Η αιολική για πρώτη φορά φθηνότερη ενέργεια σε χώρα του G7

econews

Η χερσαία αιολική ενέργεια έγινε για πρώτη φορά φθηνότερη πηγή ενέργειας σε χώρα του G7, στην ομάδα των επτά πλουσιότερων χωρών του κόσμου.

Η χώρα αυτή είναι η Βρετανία, όπου η κυβέρνηση έχει προβεί σε μια σειρά μέτρων ανάσχεσης της ανάπτυξης των ΑΠΕ, κατά κύριο λόγο της χερσαίας αιολικής ενέργειας και κατά δεύτερο λόγο των φωτοβολταϊκών.

Περιβαλλοντικές οργανώσεις, επιστήμονες και πολιτικοί αντίπαλοι κατηγορούν τη βρετανική κυβέρνηση ότι χάνει μια μοναδική ευκαιρία να επιτύχει τους φιλόδοξους κλιματικούς στοχους της χώρας με τη στάση της απέναντι στη χερσαία αιολική ενέργεια.

Το Γουέστμινστερ έκοψε τις επιδοτήσεις προς τα χερσαία αιολικά και έδωσε στις τοπικές κοινωνίες τον τελικό λόγο για τις εγκαταστάσεις νέων αιολικών πάρκων στην περιοχή τους.

Τα νούμερα που δίνει η νέα έκθεση του Bloomberg New Energy Finance για το σταθμισμένο κόστος παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας σε όλο τον κόσμο δείχνουν ότι τα χερσαία αιολικά πάρκα δεν είναι μόνο φθηνότερα από τις θερμοηλεκτρικές μονάδες άνθρακα και τους σταθμούς φυσικού αερίου, αλλά είναι φθηνότερα και από τις υπεράκτιες ανεμογεννήτριες που συνεχίζει να προωθεί η βρετανική κυβέρνηση.

Αυτή τη στιγμή, τα χερσαία αιολικά πάρκα παράγουν τρεις στις πέντε Μεγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας στη Βρετανία. Παρότι η τεχνολογία αυτή θα διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία της τα επόμενα χρόνια, οι υποστηρικτές της αιολικής ενέργειας κάνουν λόγο για «χαμένη ευκαιρία» ώστε να μεγιστοποιηθεί η ισχύς της.

Το κόστος της χερσαίας ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρώπη μέσα σε ένα χρόνο έπεσε δραματικά από τα 108 δολάρια ανά Μεγαβατώρα το 2014 στα 85 δολάρια σήμερα, αφού οι ανεμογεννήτριες είναι αποδοτικότερες και η εγκατάστασή τους κοστίζει λιγότερο.

Στην ίδια περιοχή κατά την ίδια περίοδο, η ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα εκτοξεύτηκε στα 115 δολάρια ανά Μεγαβατώρα από τα 98 δολάρια και το φυσικό αέριο στα 114 δολάρια από τα 100 δολάρια.

Η αύξηση ενσωματώνει τη μεγάλη αύξηση στο κόστος που θα καταβάλλουν οι εταιρείες για τους ρύπους που εκπέμπουν σύμφωνα με τους νέους ευρωπαϊκούς κανονισμούς (δηλαδή για τα δικαιώματα που ζητούν να τους παραχωρηθούν «δωρεάν» από την Ευρώπη η ηγεσία και οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ -περίπου ταυτολογία- με το πρόσχημα της «οικονομικής κρίσης» ώστε να είναι οικονομικά βιώσιμη η επένδυση στην θερμοηλεκτρική μονάδα Πτολεμαΐδα 5).

Η υπεράκτια αιολική ηλεκτροπαραγωγή κοστίζει 175 δολάρια ανά Μεγαβατώρα σύμφωνα με το Bloomberg New Energy Finance.

«Υπάρχει ακόμα μια τάση στην κοινή γνώμη να πιστεύει ότι οι ΑΠΕ είναι ακριβές και ότι ο άνθρακας και το φυσικό αέριο είναι φθηνά» δήλωσε ο επικεφαλής της έρευνας του BNEF, Σεμπ Χένμπεστ. «Την τελευταία πενταετία αυτό έχει αλλάξει», σχολίασε, «λόγω της μείωσης του κόστους του εξοπλισμού και της χρηματοδότησης».

