Cinetroll: Θα αντέξεις τους "Κανίβαλους";

του Τάσου Θεοδωρόπουλου

Κι αν ναι, μήπως είσαι διεστραμένος; Ο ΤAZ αναρωτιέτα τι δουλειά έχουν οι κριτικοί με την πιο αιματοβαμμένη ταινία της χρονιάς, που δίνει άλλο νόημα στο μπάρμπεκιου.

Πόσο πρόβλημα  πρέπει να έχεις για να κάτσεις να γράψεις σοβαρή κριτική (θάψιμο) στους “Κανίβαλους” (“The Green Inferno”) του Ελάι Ροθ με τον ίδιο τρόπο που θα γράψεις για ένα blockbuster ή μια ταινία τέχνης; Kαι πόσο επιφανειακός και άσχετος είσαι όταν η κριτική σου αισθάνεται αυτάρκης πατώντας στο μικροαστικό σου καλό γούστο και τη γνώση σου από την “επίσημη” ιστορία του σινεμά, απαξιώνοντας (εφ’ όσον την αγνοείς) την περιθωριακή, χαμένη σε σκοτεινά, βρώμικα υπόγεια, grindhouse παράλληλη ιστορία του, δηλαδή την κά@λα του. Με την οποία αναγκάστηκες να ασχοληθείς από τη στιγμή που η επίσημη ιστορία συμπεριέλαβε το όνομα του Ταραντίνο.

Αυτή την ιστορία που εμπεριέχει χαβαλέ, είναι πολιτικά ανορθόδοξη και εκμεταλευτικά αιματηρή, έχει κρυμμένα διαμάντια και τα κότσια να μην πέσει στην παγίδα της σοβαροφάνειας. Και κουβαλάει μέσα της ένα μυστικό ανίερο πάθος για διάφορα περίεργα και χαμένα στο χρόνο αριστουργηματικά και νοσηρά απολαυστικά "σκουπίδια"  όπως οι ταινίες με κανίβαλους. Ένα ιταλικό κακόφημο υπό είδος ταινιών τρόμου των δεκαετιών 70-80 με ορόσημο του το περιβόητο και απαγορευμένο για χρόνια σε πολλές χώρες "Oλοκαύτωμα των κανιβάλων" του Ντεοντάτο.

Στον οποίο ο Ροθ αφιερώνει την ομολογουμένως άτσαλα γυρισμένη (επίτηδες ίσως;), ηθελημένα trash, τραβηγμένη από τα χυμένα έξω από το κρανίο μυαλά (όχι μαλλιά), και γεμάτη τεμαχισμένα ανθρώπινα μέλη και γκουρμέ γεύματα ανθρώπινης γαρδούμπας, ταινία του. Πρέπει να έχεις πρόβλημα γιατί οι "Κανίβαλοι", με διαφορά η πιο αιματοβαμμένη ταινία της χρονιάς (μολονότι γυρίστηκε πριν δύο χρόνια αλλά λόγω οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας παραγωγής έμεινε στα ράφια) δεν δημιουργήθηκαν για να κριθούν σαν ταινία με τους όρους των “σοβαρών”.

Γυρίστηκαν με τη λογική ενός ηθελημένα κακόγουστου, εκτός ορίων και μόνο για μυημένους, ανεκδότου. Με το γελοίο, στους διαλόγους και τις καταστάσεις να μετατρέπει το αιματοκύλισμα σε χαβαλέ. Kαι το δήθεν ηθικό δίδαγμα του σοβαρού κομματιού της ταινίας (για να υπάρχει και μια υπόθεση), να αντανακλά ακριβώς το περιτύλιγμα αστείας σοβαρότητας που χρησιμοποιούσαν στις προαναφερθείσες ταινίες τoυ 70 και του 80 προκειμένου να δικαιολογήσουν γιατί σε μια σκηνή η γκόμενα πετάει τα βυζιά της έξω και ο κανίβαλος τα τρώει. Απλά για να τα δούμε και μετά να δούμε τον κανίβαλο να τα τρώει. Δύσκολο είναι να το καταλάβεις;

Το αν όλο αυτό είναι ηθικά μεμπτό ή όχι είναι μια άλλη πολύ μεγάλη ιστορία όσον αφορά τα όρια του σινεμά και της πλάκας και της ανθρώπινης φύσης. Και τα όρια της τέχνης εφ’ όσον αφορά και σε  αυτούς που  κινηματογραφούν ακρότητες αλλά έχουν την κάλυψη του πατριαρχείου των με το ζόρι χρισμένων από τους κριτικούς, σοβαρών δημιουργών. Ο Ροθ δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, κι είναι ξεκάθαρο από επί μέρους λήψεις του ότι θα μπορούσε να είναι καλός σκηνοθέτης με τη συμβατική έννοια αλλά αυτό θα τον σκότωνε από τη βαρεμάρα.

