Tαπεινογραφία: Οι νεκροί μπορούν να χορέψουν ξανά

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Ο ΤΑΖ φυλάει τα φεγγάρια του και κάνει παζάρια με τον ήλιο, σκοινοβατώντας σε ένα τσίρκο που ήταν προορισμένο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, αλλά παρασύρθηκε από το σουξέ του και το “κούρασε” για πολλές σεζόν.

Έμαθα να βλέπω τον κόσμο μέσα από παραμορφωτικούς αντικριστούς καθρέφτες, ο ένας απέναντι στον άλλο, πάνω στους οποίους πέταγα σαν εκσπερμάτιση τα συναισθήματά μου. Το είδωλο πολλαπλασιαζόταν, ο ένας καθρέφτης μέσα στον άλλο, το σπέρμα των συναισθημάτων μου παραμορφωμένο στο άπειρο, σαν τη σκηνή με τους πυροβολισμούς από την “Κυρία από τη Σαγκάη” του Όρσον Ουέλς. Στην ουσία δεν έβλεπα τον κόσμο νομίζω. Το φιλτράρισμα του μέσα από το προσωπικό συναισθηματικό μου πορνό έβλεπα, πράγμα που δεν το λες και κακό, όλοι μας κάπως έτσι βλέπουμε τον κόσμο και στη δική μου περίπτωση με βοήθησε να γράψω μερικά από τα καλύτερα μου άρθρα. Τουλάχιστον όταν αυτή η εκσπερμάτιση συνέβαινε αυθόρμητα. Γιατί, κι εκεί είναι η παγίδα, από ένα σημείο και μετά,  γίνεσαι (έγινα), αιχμάλωτος του αυνανιστικού ναρκισσισμού σου.

Το αυθόρμητο αντικαθίσταται από το εκβιαστικό και το εκβιαστικό σε μετατρέπει σε Τζέκιλ και Χάιντ. Δύο ανθρώπους  σε ένα σώμα  με τον ένα να κάνει κακό στον άλλο, λειτουργώντας σαν συναισθηματικό βαμπίρ, μέχρι να στραγγίσει όλο το  αίμα, και το συναίσθημα και το σπέρμα. Στο όνομα μιας  ξεφτισμένης και τόσο μα τόσο ξεπερασμένης ροκ μυθολογίας, στο όνομα καταραμένων ποιητών και νυχτερινών εκδρομών σε δάση της Βουλώνης με καυλωμένα δέντρα ποτισμένα στο αμπσέντι. Έγραψε κάποιος σε μια συνέντευξη που μου πήρε, έναν συγκινητικό πρόλογο για τον “σκοτεινό πρίγκιπα της νύχτας, τον αυτοκαταστροφικό ποιητή της βότκας” συνδέοντας τις παραπάνω εικόνες που δεν θα αρνηθώ, συνεχίζουν να με γοητεύουν, με το γράψιμο και την έκφραση μου. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από 20 χρόνια, που αισθάνθηκα ένα περίεργο τσίμπημα, μια απόσταση ανάμεσα σε μένα και αυτήν την περιγραφή. Στην αρχή έκανα ότι μπορούσα για να απωθήσω αυτό το τσίμπημα,  ότι μπορούσα για να ταυτιστώ ξανά με το σήμα κατατεθέν μου. Τη νύχτα, την αυτοκαταστροφή και τη βότκα.

Το “σκοτεινός πρίγκηπας” ήταν πάντα το καταφύγιό μου για  κάθε επιτυχία αλλά μάλλον, ακόμα περισσότερο, για κάθε αποτυχία μου. Αυτή τη φορά όμως, δεν μπορώ να στο πω φίλε με απλά λόγια γιατί είναι συναίσθημα και τα συναισθήματα είναι σαν μουσική που πάλλεται μέσα σε ιριδίζοντες  κρυστάλλους, είναι σαν να αισθάνθηκα χορτάτος, σχεδόν εξουθενωμένος από τη φεγγαρίσια αντανάκλαση της σκιάς μου και να ήθελα λίγο παραπάνω ήλιο. Χωρίς καν να το ξέρω. Μόνο του έγινε. Ξύπνησα ένα πρωί  (πρώτο δείγμα εφ’ όσον ποτέ μου δεν ξυπνάω πρωί) και ένα ωστικο κύμα χαράς γέμισε τα σωθικά μου. Πράγμα που το λες ως και παράλογο γιατί δε μου  συμβαίνει κάτι από αυτά που σε κάνουν χαρούμενο. Ούτε λεφτά έχω, ούτε γκόμενο, ούτε διανύω την πιο δημιουργική περίοδο της ζωής μου, ούτε είμαι 25, άσε που προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι 25 και γίνομαι γελοίος. Αλλά αυτή η πουτάνα η χαρά, εκεί, να μη λέει να φύγει. Σαν χαζοχαρούμενο εγώ, τύπου new age. Aπό αυτά τα τυπάκια που σου  τα πρήζουν με τη θετική ενέργεια με αποτέλεσμα να θες να τους σπάσεις τη μούρη να πάρουν μια δόση άλλου τύπου ενέργειας να στανιάρουν και έχουν στύση όποτε βγάζει βιβλίο ο Κοέλιο. Μην ανησυχείς δεν έφτασα ως εκεί. Από Πάολο  συνεχίζω να προτιμώ τους  Πάολο (και Βιτόριο) Ταβιανι και τον Πίερ Πάολο Παζολίνι.

