Tι φταίει για την ήττα της ΛΑ.Ε.

Του Βασίλη Κωνσταντίνου Φούσκα*

Πολλά έχουν ήδη ειπωθεί για τη μη είσοδο της ΛΑ.Ε. του Παναγιώτη Λαφαζάνη στη Βουλή. Τίποτε απ΄ όσα έχουμε διαβάσει δεν δίνει μια ικανοποιητική απάντηση στην ήττα αυτού του νέου ριζοσπαστικού μορφώματος που βγήκε μέσα από τα σπλάχνα του ΣΥΡΙΖΑ. Για μας δεν φταίει ούτε ο λιγοστός χρόνος προετοιμασίας που είχε, ούτε το γεγονός της διάσπασης καθαυτό, ούτε το μεγάλο ποσοστό αποχής, ούτε και η κούραση του αριστερού κόσμου που βαρέθηκε τις διασπάσεις.

Επίσης, υπάρχει και η άποψη της μεγάλης αλαζονείας που επέδειξαν αρκετά στελέχη της ΛΑ.Ε. κατά την προεκλογική εκστρατεία. Αν και όλα αυτά σίγουρα συνέβαλαν στην ήττα της, ωστόσο παραμένουν εξαρτημένες εκφάνσεις μιας διάστασης που ελάχιστα έχει συζητηθεί. Για μας φταίει η αδυναμία αυτής της παράταξης και των στελεχών της να προσδώσουν στην πολιτική τη μόνη διάσταση που της αρμόζει, τη διάσταση ολότητας. Τι θέλουμε να πούμε;

Στην ουσία, η απαγκίστρωση της «Αριστερής Πλατφόρμας» (Α.Π.) από τον ΣΥΡΙΖΑ σήμαινε ότι στα στελέχη αυτής της τάσης απέμενε μόνο ένα θέμα πάνω στο οποίο θα έπρεπε να χτίσουν ένα ολόκληρο πολιτικό εποικοδόμημα άσκησης πολιτικού λόγου και πράξης προκειμένου να ελκύσουν και να διεκδικήσουν την προοδευτική ψήφο του ελληνικού λαού: το θέμα της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα από τη στιγμή που εφαρμογή του μετριοπαθούς κεϊνσιανού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της ΟΝΕ ήτο αδύνατη.

Αυτή η προοπτική, όσο κι αν αντικατοπτρίζει όψεις της αλήθειας, στην ουσία διαλύεται μέσα στα άπειρα διακυβεύματα της κοινωνίας, των θεσμών, των διεθνών σχέσεων της χώρας και της κοινοβουλευτικής πολιτικής, τα οποία όχι μόνο δεν συρρέουν στη συγκρότηση κόμματος/μορφώματος επί τη βάσει μιας μόνο θεματικής, αλλά και απαγκιστρώνουν την επιρροή αυτή της θεματικής από τις μεγάλες λαϊκές μάζες, εφόσον πλέον άφησαν τον «τόπο» μέσα στον οποίο δημιουργήθηκε και ασκήθηκε αυτή η θεματική: το κόμμα-τόπο της Αριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η απόφαση της Α.Π. ν΄ αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλοντας τον ως μνημονιακό κόμμα, διεκδικώντας αλαζονικά το πολιτικό αλάθητο στη βάση μερικών οικονομικών μελετών, κλόνισε την εμπιστοσύνη του λαού προς αυτή τη τάση τιμωρώντας τη ΛΑ.Ε. Σ΄ εμάς, η ΛΑ.Ε., τηρουμένων όλων των ιστορικών και πολιτικών αναλογιών, θυμίζει το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, Πολιτική Ανοιξη, όπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990 προσπάθησε να διασπάσει τη Ν.Δ. στη βάση μιας μόνο θεματικής, αυτής του «Μακεδονικού ζητήματος».

