Ένα ζεϊμπέκικο πριν πεθάνω

της Κλειώς Βλαχάκη

Οι επιθυμίες είναι σαν το οξυγόνο. Κι όμως τις αφήνεις πίσω να σε περιμένουν να ξαναγυρίσεις. Ανασαίνεις και φουσκώνεις σα μπαλόνι το στομάχι. Φυλάς τον αέρα για αργότερα, όταν θα λιγοστεύει από τα παράπονα και τις λύπες.

Οι επιθυμίες είναι σαν «κορίτσια της συγνώμης». Πάντα θα περιμένουν μια δικαίωση, μια ανταπόδοση. Έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Κι ας είναι μικρή, θυμωμένη, άδικη, στραπατσαρισμένη. Ζητούν μερίδιο, φορούν κόκκινο κραγιόν κι έχουν φιλήδονα χείλη. Για μια επιθυμία ζούμε. Αν μπορείς ας κάνεις κι αλλιώς.

Έτρεχε εκείνο το βράδυ. Ο αέρας της ταχύτητας παραμόρφωνε το πρόσωπο του, αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά του, αγρίευε την ήμερη μορφή του. Η ζωή του στρωμένη. Δουλειά, γκόμενα, φίλοι, παρέες, ταξίδια, ταχύτητα. Πατημένο γκάζι σε όλα. Το φρένο ανύπαρκτο. Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα εννιά.

Δε θυμάται πως έγινε. Είχε ένα παράθυρο πάντα ανοιχτό στο μυαλό του. Από εκεί το έσκαγαν οι φόβοι και οι φυλακές γέμιζαν λουλούδια και χρώματα. Ήταν άτρωτος. Άμα ζωγραφίσεις τα κελιά δε φοβάσαι ούτε το θάνατο. Σε μια στροφή ένα φως του έκλεισε το παράθυρο. Φως δυνατό να πέφτει πάνω σου κι εσύ να νιώθεις τυφλός. Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε σαν ένοχος που αθωώθηκε και διεκδίκησε μερίδιο στη ζωή. Κι είδε όνειρο πως ήταν παιδί και ισορροπούσε στην άκρη ενός γκρεμού, χωρίς φτερά, χωρίς σκοινιά, χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Κι ύστερα άκουγε φωνές και μια σειρήνα τρομακτική, κι έκλεισε και τα αυτιά του. Κ ι έτσι με δυο αισθήσεις απομονωμένες και ράθυμες μύρισε το αίμα και το θάνατο που μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο. Άρχισε να φοβάται τα κύματα που έσκαγαν στην ακτή κι αγρίευαν και λυσσομανούσαν σα να ήταν Δεκέμβρης μήνας.

Από ‘κει και πέρα δε θυμάται τίποτα. Δυο μήνες αγωνιούσαν οι άλλοι. Εκείνος δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι σχήμα θα πάρει. Αναποφάσιστος ακόμα και στο θάνατο. Κι έζησε με μια απώλεια. Ένα στήριγμα χαμένο από το μηρό. Δυο τρίτα ακόμα της ζωής αποκούμπι σε ένα δεκανίκι. Δεν παραπονέθηκε. Ισορρόπησε στα δυο χέρια και πορεύτηκε σαν τους πειρατές που έχασαν μια μάχη μα όχι και τον πόλεμο.

Κι ένα βράδυ ζαλισμένος από το κρασί εξομολογήθηκε την ανάγκη του να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο πριν πεθάνει. Σηκώθηκε πάνω, πέταξε το δεκανίκι κι αγκάλιασε τον εαυτό του. Έμεινε εκεί αρκετή ώρα πασχίζοντας να βρει το ρυθμό, να νιώσει την κάθαρση σα θεατής αρχαίας τραγωδίας. Με ένα στήριγμα και δυο φτερά χόρεψε το πιο όμορφο ζεϊμπέκικο που είδα ποτέ. Με ένα τσιγάρο στο στόμα να θυμιάζει τη ζωή που έφυγε κι εκείνη τη νέα που ήρθε. Να λιώνει στη φλόγα του και να κρατεί στα μάτια τις ομορφιές, κουτσουρεμένες και ακέραιες. Οι επιθυμίες είναι το οξυγόνο. Αυτές κινούν τα σκοινιά κι εμείς μαριονέτες που υπακούμε και υποτασσόμαστε στη ζωή με μια βαθιά υπόκλιση που μας χαρίστηκε με τους δικούς της όρους.

Ήταν ο πιο όμορφος χορός που είδα και η πιο αντρίκια όψη της ζωής. Και δε φαινόταν ούτε ένα ακρωτηριασμένο βήμα…

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Θεωρώ πως όταν έρχεσαι κατάφατσα με ένα τέτοιο κείμενο, το να πατάς ένα βλαμμένο Like και να ανεβαίνει νουμεράκι η ζυγαριά της συγκεκριμένης που τόγραψε, είναι τουλάχιστον ηλίθιο και γλοιώδες. Παρακαλώ όσους και όσες γουστάρουν το παραπάνω κειμενάκι να γράψουν σαν και μένα "σε γουστάρω¨ κυρά μου για τα όσα και όποια σήκωσες. Εγώ τουλάχιστον αυτό θα κάνω μπροστά σε αυτή την κατάθεση ψυχής και συναισθημάτων που βλέπω. Καλό ΣΚ....

loading..