Πάμε Σύνταγμα μέσω Θεσσαλονίκης; (Όλυμπος – Νάουσα)

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Έχω την αίσθηση – και συμπαθάτε με αν κάνω λάθος – πως όλα αυτά τα παράδοξα των τελευταίων ετών σε αυτόν τον τόπο, ακουμπάνε πρωταρχικά σε μία μάλλον εύπεπτη και εν πολλοίς γλυκανάλατη τσουλήθρα,  που τεχνηέντως βαφτίσαμε κατόπιν περισπούδαστα «Πτώση Αξιών».

Μετά, τη στήσαμε μπάστακα σαν το Δρομέα, αυτό  το αηδιαστικό πράσινο που τρέχει  και δυστυχώς το ρημάδι  δεν χαλάει να το εξαφανίσουνε μπας και ηρεμήσουν τα μάτια μας .

Άσε που έτσι και το πιάσεις κόβεσαι σαν κι αυτούς που το γυρνάνε απο δώ κι απο κεί γιατί δεν έχουν τι να το κάνουν.

Στο τέλος πάντως,  απλώσαμε χαλαρά στην τηλεόραση μια αρίδα απο δω ίσα με απέκει, γυρίσαμε μία δεξιά και μιά αριστερά νωχελικά τη μισογεμάτη κεφάλα μας και ανάψαμε πασαλίδικα ένα βαρύ τσιγάρο.Το που θάπεφταν οι στάχτες βέβαια, ήταν και παραμένει παγερά αδιάφορο.

Δεν θα ψάξω για αιτίες, γιατί έτσι τελικά μπορεί και να χαλάσουμε τις καρδιές μας .

Εντάξει. Έχουμε πλέον εξαντλήσει όλες τις κινήσεις, αλλά ο πονοκέφαλος πονοκέφαλος.

Γι αυτό,  απο αλλού θέλω να δούμε το θέμα.

Άλλωστε,  πιο πολλά μοιράζεσαι γνωστικά όταν ακούς,  παρά όταν  το ξεφτιλίζεις στις ξυλοκουβέντες.

Εύκολα, αν παίξεις τη RAM σου λίγο μπρος – πίσω, εκεί θα καταλήξεις και συ, όπως άλλωστε και γω λίγο πιο πριν αλλά και όσες άλλες φορές πιο παλιά το αναρωτήθηκα.

Εδώ λοιπόν, ξέρω ότι απέναντί μου στέκεται και με προκαλεί ένα κάτι τις ασαφές, ένα μάλλον τίποτα.

Για σένα και τη φαντασία σου ας του δώσουμε ένα άλλο όνομα για να μην του χαλάσω τη μόστρα.

Ας το πούμε « κενό».

Αυτό το «κενό» με αφουγκράζεται.

Αυτό το «κενό» σε αφουγκράζεται.

Απο μεριάς του βέβαια, δε μπορεί να κάνει και κάτι άλλο!

Κάποιος όμως πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα.

Ποιό είναι αυτό, πότε και πώς, είναι αυτό που χωρίζει τη «στατική στιγμή» απο το «δυναμικό πάω».

Αν δεις αυτά τα δύο σαν σημεία ονειρικά, όπως τους πρέπει, κάπως θα δεις ότι συνδέονται.

Η σύνδεσή τους, εν είδει γεφυριού, έχει ένα όνομα πολλά χρόνια τώρα.

Πιθανώς να φορτίζεται νοηματικά και να εκφορείται ηχητικά με κάτι σαν  «Αξιοπρέπεια» .

Αν παίζει ακόμη αυτή η λέξη.

Ξέρεις, αυτή που χάθηκε απο τότε που μιά άλλη ροκιά, το «Φιλότιμο», κατάντησε τσολιαδάκι MADE IN CHINA για καλτσωμένους με πέδιλα στο Μοναστηράκι.