Τον ενδιαφέρουν οι ένοχες απολαύσεις που ανακάλυπτε στα εφηβικά του χρόνια στα ράφια των βιντεοκλαμπ. Αυτές οι επονομαζόμενες “κακές” ταινίες, συνήθως από το χώρο του φανταστικού, ιταλικής κυρίως προέλευσης, που στα μάτια μας κουβαλούσαν την αύρα μιας αποκάλυψης και μας έκαναν κοινωνούς σε μια ιδιαίτερη κάστα εξαίσιων “βλαμμένων” που παθιαζόμασταν. Που όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων οι “βλαμμένοι” ήμασταν πολλοί περισσότεροι αφού μεγάλοι σκηνοθέτες έχουν παραδεχθεί πως έχουν εμπνευστεί από συγκεκριμένες, αριστουργηματικές με έναν μυστηριώδη τρόπο μέσα στον πολτό, σκηνές από αυτές τις ταινίες. Αυτό το μαγικό σημείο που ο σκηνοθέτης τους, ενώ στην ουσία έπρεπε να γυρίσει ένα πρετ α πορτέ ταινιάκι με σεξ και βία, του έβγαινε ένα φλας στον εγκέφαλο με απίστευτες εμπνεύσεις και σκηνές ορόσημα. Και  φυσικά, ένας από αυτούς τους βλαμμένους έχει το όνομα Κουέντιν Ταραντίνο.

Όχι, ομολογώ πως στους “Κανίβαλους” του Ελάι Ροθ δε θα δεις κάτι τέτοιο. Την σκηνή αριστούργημα ή τη μεγάλη έμπνευση. Όμως το είπα και το ξαναλέω, δε νομίζω ότι ο Ροθ, τουλάχιστον μέχρις στιγμής ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Ούτε προσπαθεί να συγκριθεί με τον κολλητό του στη ζωή και τα γούστα, Ταραντίνο. Παιχνίδι παίζει για να διασκεδάσει και είναι φανερό από το “Ηοstel” πως του αρέσει να διασκεδάζει πουσάροντας τα πράγματα στα άκρα. Aς μην ξεχνάμε πως με το “Hostel” o Ροθ χρίστηκε πάπας του torture porn. Mεταφρασμένο αυτολεξεί, “πορνό βασανισμού” που στην κινηματογραφική γλώσσα σημαίνει ταινίες τρόμου στις οποίες το ζητούμενο δεν είναι το σασπένς για να δημιουργηθεί τρόμος, αλλά ο βασανισμός της σάρκας και η έκθεση στο φακό όσο γίνεται πιο ακραίων καταστάσεων προς τέρψη του θεατή.

Ναι και που είναι το πρόβλημα; Πόσες ταινίες στο όνομα της τέχνης δεν έχουν φτάσει στα άκρα, αλλά δικαιολογούνται γιατί “αφού  είναι ταινίες τέχνης τότε η σκηνή κρύβει ένα βαθύτερο νόημα”; Όπως πχ, η Σαρλότ Γκενσμπούρ όταν κόβει την κλειτορίδα της με την κάμερα να ζουμάρει στον “Aντίχριστο” του Τρίερ. Και πόσα “σκουπίδια” ανακαλύφτηκαν εκ νέου ως αριστουργήματα; Από την εποχή των σπαγκέτι ουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε που βγαίνανε ως b movies μέχρι να ανακαλυφθούν ξανά από τους κριτικούς των Cahiers du Cinema ως αριστουργήματα μέχρι φυσικά τον Ταραντίνο που “νομιμοποίησε” σχεδόν τα πάντα.

Δικαιολογεί αυτό το “torture porn” ή δίνει καλλιτεχνική αξία στους “Kανίβαλους”; Μα εκεί είναι το ζήτημα. Κανένα από τα δύο δεν ζητάει αναγνώριση. Απλά είναι μέλη μιας κοινότητας που αντιλαμβάνεται το σινεμά με μια ευρύτερη, παραβατική έννοια. “Ε τότε πρόκειται για άρρωστες ταινίες φτιαγμένες από άρρωστους ανθρώπους που απευθύνονται σε ένα αρρωστημένο κοινό” θα μου απαντήσεις. Ξεχνώντας ότι ανθρώπινη φύση πάντα έλκεται από το μακάβριο. Το απαγορευμένο. Όσο κι αν ο εκπολιτισμός της δεν αφήνει τον άνθρωπο να το παραδεχτεί. Επειδή πάντα μας έλκει αυτό που μας φοβίζει. Ο άνθρωπος πάντα τρομάζει από το θάνατο και τον απομακρύνει σαν σκέψη χρησιμοποιώντας το σεξ, πάντα νοιώθει δέος απέναντι στο ανεξήγητο και αναζητά ξόρκια  πλάθοντας μύθους και παραμύθια που μοιάζουν με ταινίες τρόμου. Σκέψου την Κοκκινοσκουφίτσα.