Το εγχείρημα του Σαμαρά ηττήθηκε κατά κράτος και η πρόβλεψή μας είναι ότι όπως ο Σαμαράς επέστρεψε στη Ν.Δ., έτσι και τα περισσότερα στελέχη της ΛΑ.Ε. θα επιστρέψουν στον ΣΥΡΙΖΑ, αν και εφόσον οι βασικές σταθερές του νέου δικομματικού συστήματος που αναδείχτηκε μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. κρατήσει και εδραιώσει τις πολιτικές και ιδεολογικές του συντεταγμένες, κάτι που σίγουρα θα συμβεί αν υπάρξει μείωση χρέους απ΄ τους δανειστές και οικονομική ανάκαμψη. Κοντολογίς, η ΛΑ.Ε. πρέπει μόνο να ελπίζει σε επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών προκειμένου να ελπίζει σε εκλογικά οφέλη.

Αυτό καθόλου δεν σημαίνει, το επαναλαμβάνουμε, ότι οι θέσεις της ΛΑ.Ε. στο ζήτημα «Ευρώ ή δραχμή» είναι αναλυτικά λάθος. Τουναντίον, έχουμε πει και έχουμε γράψει παλιότερα αλλά και πρόσφατα (δες «Εφ.Συν.», 24-7-2015) ότι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα παραμένει μια ιστορική πιθανότητα και έχουμε διαγράψει τις προϋποθέσεις. Αλλά σε καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ειρηνικών περιόδων δεν μπορείς να οικοδομήσεις στρατηγική με βάση την «αλήθεια» που κατέχεις από τις ερευνητικές σου προσπάθειες, ειδικά όταν η αλήθεια αυτή είναι μονο-θεματική.

Στην κοινοβουλευτική πολιτική, δηλαδή στον πραγματολογικό καπιταλιστικό-θεσμικό χώρο, στον οποίο η ολότητα είναι ενεργή, δεν μπορείς να μεταφέρεις αυτούσια μια οποιαδήποτε ερευνητική αλήθεια, η οποία μάλιστα φρόντισες να την εμποτίσεις με ριζοσπαστική ιδεολογία και αντι-καπιταλισμό. «Υπάρχει πάντα μια δομική απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης», έγραφε ο Νίκος Πουλαντζάς στο τελευταίο του βιβλίο, «Μεταξύ της θεωρίας και του πραγματικού».

Οπερ σημαίνει ότι τα ευρήματα και τα πονήματα των στελεχών της ΛΑ.Ε. είναι αληθινά και ορθολογικά στον βαθμό που παραμένουν στο πεδίο της ανάλυσης και της έρευνας, χωρίς τις μεσολαβήσεις, παραχαράξεις και αλλοιώσεις που επιφέρει η κάθοδός τους στο πεδίο της κοινοβουλευτικής πολιτικής και των πολλαπλών διαμεσολαβήσεων των θεσμών του καπιταλισμού, για να μην αναφέρουμε εξωτερικές συνιστώσες, όπως τα διεθνή ζητήματα της χώρας.

Μ΄ άλλα λόγια, η καθαρότητα της ριζοσπαστικής έρευνας δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στο πεδίο της κοινοβουλευτικής πολιτικής και να αναμένει να καταγράψει θετικά εκλογικά αποτελέσματα.

Επίσης, είναι και κάτι άλλο που παραμένει σημαντικό. Η διαλεκτική της ριζοσπαστικής θεωρητικής αλήθειας με την κοινωνική πραγματικότητα βρίσκεται σε θέση ευθυγράμμισης μόνο όταν η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα είναι ριζοσπαστική, δηλαδή οι συνθήκες και η συγκυρία είναι πράγματι επαναστατικές, όπως για παράδειγμα είναι συνήθως μετά από έναν πόλεμο. Αυτό, παρόλο που ο λαός είναι εξουθενωμένος και τα όρια του συστήματος έχουν φανεί, δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα, ούτε βέβαια και σε καμιά χώρα της Ευρώπης.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου