Εμείς στον Αρη, ο Λασκαράτος στον Δία

Του Παντελή Μπουκάλα

Το τρεχούμενο νερό που εντοπίστηκε στον Αρη δεν θα λύσει βέβαια το πρόβλημα της λειψυδρίας που βασανίζει μεγάλες περιοχές του πλανήτη μας και, όπως υπολογίζεται, θα προκαλέσει τις επόμενες ασυγκράτητες προσφυγικές ροές. Δεν είναι πάντως ανόητη πολυτέλεια η εξερεύνηση του Διαστήματος. Τα οφέλη, πέρα από τη διεύρυνση των ίδιων μας των ψυχικών και πνευματικών οριζόντων, είναι απτά: στη μηχανική, στις επικοινωνίες, στην ιατρική. Μακάρι και στη μελέτη των εγκάτων της Γης, που θα αναδείξει και θα αξιοποιήσει λίμνες και ποτάμια βαθιά κρυμμένα και αγεωγράφητα ακόμα, ικανά να ξεδιψάσουν μεγάλους πληθυσμούς. Η λεγόμενη «γαιοποίηση» άλλων πλανητών, για να φιλοξενήσουν τους εκλεκτούς όταν θα αποτελειώσουμε τη Γη, είναι σπουδαίο σχέδιο. Αλλά και το να αναχαιτίσουμε την «ερημοποίηση» της Γης δεν έχει μικρότερη σημασία. Μάρτυρές μας οι αρκτικοί παγετώνες που λιώνουν και η αφόρητα διψασμένη Αφρική.

Τα δικά της κέρδη μετράει και η λογοτεχνία, ανώνυμη και προσωπική (και δεν εννοώ εδώ την επιστημονική φαντασία). Το στερέωμα δεν έπαψε ποτέ να τη συγκινεί και να την εμπνέει. Πρώτα πρώτα επειδή της δωρίζει όμορφο υλικό για να δοξολογήσει την αγαπημένη ή τον αγαπημένο, συγκρίνοντάς τον με τον ήλιο ή το φεγγάρι. Ας θυμηθούμε την «ηλιογέννητη» του δημοτικού τραγουδιού (που επηρέασε Παλαμά και Δροσίνη) και τη «φεγγαροπρόσωπή» του· και βέβαια, την εξαίσια «κουμπάρα που έγινε νύφη», και η οποία, για να ξανακερδίσει τον αγαπημένο της, «έκατσε κι στολίστηκε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. / Βάζει τον ουρανό μαντί, τη θάλασσα μαγνάδι, τον ήλιο βάζει πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος» (μαγεύοντας έτσι Σολωμό και Παλαμά). Κι έπειτα η ουράνια σκέπη μας, αχανής και με αμέτρητα τα μυστικά της, κινητοποιεί το μυαλό, το πείθει να ταξιδέψει. Στη Σελήνη, όπως στην περίπτωση του Λουκιανού, του πρώτου διδάξαντος με την «Αληθή ιστορία» του, ή στον Δία, όπως θα δούμε παρακάτω.

Καμιά φορά αρκεί να πέσει από τον ουρανό ένα θραύσμα μετεωρίτη για να συγκινηθεί κάποιος ποιητής. Αυτό συνέβη με τον Γεώργιο Δροσίνη: Το ποίημά του «Αγνωστης γλώσσας» (στη συλλογή «Φωτερά σκοτάδια», 1915) γράφτηκε, όπως ο ίδιος υποσημειώνει, «για ένα κομμάτι απ’ τον αερόλιθο με τα παράξενα σημάδια του». Η πρώτη στροφή: «Αγνωστης γλώσσας γράμματα στην όψη έχει γραμμένα / σε μια γραφή σταλμένη στη γη απ’ τους ουρανούς. / Ω! τι ουράνια μυστικά βρίσκοντ’ εκεί κρυμμένα, / που δεν μπορεί να νιώσει ποτέ του ανθρώπου ο νους!»

Ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημα «Οι ουρανοί» (της συλλογής «Περάσματα και χαιρετισμοί», 1931) μιλάει αρκετά πρώιμα για την ασημαντότητα όχι πια του γαλάζιου πλανήτη μας αλλά του ίδιου του θεόρατου Ηλιου: «Φως καντήλας ο ήλιος μας / χάνεται στους χίλιους / και στους αλογάριαστα / κύκλους, / ήλιων ήλιους. // Αξεδιάλυτο και το φεγγάρι, / μια χλομή αντηλιά, / τάχα ερμιά; τάχα οικουμένη; / Γύρω η γη, σταλιά. / Και σταλιά σταλιάς, πνοή, τίποτε, / μέσ’ από τη γη του ο νους / τους ακαταμέτρητους / πώς μετρά ουρανούς!» Ας προσέξουμε το θαυμαστικό και στον Δροσίνη και στον Παλαμά. Δεν είναι μια αδιάφορη τυπογραφική σύμβαση της εποχής. Είναι κι ένας δείκτης ότι βρισκόμαστε ακόμη σε καιρούς που οι άνθρωποι μπορούν να ξαφνιαστούν, να απορήσουν, να θαυμάσουν.