Ή από τότε που ντόπιοι τσίφτες, χαμένοι πίσω απο τις έντεχνες τσίκνες των ιθαγενών σουβλακερί με περιούσιο  - τζάμπα -  είδος την  άρπα κόλα ΣΥΓΝΩΜΗ,  γελάνε προκλητικά και ατιμώρητα μπροστά στα μούτρα μας.

Ή  απο τότε που το παγωμένο χαμόγελο της άγνοιας κάποιων θεωρητικά δικών μας ,  απέναντι στην όποια άνεση και γνώση κάποιων θεωρητικά αλλοτρίων , μας αφήνει αδιαμαρτύρητα  άφωνους όσο και εκστατικά κοκκαλωμένους.

Και δε σχετίζεται ούτε με το «κερδίζω» ούτε με το «χάνω».

Αλλά με το ποιός ΕΣΥ (πραγματικά) ΕΙσαι. Και κυρίως που θέλουνε να σε πάνε.

Κάθε φοιτητικό μου μεσημέρι στη Σαλονίκη, κατά τις 2, με την προϋπόθεση ότι υπήρχαν λεφτά, έφευγα με το μοτοποδήλατο απο τις Σαράντα Εκκλησιές και κατέβαινα Όλυμπος-Νάουσα για φαγητό σε πακέτο. Ψώνιζα για μένα, τους συγκατοίκους και όποιες άλλες υπάρξεις μας έκαναν την τιμή να φάνε μαζί μας.

Τα γεροντάκια στο ταμείο ήταν τόσο συμπαθητικά!

Όρθια πάντα πίσω απο εκείνο τον πάγκο που έβλεπες φάτσα κάρτα μπαίνοντας, δεν είδα ποτέ να είναι χωρίς αυτό το τυπικό κουστουμάκι, τη γραβάτα, ένα γέρικο πλην αληθινό χαμόγελο, ένα «καλωσήλθατε» που μόνο στη Σαλονίκη έχουν ένα ιδιαίτερο τρόπο να λένε απ’ την ψυχή τους και να είναι, ενώ παράλληλα περνούσαν με μολυβάκι στα κατάστιχα ότι τα γκαρσόνια τους έδειχναν πάνω στους δίσκους να «χτυπήσουν»,  κάπου στη μέση της πορεία τους προς τα αριστοτεχνικά στημένα τραπέζια με τους εκλεκτούς εξ ορισμού πελάτες.

Ποτέ δεν κατάλαβα αυτός ο τίτλος «Όλυμπος – Νάουσα» τι έκρυβε απο πίσω του, για να είμαι ειλικρινής, αλλά δε νομίζω να μας μπερδεύει και ιδιαίτερα εδώ αυτό.

Μεταξύ μας, εγώ θεωρούσα ότι πότε το ένα γερόντι ήταν ο Όλυμπος και πότε η Νάουσα και τούμπαλιν, αλλά ιστορικά ρε παιδί μου δεν έκατσε ποτέ να ρωτήσω μπας και το επαληθεύσω!

Αυτές άλλωστε ήταν συνήθεις σκέψεις της μοναξιάς μου όταν πήγαινα σε αυτό το άντρο της ευγένειας μόνος και κάθε φορά έμπαιναν σα σκέψεις για να μπαίνουν για το όσο περίμενα και μέχρι νεωτέρας.

Αρκετές φορές όμως, εύρισκα καθισμένους στην ενδοχώρα πελάτες φίλους, οπότε έπινα πιθανόν και κάτι μαζί τους όση ώρα περίμενα για να " με ετοιμάσουν"!

Συνήθως παρκάριζα ακριβώς απέξω, αφήνοντας κρεμασμένο το κράνος στο τιμόνι.

Μέχρι που κάποια φορά, βγαίνοντας έξω, βρήκα μόνο το κράνος...

Επειδή όμως ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, το ίδιο βράδυ έπιασα το μηχανάκι μου με τον κλέφτη επάνω. Βιαζόταν λέει να πάει κάπου και το βούτηξε!

Πτυχίο πήρα.

Άρα, όπως καταλαβαίνετε, δεν τον σκότωσα. Τελείως τουλάχιστον...

Μία άλλη φορά, φτάσαμε στην είσοδο μαζί με το Μάνο Κατράκη.

Συνοδευόταν απο τη γυναίκα του.

Στην είσοδο έκανε συνήθως πιάτσα ένας συγκεκριμένος λαχειοπώλης.

"Τι μου κάνεις μωρε? Είσαι καλά?" είπε το θεατρικό τέρας στον λαχειοπώλη με εκείνη τη φωνή που σάρωνε.

Θυμάμαι τη στιγμή σαν τώρα.

Όχι τόσο για τη φωνή.

Αλλά για τη χειρονομία του θεατρανθρώπου αυτού που πέρασε τεχνηέντως και βουβά ένα χαρτονόμισμα των 50 δραχμών στον πλανόδιο, για να εισπράξει ένα σιωπηλό "Σε ευχαριστώ", μετατρέποντας μπροστά στα απορημένα μάτια μου το μεγάλο σε απέριττο και τη βραχνάδα σε ανθρωπιά ενός αγνώστου μέχρι τότε επιπέδου, μην πω και μέχρι σήμερα.

Για την είσοδο αυτή, τη στιγμή , τη φωνή, τον αέρα, τη σιωπή του χρόνου, τα αμφιθέατρα, τα θέατρα, το άχρωμο σήμερα, το απλό γαμώτο, Μάνο Κατράκη σε ευχαριστώ...

Ετεροχρονισμένα ή μη, δεν έχει δα και καμμιά σημασία...

Το Όλυμπος-Νάουσα άλλωστε, δεν υπάρχει πιά εδώ και χρόνια.

Ένα μεγάλο μέρος της καρδιάς μου για τη Θεσσαλονίκη χάθηκε με αυτό.

Τα μαύρα παντελόνια με τα άψογα λευκά σακάκια, τα σχεδόν κολλαρισμένα απο του πλυσίματος την επανάληψη, αλλά και τα άψογα κολλαριστά τραπεζομάντηλα με τα πετσετάκια τα πάνινα και τα ποτήρια τα ζεστά, πέρασαν πιά στην ιστορία.

Δεν ξέρω εκείνο το κομμάτι της παραλίας, εκτός απο την πάγια μουρμούρα των κυμάτων, πόσα στο εξής θάχει να σκέφτεται.

Σίγουρα πάντως, θα έχει να προβληματιστεί σοβαρά για μία έστω και στοιχειωδώς επάξια συνέχεια, αν σέβεται και στο ελάχιστο τα κίτρινα παραλιακά φώτα της ομίχλης που της κάνουν παρέα εδώ και χρόνια.

Εγώ πάντως, ταμπουρωμένος πίσω απο τον προσωπικό μου συμβιβασμό, δεν μπορώ να πω πως δεν σκέπτομαι αυτό που οι Κινέζοι στοιχειοθετούν σκελετικά σε λόγο και περισπούδαστα πετάνε, πως "Ότι ανεβαίνει κάποτε θα πέσει".

Στην προκείμενη περίπτωση, το εστιατόριο που κράτησε σταθερή την ποιότητα φαγητού, εξυπηρέτησης και κοσμιότητας σε μια πόλη που κουβαλάει κατά κόρον πονεμένες μυρωδιές από χαμένες πατρίδες, πέρασε αξιοπρεπώς το αιώνιο λευκό του πίσω απο το πέπλο του «υπάρχω» .

Σε αυτό που κάποιοι αναίσχυντα ίσως και να λένε  «in», χάθηκε τελευταία και η πλώρη του, διακριτικά, φιλήσυχα, αρμονικά, σχεδόν φιλόξενα, σε αυτή τη θάλασσα που όλοι μας καλούμε παρελθόν.

Ίσως γιατί μπορεί και να ξεπεράστηκε.

Ίσως γιατί και κτιριακά να μην άντεχε άλλο.

