν επικεντρωθεί στην παραγωγή μπίρας και ουίσκι, έτσι κι εμείς κάποτε πρέπει να αντιληφθούμε ότι ζούμε σε ένα παράδεισο, τον οποίο οι κακές και κοντόφθαλμες αναπτυξιακές επιλογές και η άκριτη αντιγραφή ξένων προτύπων, τείνουν να τον μεταμορφώσουν σε κόλαση.

Ποιος άλλωστε να υποστηρίξει σήμερα στη χώρα μας μιαν ισόρροπη ανάπτυξη που θα έχει διάρκεια στο χρόνο και θα υπηρετεί το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, όταν είμαστε πρωταγωνιστές στην ανεργία νέων επιστημόνων; Όταν ένας στους πέντε, όπως μαθαίνουμε από έρευνα του ΟΟΣΑ, νέους επιστήμονες, σήμερα, παραμένει άνεργος; Και ποιος θα αναλάβει την πρωτοβουλία μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης, συμβατής με τη φέρουσα ικανότητα της ελληνικής γης, όταν διώχνουμε στο εξωτερικό ένα από τα σημαντικότερα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, το εξειδικευμένο επιστημονικά ανθρώπινο δυναμικό μας;

Με δυο λόγια, είμαστε διαχρονικά πρωταγωνιστές μιας κοντόφθαλμης αναπτυξιακής πολιτικής. Διώχνουμε, καταστρέφουμε και υποβαθμίζουμε ό,τι καλύτερο διαθέτουμε ως πλουτοπαραγωγική πηγή. Κι ύστερα κλαίμε και οδυρόμαστε πάντως στα συντρίμμια που οι ίδιοι προκαλέσαμε...