Μπορεί να έχω μια τάση Πολυάνας  σήμερα, αλλά τα σκοτάδια μου δεν τα αποχωρίζομαι, είναι τα πολύτιμα μου.  Απλά ανακαλύπτω (γιατί είναι σε εξέλιξη η διαδικασία) πως το να αγαπάς τον Παζολίνι, δε σημαίνει ότι  είναι απαραίτητο να ταυτίσεις τη ζωή σου με τη δική του.  Ή τέλος πάντων, αν έχεις ανάγκη να το κάνεις και τη γλυτώσεις (γιατί όπως είναι γνωστό εκείνος δεν τη γλύτωσε), τραβάς φρένο από κάποια στιγμή και μετά, λέγοντας στον εαυτό σου, εντάξει το έκανα, πάμε παρακάτω να δούμε στο σημείο που δεν παρατηρώ το χάραμα λίγο πριν κοιμηθώ αλλά όταν ξυπνάω. Ναι ξέρω, ακούγεται σαν γεράματα όλο αυτό αλλά εκεί βρίσκεται άλλη μια παγίδα. Ο ψυχαναγκασμός της νεότητας. Το να παραμείνεις νέος, δεν δηλώνεται από  την επανάληψη στα 40 σου των μοτίβο ζωής που ακολουθούσες στα 20 σου. Κάτι τέτοιο δεν διαφέρει σε τίποτα από την μαντάμ που πιστεύει ότι με κρέμες των 100 ευρώ και απανωτά τραβήγματα στη μούρη θα συνεχίσει να μοιάζει έφηβη μια ζωή, την ώρα που έχει αρχίζει και θυμίζει δημιούργημα του δρ Φρανκενστάιν. Τα πάντα ξεκινούν από μέσα και αντανακλώνται έξω κι όχι ανάποδα. Αν πιέζεις το έξω σου να μοιάζει σαν συμπεριφορά ή σαν εμφάνιση με το είδωλο σου στον καθρέφτη από την εποχή των 20 σου, τότε προχωράς στη δημιουργία ενός τέρατος που εξαπλώνεται και στο μέσα σου, χαρίζοντας του πλαστικοποιημένη σκοτεινιά. Όχι την ποιητική, του Ρεμπό και του Αρτό και όλων των θεϊκων καταραμένων. Αλλά ενός εναλλακτικού  (υποτίθεται), τηλεμάρκετινγκ ανάλογης φτήνιας. Όσο πολύτιμα είναι τα σκοτάδια που έζησες, τόσο η επιμονή σου σε αυτά ακυρώνει την πολυτιμότητα τους.

Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί έξω γεμάτος αχαρτογράφητες περιοχές που σε περιμένει να τις ανακαλύψεις. Γεμάτος εκλείψεις (σιγά μην αποχωριστώ εντελώς τα φεγγάρια μου) αλλά και εκπλήξεις. Αυτό είναι το μόνο που ξέρω. Αυτό είναι το μόνο που αισθάνομαι αυτή τη στιγμή.  Χωρίς καμία υπόσχεση ή μαγική συνταγή. Όπως ήρθε μόνο του, μπορεί και να φύγει. Το μόνο που  ξέρω είναι πως το κυοφορούσα καιρό αλλά σε λέξεις σχηματίστηκε σήμερα. Ξύπνησα, έβαλα καφέ, άναψα τσιγάρο και έβαλα στην τύχη ένα cd όπως κάνω κάθε πρωί, μάλλον κάθε μεσημέρι που ξυπνάω. Έτυχε να πέσω πάνω στη Λίζα Γκέραρντ, των “Dead can Dance” που σημάδεψαν τα σκοτεινά μου (φωσφοριζέ για να ξεχωρίζουν) τραμπολίνο. Την γοτθική μου παραζάλη.

Άκου όμως φίλε τη διαφορά. Τυχαία πέφτω πάνω στην εποχή της Λίζα μετά τoυς “Dead Can Dance” και τις στοιχειωμένες, βουτηγμενες σε απόκοσμη μελαγχολία μουσικές τους. Πέφτω στο soundtrack του “Moνομάχου” και στο απελευθερωτικό συναισθηματικά και αισιόδοξα μελαγχολικό, “Now We Αre Free”.  Που μεταφράζεται σε “Τώρα Είμαστε Ελεύθεροι”. Kαι ξαφνικά τα κομμάτια του παζλ, ενώ τα μάτια μου είναι ακόμα μισόκλειστα από τον ύπνο, έρχονται και κολλάνε μεταξύ τους. “Dead Can Dance” που σημαίνει “Οι νεκροί μπορούν να χορέψουν”. “Moνoμάχος” και ‘Tώρα Eίμαστε Eλεύθεροι”. Χωρίς να απαρνιέσαι τη μελαγχολία σου και το σκοτάδι σου, μπορείς να χορεύεις σαν εκστασιασμένος περιστρεφόμενος δερβίσης, ελεύθερος στο  φως.  Φωτεινοσκοτεινός. Δεν προδίδω το παρελθόν μου, δεν απαρνιέμαι το παρόν, δεν αποσύρομαι  από το μέλλον.  Σπάσε καθρέφτη.

Ακολουθήστε τον ΤΑΖ στο www.facebook.com/tazthebuzz