Τα μπαχαρικά τους φταίνε

της Ελένης Καλλιανέζου

Πήρα υπεραστικό λεωφορείο, κατόπιν το λεωφορείο της γραμμής να πάω στο μάθημα. Φορώ τα πρεσβυωπικά μου γυαλιά (που κρέμονται πλέον μονίμως από κορδόνι στο λαιμό μου) και παρόλο που η διαδρομή είναι μόνο 15 λεπτά, πασχίζω να αποτελειώσω ένα μανίκι στη ζακέτα που πλέκω. Απέναντί μου ένας άντρας γύρω στα 40 και στην άλλη πλευρά μια γυναίκα, περασμένα 70 με κίτρινο βαμμένο κοντό μαλλί και πολύ έντονο μακιγιάζ. Κουβεντιάζουν δυνατά. Εγώ απορροφημένη στις σκέψεις μου δεν τους δίνω και πολλή σημασία. Μέχρι που ο άντρας πηγαίνει προς το μέρος της γυναίκας για να της πει κάτι χαμηλόφωνα υποτίθεται, αλλά με υπολογισμένη ένταση για να ακουστεί.

— ... και ξέρεις ποιοι φταίνε γι' αυτό!... Οι πρόσφυγες!

Σηκώνω τα μάτια από το πλεκτό και τους κοιτάζω, πάνω από τα γυαλιά.

Συνεχίζει.

— ... Αν και δε συμφωνώ πολύ με αυτήν που είναι στη Βουλή.

Η γυναίκα τον πληροφορεί.

— Είναι εστία μικροβίων! Τα μπαχαρικά που χρησιμοποιούν μαζεύουν έντομα! Κατσαρίδες!

— Πουύ... χαααα! Κάνει αυτός. Και το πουχά είναι επιφώνημα αηδίας. Πόσο αηδιαστικό!

— Ναι, ναι, του επιβεβαιώνει εκείνη. Χωρίς βέβαια να θέλω να πω ότι δεν υπάρχουν και Δανοί βρωμιάρηδες.

Τους ξανακοιτάζω πάνω από τα γυαλιά με τα δόντια σφιγμένα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σκεφτώ πώς διάλο τα μπαχαρικά μαζεύουν κατσαρίδες και δεν ξέρω αν πρέπει να θυμώσω ή να βάλω τα γέλια στην τρανταχτή τους άγνοια ή να πετάξω τίποτα καυστικό, κάτι που δε θα κρατιόμουν να μην κάνω σε αντίστοιχη περίπτωση στην Ελλάδα, αλλά συγκρατήθηκα, πλέκοντας εντατικά και κάνοντας το ένα λάθος μετά το άλλο. Χάλασα.

... Μετά είπα να γίνω πιο θετική. Να θυμηθώ τους γείτονές μας, τον Πίτερ το βιολιστή και τη γυναίκα του την Μπέττυ που σκίζονται για το κέντρο προσφύγων του χωριού μας. Την ιδρυματοποιημένη γριούλα την περασμένη Κυριακή στο κέντρο για άτομα με ειδικές ανάγκες που καθόταν στην αναπηρική καρέκλα κι έλεγε στη νοσοκόμα, "πού είναι αυτοί για τον έρανο;", κι όταν η νοσοκόμα της είπε "δεν είναι απαραίτητο να τους δώσεις", αυτή απάντησε "Όχι! Εγώ ΘΕΛΩ να τους δώσω!". Τη γυναίκα στο δυάρι με τη βρώμικη μπλούζα που μας είπε "συγχωρέστε με, αυτά που δίνω δεν είναι αυτά που θα ήθελα να δώσω, αλλά αυτά που μπορώ. Μ' ένα επίδομα ζω". Την άλλη που μας άδειασε στον κουμπαρά ολόκληρο το γυάλινο βάζο με όλα της τα κέρματα. Προτιμώ να δω αυτούς. Που έχουν μεταπτυχιακά στον πόνο και κρατούν την καρδιά τους στη σωστή θέση.