Cinetroll: Ο Μάικλ Κέιν και ο Χάρβεϊ Καϊτέλ αναζητούν τη “Nιότη”

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

O ιταλός σκηνοθέτης Πάολο Σορεντίνο, λίγο καιρό ξαποστένει και ξανά προς τη δόξα τραβά. Μόλις 2 χρόνια μετά τη θεαματική επιτυχία της βραβευμένης με Όσκαρ “Tέλειας Ομορφιάς” επιτίθεται ξανά με τις απίστευτες εικόνες του και σύμμαχους ένα μυθικό cast, με πρωταγωνιστές τον Μάικλ Κέιν, τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, τη Ρέιτσελ Βάιζ και έξτρα μπόνους μια απολαυστική guest εμφάνιση της Τζέιν Φόντα. Και σαρώνει ξανά τα βραβεία κερδίζοντας από την Ένωση Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου το βραβείο σκηνοθεσίας, φωτογραφίας και μοντάζ. 

Σε μια τρυφερή ταινία πολλών ιστοριών, που διαδραματίζονται σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στις Ελβετικές Άλπεις. Εκεί που κάνουν διακοπές εδώ και χρόνια ο Φρεντ και ο Μικ. Ο Φρεντ, κυνικός επιφανειακά συνθέτης μουσικής και διευθυντής ορχήστρας που έχει ουσιαστικά παραιτηθεί από την ζωή. Και ο Μικ, σκηνοθέτης μεγάλων επιτυχιών του παρελθόντος, στο λυκόφως όμως πλέον της καριέρας του, που ετοιμάζει το κύκνειο άσμα του. Ο Σορεντίνο γεμίζει την οθόνη με μαγευτικής ομορφιάς οπτικοακουστικές συνθέσεις, δημιουργώντας ένα μεθυστικό σύμπαν. 

Έναν σχεδόν σουρεαλιστικό, γλυκόπικρο κόσμο σαν  καμβά, πάνω στον οποίο όμως θα ξετυλιχθούν γήινες ιστορίες και συναισθήματα, χαρμολύπης, πόνου, ελπίδας, πόθου, αγάπης και απώλειας με το γνωστό συνδυασμό ευαισθησίας και ειρωνικού χιούμορ, του σκηνοθέτη. Με τους δύο ήρωες, αντιμέτωπους με τα γηρατειά, να καλούνται  να αναμετρηθούν με τη χαμένη τους νιότη και να την ανακαλύψουν ξανά, έστω και λίγο πριν το αναπόφευκτο τέλος, μέσα στην πολύπλοκη ομορφιά της ζωής.

Aρκεί όμως αυτό; Με τη “Νιότη” έχω διανύσει δύο φορές ως τώρα την διαδρομή απόρριψη – θαυμασμός. Ξεκίνησα με την απόρριψη. Για αυτό κι εκνευρίζομαι με τους κριτικούς που γράφουν για μια ταινία 10 λεπτά από τη στιγμή που την είδαν. Τι είναι μια ταινία; Ντομάτα που την ψηλαφίζεις στο σούπερ μάρκετ να δεις αν είναι καλή;  Η ταινία και κάθε έργο τέχνης πρέπει να ριζώσει μέσα σου, να βγάλει τα κλωνάρια της κι αυτό δεν γίνεται ούτε σε 10 λεπτά, ούτε σε 1 ώρα.  

Όταν είδα τη “Νιότη” για πρώτη φορά, ξεκίνησα από την απόρριψη. Αισθάνθηκα ότι ο Σορεντίνο προσπαθεί να κάνει μια “Tέλεια Ομορφιά νούμερο 2” (που μεταξύ μας ψιλοισχύει) αλλά αυτή τη φορά, χάνει τη μπάλα. Και τη χάνει γιατί δεν επικεντρώνεται σε έναν χαρακτήρα ώστε να δικαιολογήσει το φαινομενικά ασύνδετο κολάζ των εικόνων του. Το μετέωρο διάφορων ιστοριών που αφηγείται με επίκεντρο το πρωταγωνιστικό ζευγάρι.

Στην “Τέλεια Ομορφιά” είχε στο κέντρο σαν πρωταγωνιστές τον Τόνι Σερβίλο και την ίδια τη Ρώμη, ήταν εστιασμένος σε αυτό που ήθελε να πει και το ανέδειξε ποιητικά μέσα από ένα οπτικό καλειδοσκόπιο. 