Ας πάμε όμως στον Δία. Με ξεναγό τον Ανδρέα Λασκαράτο (1811-1901). Τον χλευαστή Κεφαλονίτη ποιητή και πεζογράφο, που το 1856 πλήρωσε με αφορεσμό τα «Μυστήρια της Κεφαλονιάς». Πλήρωσε δηλαδή με σχεδόν πλήρη κοινωνικό αποκλεισμό τον πόλεμό του στη θρησκοληψία και στις δεισιδαιμονίες ποιμένων και ποιμνίου, οι μισές από τις οποίες πανηγυρίζουν και σήμερα (η εμπορευματική λατρεία «ιερών λειψάνων» λ.χ.). Ο αποκλεισμός του «φιλόνεικου» Λασκαράτου υπήρξε ψυχοφθόρος αλλά όχι πνευματοκτόνος. Το φρόνημά του, χάρη και στο καταφύγιο της τέχνης, κρατήθηκε υψηλό. Το δείχνει αυτό και το βιβλίο του «Ηθη, έθιμα και δοξασίες της Κεφαλονιάς» (σύντομα δηκτικά διηγήματα η ύλη του), που εκδόθηκε μεταθανάτια, το 1924, με πρόλογο του Γρηγορίου Ξενόπουλου.

«Μια λαμπρή ξάστερη βραδιά του καλοκαιρού», λέει λοιπόν ο Λασκαράτος στο κείμενό του «Ταξίδι στον πλανήτην Δία», «ξαπλωμένος απάνου στο παραθάλασσο της εξοχής μου, εκοίταζα τ’ άστρα». «Γεμάτος οίησην· επειδή Γη και θάλασσα και πάντα τα εν αυταίς, όλα υποχείρια του ανθρώπου». Κι όχι γενικά και αόριστα του ανθρώπου, αλλά του ίδιου του Λασκαράτου: «Εγώ ήμουν το κέντρον της απειρότητος και ο Σκοπός της Χτίσεως!» συμπεραίνει με την ίδια σεμνότητα που τα έμφρονα δίποδα έχουν συμπεράνει πως η απέραντη σπατάλη του Σύμπαντος υπήρξε μόνο και μόνο για να απολαμβάνουν τα ίδια ξάστερες βραδιές. Ωσπου τον μαγεύει η θωριά του Δία και τον τρώει η «μανιώδης περιέργεια»: να μάθει αν κατοικείται από «έμψυχα όντα μεγάλα αναλόγως με τον όγκον του πλανήτη τους και ίσως και αναλόγως νοήμονα».

Αποφασισμένος, καιροφυλακτεί και, «όταν οι ακτίνες του Ηλίου μας περνώντας από την επιφάνεια της Γης, επέφτανε στον Δία, αγκάλιασα μία, την εκαβαλίκεψα, και ως στρίψη ματιού ευρέθηκα στο περιπόθητό μου άστρο», μέσα σ’ ένα δάσος όπου τα πάντα είναι τεράστια – α λα Τζόναθαν Σουίφτ και Γκιούλιβερ. Τεράστιος και ο ντόπιος αυτοκρατορικός εντομολόγος, που τον «ξανοίγει» με το μικροσκόπιό του, τον πιάνει με τη λαβίδα του και την επομένη το απουσιάζει θριαμβευτικά σε συναδέλφους του. Οι οποίοι «για καλή τύχη, εμιλούσανε γραικικά» (δεν μπορούσε να ξέρει τότε ο Λασκαράτος πως «η «παμμήτειρα» ελληνική γλώσσα κυριαρχεί και στο Διάστημα, εξ ου και το φαρδύ πλατύ και ημιστρόγγυλο Ε στα πλευρά των μισών UFO).

Ετσι σε λίγο συγγραφέας και εντομολόγοι, γήινος και Διάνθρωποι, συζητούν και, τι άλλο, θεολογούν. Ο ταξιδιώτης εξηγεί στους εξεταστές του ότι «ο θεός ηυδόκησε να στείλει στη Γη μας Αγγελον σε μιαν από τες γυναίκες μας, να της αναγγείλει ότι επιθυμεί να λάβει υιόν απ’ αυτήν, το οποίον και πραγματικώς έγινε». «Που θα πει εσείς εσυμπεθερέψατε με τον Θεόν!» είπε ένας από αυτούς αστεϊζόμενος». Για να μην υπάρξει και μεταθανάτιος αφορεσμός, σταματάω εδώ την αναφορά στο κείμενο του Λασκαράτου, που, όπως κάθε καλή σάτιρα, τέρπει ενόσω καλλιεργεί και τη μελαγχολία. Στις δεκαετίες που πέρασαν ο σκληρός πυρήνας της θρησκοληψίας, με το παραπειστικό όνομα του «ελληνοχριστιανισμού» ή της «ελληνορθοδοξίας», αποδείχτηκε ανθεκτικότατος. Και τώρα ακόμα, κάθε απόπειρα συζήτησης του χωρισμού Εκκλησίας και πολιτείας, ή και η απλή κριτική της λειψανολατρείας, προκαλεί ηθικό πανικό. Και αναθέματα.