Ο θάνατος και το σεξ και τα όρια της ηθικής. Ε, αυτό σου δίνουν αυτές οι ταινίες. Το άλλοθι μιας περιπλάνησης στο σκοτάδι μεταμφιεσμένης σε παραβατικό  παιχνίδι που κανείς όμως δε θα σε κατηγορήσει ως ανήθικο αν παίξεις μαζί του. Την εκ του ασφαλούς εξερεύνηση της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος (τεμαχισμένου εν προκειμένω), μια βόλτα στο λούνα παρκ με το τρενάκι του τρόμου. Ανίερα και ανόσια παραμύθια για ενήλικες, ένα πανηγύρι εντυπωσιασμού με τα ειδικά εφέ, ένα βράδυ στο σινεμά με το κορίτσι σου να πετάγεται ουρλιάζοντας, να σε αγκαλιάζει σφιχτά και μετά το φονικό όλη η αίθουσα να ξεσπάει σε γέλια. Γέλια. Εξορκισμός του φόβου και του σκοταδιού που υπάρχει μέσα μας με την πολλές φορές κακότεχνη αναπαράστασή του στην οθόνη και ηλεκτροσόκ στον μικροαστούλη σινεφίλ. Και ταυτόχρονα, επειδή μιλάμε για σινεμά, δημιουργία μιας μυθολογίας.

“Οι Κανίβαλοι” του Ροθ, κάνουν όλα τα παραπάνω με εντυπωσιακό φόντο και είναι πραγματικά απολαυστικοί  για “διεστραμένους” όπως εγώ αλλά αποτυγχάνουν να βρούν τη θέση που θα τους άξιζε σε αυτή τη μυθολογία μολονότι την αναβιώνουν με σεβασμό. Αντικειμενικά μιλώντας, το πρώτο μισό είναι αδικαιολόγητα βαρετό. Όταν αρχίσει όμως το πανηγύρι και μια φυλή στη ζούγκλα του Αμαζόνα αρχίζει και τρώει κοψίδια από μια ομάδα φοιτητών - ακτιβιστών που έπεσαν στα χέρια τους, γίνεται της τρελής. Με τον σκηνοθέτη να το διασκεδάζει φανερά, τόσο φανερά που δεν τον νοιάζει ούτε καν το τεχνικό μέρος, που είναι ότι του έρθει του καμεραμαναντζή. Ο Ροθ είναι σαν να έχει καπνίσει “τσιγάρο” και να τα αφήνει όλα στην τύχη τους. Τον ενδιαφέρει μόνο να χυθεί αίμα, να αποτίσει φόρο τιμής σε κάτι που αγάπησε πιτσιρικάς σαν θεατής και να ξεμπερδεύει με το παιχνίδι του όταν βαρεθεί, όπως και κάνει με βιαστικό τρόπο.

Το θέμα είναι πως αυτό που πλήρωσες να δεις θα το πάρεις και με το παραπάνω. Με εξωφρενικές σκηνές όπως αυτή που οι επιζήσαντες μπουκώνουν το στόμα μιας νεκρής έτοιμης για φάγωμα, με μαριχουάνα που  τη σπρώχνουν με καλάμι από το στόμα μέσα της κι όταν οι ιθαγενείς την ψήνουν και την τρώνε μαστουρώνουν όλοι μαζί. Ο Ροθ τεστάρει συνέχεια τα όρια σου, τα όρια του κακού γούστου, της μικροαστικής αντίληψης και ηθικής και φυσικά της πολιτικής ορθότητας. Το πρόβλημα είναι πως παρασυρμένος από όλο αυτό ξεχνάει να επεκτείνει τα δικά του ως σκηνοθέτης και παραμένει εγκλωβισμένος  στη μετριότητα. Αλλά όπως έγραψα στην αρχή, αυτό φαίνεται να είναι το τελευταίο που φαίνεται να τον ενδιαφέρει, οπότε δεν είναι δική μου δουλειά. Ούτε των κριτικών, ίσως επειδή αυτοί κανιβαλίζουν, με πιο σαλονάτο τρόπο.

***Aκολουθήστε τον ΤΑΖ στο https://www.facebook.com/tazthebuzz