Εδώ  αυτό που θέλει να πει, είναι λίγο πολύ το ίδιο, αλλά σε πολύ πιο ευρεία κλίμακα υπαρξιακών διακλαδώσεων που  προσπαθεί να τους δώσει μορφή, αλλά μορφή δεν παίρνουν. Απλά αιωρούνται στον αέρα σαν υπέροχες ιριδίζουσες σαπουνόφουσκες κάτω από το φεγγάρι, όπως σε μια σκηνή της ταινίας του και μετά διαλύονται, χωρίς να αφήνουν αποτύπωμά μέσα σου. Αφήνουν μόνο μια συγχισμένη αποσπασματική ανάμνηση κάτι όμορφου. Τα επί μέρους δεν δένουν λειτουργικά, παραμένουν επί μέρους, όσον αφορά τη μνήμη σου από την ταινία. Μολονότι όταν τη βλέπεις σε ρουφάνε στην υδάτινη ροή τους, και την κομψή μελαγχολία. 

 Κάτι που από μόνο του είναι κατόρθωμα, όπως κατόρθωμα είναι και η αιθέρια κομψότητα με την οποία Σορεντίνο αγγίζει θέματα που κάποιος άλλος θα τα είχε μετατρέψει σε βαρύ μελόδραμα. Όμως η αίσθηση του ανικανοποίητου παραμένει. Όπως και η αίσθηση του περιττού,  του υπερφορτωμένου, του “ας χώσουμε και την Τζέιν Φόντα σε μια δύο σκηνές”. Που η δεύτερη σκηνή της Φόντα στο αεροπλάνο να έχει πάθει υστερία και να τη χαστουκίζουν οι αεροσυνοδοί στα πατώματα για να συνέλθει, είναι τόσο φάουλ και αθέλητα κωμική που θα μπορούσε να ανήκει στο “Mια Απίθανη Απίθανη Πτήση”.

Αυτά στην αρχή σαν αντίδραση μου απέναντι στην ταινία. Λίγες μέρες μετά, βλέπω το trailer της ταινίας, και κάτι αλλάζει  μέσα μου. Θυμάμαι το μαγικό σύμπαν του Σορεντίνο και γεννιέται η επιθυμία μου να το ξανασυναντήσω. Το ερώτημα όμως είναι, θέλω να το ξανασυναντήσω για να παρασυρθώ από αυτό ή επειδή την πρώτη μου φορά, δεν κατάφερε να με πείσει; Επειδή και η ίδια η ταινία τελικά, μοιάζει με ένα δίωρο, καλομονταρισμένο trailer και όχι με ταινία; Και τώρα που γράφω ακόμα αναζητώ την απάντηση και δε θέλω να σε κοροϊδέψω, δεν την έχω.  

Αυτό για ένα έργο τέχνης μπορεί να είναι κατόρθωμα, το να σε βασανίζει μέρες και να μην φεύγει από το μυαλό σου που την επεξεργάζεται συνεχώς. Ταυτόχρονα όμως είναι και μειονέκτημα γιατί αφ’ ενός αν το σύμπαν της ταινίας ήταν στέρεο θα είχε επικοινωνήσει άμεσα τον πυρήνα της μαζί σου, αφ΄ ετέρου το μυαλό έχει κι άλλες δουλειές να κάνει και κάποια στιγμή κουράζεται να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί σου. Την ώρα που η “Νιότη” το μόνο που επικοινωνεί και με ιδιαίτερα αισθαντικό τρόπο είναι το συναίσθημα, με “πρώτο βιολί” όμως όχι το στόρι αλλά τις εικόνες. 

Που κι αυτό, (πάλι διανύω τη διαδρομή απόρριψη – θαυμασμού) δεν μπορείς να το πεις κατακριτέο σε έναν ποιητικό κινηματογράφο. Δε γίνεται να τον κρίνεις με ορθολογικούς, στείρους όρους. Απλά  αφήνεσαι στον γαλαξία του και κολυμπάς μέσα του. Δεκτό, αλλά πολύ φοβάμαι ότι στη συγκεκριμένη ταινία, ο Σορεντίνο εκβιάζει την ποίηση του φιλάρεσκα. Σαν έναν ταλαντούχο κι αναγνωρισμένο συγγραφέα που αγωνιώντας να ξεπεράσει τον εαυτό του,   χάνει τη μπάλα προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει όσο πιο εντυπωσιακές γίνεται, λέξεις και μεταφορές. Οι οποίες, ειδικά σε υπερδοσολογία, καταλήγουν να λειτουργούν σαν φράχτης ανάμεσα στο έργο και τον αναγνώστη, ή τον θεατή εν προκειμένω, κι όχι σαν αγωγοί όπως θα έπρεπε. Κάτι που τελικά (ουφ, επιτέλους κατέληξα), νομίζω ότι συμβαίνει και εδώ.

Βαθμολογία: 6 / 10
 — H ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου

* Aκολουθήστε τον ΤΑΖ στο https://www.facebook.com/tazthebuzz