Ίσως γιατί χάθηκε το γεροντάκι  Όλυμπος και το φιλαράκι του τον πήρε στο κατόπι σύντομα μαζί με τις μαυρομύτες, τον πάγκο και την ευγένεια πριν ο επόμενος «καλωσήλθατε» αντικαταστάτης βρεθεί.

Να σου πω όμως κάτι?

Όσα χρόνια εγώ τόζησα – και υποθέτω χιλιάδες πριν αλλά και μετά απο μένα – ήταν πάντα ένα σημείο αναφοράς.

Γιατί εκτός των άλλων δεν έβαλε ποτέ νερό στο κρασί του.

Ή γιατί η ιστορία του δε φτήνηνε σε πείσμα καιρών σάπιων ακόμη και σε περιπτώσεις αντιπαράθεσης με μεταγενέστερα υποκατάστατα – χωρίς αμφιβολία - αξιακώς υπερτιμημένων.

Ή γιατί η πραγματική Ιστορία αν θες, γράφεται απο απλούς καθημερινούς ανθρώπους που το στίγμα τους περνάει τεχνηέντως κατόπιν στα αζήτητα επειδή κάποιους κατοπινούς «στεγνούς» απλά  ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΒΟΛΕΥΕΙ.

Υπό το πρίσμα αυτό, αν και εξυπηρέτησε ισότιμα απο βασιλείς μέχρι απλά φοιτητάκια σαν και μένα, έσβησε γλυκά στην ιστορία αφήνοντας πίσω του αυτό που σήμερα λίγοι απολαμβάνουν επάξια.  

Μια αξιοπρέπεια που δικαιωματικά ανέκαθεν το περιέβαλε.

Μέσα στην αγκαλιά της, άφησε την τελευταία του πνοή κι αυτό ...



Δελφοί.

Μηδέν άγαν (τίποτε δεν είναι ολοκληρωμένο)

Δελφοί.

Γνώθι σαυτόν.(Να ξέρεις ποιός είσαι)

Ανάμεσά τους ΕΙ (συνειδητά να ΕΙσαι)

Αθήνα.

Σε σένα μιλάω ταξιδιώτη μου, αν και

για όλα όσα ακολουθούν, ξέρεις  ρωτώ και μένα:

- Θες να είσαι στο 500 π.Χ. ή προτιμάς 2015 μ.Χ.?

- Θες να είσαι στην Πνύκα ή προτιμάς Σύνταγμα?

Σε σένα

που απορίες λες σε γέμισαν, μ’ απάντηση δεν πήρες,

μετά είπες σε πούλησαν κι έτσι μπορεί να ήταν  

και γω ήδη βαρέθηκα να λέω πως πάω γι άλλα.

Μαντάτα που ΄ψαξες να βρεις μπας και σωθεί η πόλη,

τα ξύλινα τα τείχη σου όπου κι αν πας, ‘δώ ήταν!

Τη γλώσσα τους σε ξέμαθαν να ακούς,

μα σου μιλούν αιώνες!

Δεν τα ακούς περίτεχνα της δάφνης τα χαμένα;

Εγώ πάντως που έφυγα ψάχνοντας γιατροσόφι,

στα ξύλινα με γύρισαν ευθύς και προς τα μέ ρωτάω.

Πάνω τους, μόνη, σιωπηλή γυρνά βαριά μία κόρη.

Ευθυτενής λένε, κι απόμακρη, μα ίσως και να σφάλλουν.

«Αξιοπρέπεια» τη φωνάζαν οι εκεί, μά θα ξαναρωτήσω.

Ε  δε μπορεί,  στο Σύνταγμα που μου ΄πανε  για νά ρθω ,

απο την τρύπα όταν θα βγώ κι απο τη γκρί βολή μου

κάποιος θα ξέρει να μου πεί, κάτι, να μου τη δείξει.

Αν λύσω τη γραβάτα μου και με νομίσουν ίδιο

μπορεί  και κάποιος να μου πει πως ίσως τη γνωρίζει...