Η μείωση του κόστους δανεισμού σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα ωφελεί πολύ περισσότερο τα αιολικά πάρκα από τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια διότι συγκριτικά ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος του κόστους ενός έργου ΑΠΕ προκύπτει στη φάση της κατασκευής (στη συνέχεια δεν χρειάζεται η αγορά ή η παραγωγή πρώτων υλών όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ορυκτών καυσίμων).

Ο Τζίμυ Ώλντριτζ από το Ινστιτούτο Έρευνας Δημόσιας Πολιτικής (IPPR), μια βρετανική «δεξαμενή σκέψης», διαλύει το μύθο των επιδοτήσεων προς τις ΑΠΕ επισημαίνοντας ότι αυτή τη στιγμή στη Βρετανία «καταβάλλονται νέες επιδοτήσεις στον άνθρακα, το φυσικό αέριο και τα πυρηνικά για να αντισταθμιστούν οι μεταβολές στις επιχειρηματικές συνθήκες που έχει επιφέρει η μείωση του κόστους των ΑΠΕ».

—Η έκθεση του BNEF

Το BNEF δημοσίευσε την αναθεωρημένη έκθεση για το Σταθμισμένο Κόστος Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (LCOE) από διάφορες τεχνολογίες κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2015 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χερσαία αιολική ενέργεια είναι απόλυτα ανταγωνιστική απέναντι στον άνθρακα και το φυσικό αέριο σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, ενώ στις υπόλοιπες η ψαλίδα κλείνει, όπως και με τα φωτοβολταϊκά.

Το σταθμισμένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής (LCOE) ενσωματώνει το σύνολο του κόστους ενός έργου, από τη φάση της κατασκευής μέχρι τη φάση της αποξήλωσης. Στην περίπτωση των ΑΠΕ το κόστος του εξοπλισμού έχει μειωθεί δραματικά, το κόστος των πρώτων υλών της ηλεκτροπαραγωγής είναι μηδενικό, ενώ το κόστος της αποξήλωσης εκτιμάται ότι είναι χαμηλότερο σε σύγκριση με αυτό των γιγάντιων θερμοηλεκτρικών μονάδων άνθρακα και ειδικά των πυρηνικών εργοστασίων που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της διαχείρισης των αποβλήτων.

Οι ΑΠΕ θεωρείται ότι προκαλούν έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο. Όσο περισσότερη καθαρή ισχύς εγκαθίσταται τόσο λιγότερο χρησιμοποιούνται οι μονάδες άνθρακα και φυσικού αερίου με συνέπεια το κόστους τους να ανεβαίνει. Όσο αυτό συμβαίνει τόσο περισσότερες ΑΠΕ έχει οικονομικό νόημα να εγκαθίστανται.

Με άλλα λόγια οι ΑΠΕ μειώνουν τον παράγοντα δυναμικότητας (capacity factor). Παράγοντας δυναμικότητας είναι ο λόγος της πραγματικής ηλεκτρικής ενέργειας που παρήγαγε μια μονάδα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα έναντι της δυνητικής ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορούσε να έχει παράξει εάν λειτουργούσε στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

Μπορεί οι μονάδες ορυκτών καυσίμων, ειδικά αυτές του φυσικού αερίου, να έχουν υψηλό παράγοντα δυναμικότητας που φτάνει το 70% έναντι 20% των φωτοβολταϊκών, αλλά για πρώτη φορά, η ευρεία διείσδυση των ΑΠΕ λειτουργεί αποτελεσματικά στη μείωση της ισχύος/δυναμικότητας των ορυκτών καυσίμων.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το μεταβλητό κόστος για την παραγωγή ενέργειας από ένα αιολικό ή φωτοβολταϊκό είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ οι μονάδες άνθρακα ή αερίου απαιτούν περισσότερα καύσιμα για κάθε νέο Watt που παράγουν.