Κάνοντας την παρατυπία, ευκαιρία

του Γιώργου Θωμαϊδη

Στη διάρκεια της πολιτικής ιστορίας, αναδύονται συχνά διάφορες ιστορίες για οικονομικές παρατυπίες προσώπων που ασκούν εξουσία, π.χ. με τη μορφή καθυστερημένων ή αναχρονισμένων δηλώσεων εισοδήματος υπουργών και βουλευτών. Οι αιτίες των οικονομικών παρατυπιών μπορεί να είναι πολλές και καθόλου αναγκαστικά δόλιες. Μπορεί π.χ. να κυμαίνονται από μια (πολύ συχνά) βιαστική απόφαση ακόμη και ενός ειδήμονα, ως μια προσπάθεια να αποφευχθεί μια (αδικαιολόγητη ή δικαιολογημένη) δημόσια συζήτηση ή και δυσφήμιση. Το πρόβλημα όμως που δημιουργείται από κάθε δεδομένη φορολογική παρατυπία, δεν είναι τόσο ή μόνο η ίδια η παρατυπία, αλλά κυρίως οι συνειρμοί τους οποίους αυτή προκαλεί: Επειδή η κομματική επιλογή ενός ψηφοφόρου δεν είναι (και δεν πρέπει να είναι) πράξη δογματικής πίστης (=ευπιστίας) αλλά πράξη εμπιστοσύνης προς τα πρόσωπα που επιλέγει, μπορεί να βασίζεται σε ορισμένα κριτήρια: Ένα από αυτά, είναι ότι κάθε δυσάρεστος συνειρμός, κάθε «σκιά» όπως λέγεται με άδικα αρνητικό τρόπο, είναι ζωτική ανάγκη να αποφεύγεται, διότι κλονίζει ανεπανόρθωτα τη σχέση του ψηφοφόρου με το πρόσωπο που παρείχε βάση για ένα δυσάρεστο συνειρμό.

Η ανάγκη για συνοχή και εμπιστοσύνη, είναι ακόμη πιο αναγκαία, προκειμένου για ομάδες (άρα και για κοινωνίες) που δίνουν αγώνα επιβίωσης και ανασυγκρότησης, άρα βρίσκονται σε μεταβατική, ρευστή και αβέβαια φάση. Όλες οι επιστημονικές έρευνες, δείχνουν σταθερά πως η συνοχή των ομάδων πλήττεται καίρια όταν αμφισβητείται η αρτιότητα της ηγεσίας τους. Και σε αυτή την περίπτωση, δυνατότητα μερικής έστω αποκατάστασης της συνοχής τους, δίνεται μόνον μέσα από την αλλαγή των προσώπων που έσφαλαν, ακούσια έστω, με άτομα κρυστάλλινης διαύγειας στις θέσεις τους.

Επίσης, ακόμη και εάν –στην ιδανική περίπτωση- μια οικονομική παρατυπία βασίζεται σε μια παραδοσιακή, λαογραφική σχεδόν, συνήθεια παράκαμψης των τυπικών κανόνων, δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση σε μια σύγχρονη διοίκηση, ούτε στοιχείο εκσυγχρονισμού της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη λοιπόν και μια απλά κοινότοπη και τυπική συμπεριφορά παράβλεψης των κανόνων διαφάνειας του κράτους, αποτελεί στοιχείο που απομακρύνει επενδυτές, καινοτόμους και συνεργάτες, ακριβώς επειδή δεν λειτουργούν με βάση μια θρησκευτική εξιδανίκευση των πολιτικών ηγεσιών, ιδίως σε κοινωνίες με μεγάλη συχνότητα πολιτικής διαφθοράς. Συνεπώς, είναι ανάγκη να αλλάξει το πρότυπο λειτουργίας του κράτους μας σε αυτό το ζήτημα, όσο και εάν είναι επώδυνη η σχετική μετάβαση, ακριβώς για να διακοπεί η κυκλική και εντεινόμενη ανα-μετάδοσή της στις επόμενες γενιές κυβερνητών αλλά και στον πληθυσμό της χώρας.

Για όποια πρόσωπα έχουν αναπαράγει αυτές τις, πιθανότατα βιαστικές συμπεριφορές- παρατυπίες, τις οποίες μπορεί κανείς να δει ακόμη και σε έμπειρους ειδικούς και επαγγελματίες, υπάρχει και μια προσωπική ευκαιρία: Να δώσουν τα ίδια το παράδειγμα της κοινωνικής ευσυνειδησίας, αποτασσόμενοι τις κρατικές θέσεις τους και να καταστούν κύριοι μαχητές κατά της διαφθοράς. Η κοινωνία μας, δεν κρίνει πλέον τους πολίτες ανάλογα με την κρατική θέση αλλά ανάλογα με τη προσφορά και διαθέτει ευτυχώς μεγάλο απόθεμα κατανόησης και πείρας σχετικά με την αβλεψία, ειδικά ανθρώπων συνδεδεμένων με ανθρωπιστικά και δημοκρατικά κόμματα. Και, θα είναι μια μεγάλη ατομική ευκαιρία, εάν ο κάθε ένας που είχε την ατυχία να εφαρμόσει μια παρατυπία, ασκήσει την επιρροή του για το καλό όλων μας, γράφοντας ιστορία και ασκώντας τον πολιτικό ακτιβισμό του, με στόχο την καταπολέμηση της κομματοκρατίας, της αναξιοκρατίας και φυσικά της διαφθοράς.

* Ο Γιώργος Θωμαϊδης είναι Ειδικευόμενος Ψυχίατρος στην Θεσσαλονίκη