Την ακούω...

του Κωστή Α. Μακρή

Την ακούω…

Την ακούω που έρχεται.

Θα πάψει να κρύβεται πίσω από προφάσεις, θέλει να δει τον κόσμο να χαίρεται, θέλει να πάψει να κάνει σαν να μην τρέχει τίποτα όταν ένα παιδί πνίγεται επειδή κάποιοι άνθρωποι βάζουν πάνω από την αξία της ζωής το κέρδος του τρόμου και του θανάτου.

Την ακούω. Έρχεται…

Ίσως και με φουσκωτό απ’ τη Συρία. Ή από το Αφγανιστάν. Μπορεί κι από την Αθήνα ή τη Νέα Υόρκη. Από πολλούς τόπους μπορεί να έρθει, ακόμα και τους πιο απροσδόκητους. Δεν έρχεται σαν κυνηγημένη πρόσφυγας ούτε σαν φυγόμαχη δειλή. Έρχεται σαν αγαθή και παράξενη πολεμίστρια που ξέρει ότι είναι ανίκανη να πολεμήσει για πράγματα ανάξια του θανάτου, της αγάπης και της ζωής. Αυτό το ξέρει καλά. Γιατί έχει δει πολλούς να σκοτώνουν για πράγματα μικρά, πράγματα φτηνά, ανάξια του θανάτου, της αγάπης και της ζωής.

Την ακούω. Έρχεται. Με σιωπή στα χείλη που θέλουν να φιληθούν κι ένα βλέμμα υγρό ψηλά στον ουρανό που ξέρει από ερωτικές κραυγές πουλιών.

Την ακούω που έρχεται. Παρ’ όλο που δεν ακούγεται ήχος περήφανος από τακούνια γιατί τα πόδια της είναι γυμνά, ούτε περήφανο κουδούνισμα κλειδιών αυτοκινήτου ακούγεται γιατί δεν έχει τώρα την ανάγκη από κανενός είδους όχημα, ούτε ήχος λήψης SMS ή κλήσης ακούγεται γιατί ξέρει να επικοινωνεί με πολλούς άλλους τρόπους και δεν χρειάζεται να κάνει φιγούρα σε φίλους και ξέρει ότι δεν μπορείς να έχεις περισσότερους από ελάχιστους πραγματικούς φίλους που μαζί τους δεν φλυαρείς αλλά χαίρεσαι πολλές φορές να σωπαίνεις καθώς γύρω σου καλπάζουν χαριτωμένα άλογες σκέψεις γεμάτες από τη λογική του σώματός σου που το αγαπάς όσο και τη σκέψη σου κι απ’ αυτές μαθαίνεις τα σημαντικά για σένα και για τον άλλον. Θα έχει χρόνο μετά για τα καλύτερα οχήματα, για την καλύτερη τεχνολογία. Δεν τη φοβάται την τεχνολογία, αλλά τη φέρνει μαζί της σαν εργαλείο και δεν κομπάζει γι’ αυτήν.
Την ακούω που έρχεται. Το θρόισμα περήφανων μακριών τεχνητών βλεφαρίδων που την κοιτάζουν, για να δουν τι εντύπωση της κάνει η ματαιόδοξη μεγαλοπρέπειά τους, δεν μπορεί να σκεπάσει τον απαλό ήχο του ερχομού της.

Την ακούω… Έρχεται. Με τραγούδια που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία δρυ της Δωδώνης και τα φύλλα τους τα πεντατονικά σκεπάζουν με φροντίδα και σέβας την ντροπή του άστεγου που ψάχνει για φαΐ στα σκουπίδια.

Την ακούω. Δεν τη βλέπω ακόμα αλλά έρχεται, το ξέρω…

Βλέπω την αφανέρωτη ακόμα μορφή της να υγραίνει τα μάτια του αγοριού που το βλέμμα του πλέκεται σαν πλεξούδα καρυάτιδας με το σαν αιγόκλημα βλέμμα των ματιών του κοριτσιού δίπλα του και υψώνονται ενωμένα πάνω από την αιωρούμενη πλήξη του ρηχού και μονόπλευρου μαθήματος της ιστορίας.

Έρχεται. Την ακούω… Παρ’ όλο που οι δεξιότητές της είναι αθόρυβες, οι χειροτεχνίες της είναι σιωπηλές, ο λόγος της είναι ήμερος, δεν καρφώνει, δεν σφυροκοπάει, δεν ουρλιάζει συνθήματα και η σαν κύμα μορφή της δεν κάνει άγονες καταλήψεις ούτε σε γιαλούς ούτε και σε κτήρια ή σχολές αλλά μονάχα μέσα στους στοχασμούς της ανιχνεύει το μήνυμα που κανένας δεν μπορεί ακόμα να της χαρίσει αλλά ούτε και να της κλέψει.

Έρχεται. Την ακούω. Στο θρόισμα των σελίδων από τα πολλά βιβλία που διαβάζει, στις ερωτήσεις που κάνει για τα σημαντικά, στις ερωτήσεις που δεν κάνει για τα ασήμαντα, στην αδιαφορία της για τα αδιάφορα. Δεν ρωτάει με ποιον κοιμάσαι, ― τι θέλεις, ― ήξερες το μάθημά σου, παιδί μου, σήμερα στο σχολείο, ― τι είπε ο γείτονας για μένα, ― σε ποιον θεό πιστεύεις, ― πώς τρως, τι τρως, τι σκοτώνεις, πώς κοιμάσαι, ― πώς διαλέγεις να χαρίζεις ηδονή στον εαυτό σου και σε άλλους. Δεν την νοιάζουν όλα αυτά αν εσύ πληρώνεις το τίμημα για τον πόνο που προκαλεί η τροφή σου, αν εσύ δεν κλέβεις ηδονές με όπλο τον τρόμο, αν εσύ δεν είσαι οχυρωμένος πίσω από μια δρεπανηφόρα αλήθεια, συνήθεια, πίστη, απληστία.

Την ακούω… Έρχεται. Δεν φωνάζει γιατί έχει ζήσει κλεισμένη μέσα σε πάρα πολλές καγκελόφραχτες μέρες, έχει ζήσει πολύ μέσα σε φυλακισμένες σκέψεις, έχει γλιτώσει από πολλά μαρτύρια κι από άλλα τόσα έχει χαθεί, έχει θρηνήσει και πεθάνει σε γενοκτονίες, έχει πονέσει δεκάδες σταυρώσεις, έχει υποφέρει μυριάδων σκλάβων την ταπείνωση και δεν μιλάει πολύ γιατί έχει γνώση και ξέρει τις δυνατότητές της. Δεν σαλπίζει την ελευθερία γιατί ξέρει πόσο ανόητο είναι να τραγουδάς «ελεύθερος σαν πουλί» όταν δεν έχεις πεινάσει σαν πουλί, όταν δεν σου έχει φάει φίδι τον νεοσσό σου, όταν δεν έχεις πεθάνει σε μια νερολακούβα με σπασμένη τη φτερούγα απ’ το χαλάζι. Ναι, δεν κραυγάζει για ελευθερίες που έχουν γύρω τους κάγκελα ανοησίας και την αδυναμία να γνωρίζεις τι μπορείς να κάνεις μόνο με δυο χέρια, μόνο με δυο πόδια, μόνο με δυο μάτια, μόνο με δυο αυτιά, μόνο με μια μύτη, μόνο με ένα στόμα. Κι αν τα έχεις όλα αυτά τα προνόμια… Γιατί μπορείς και με λιγότερα. Αρκεί να ξέρεις να φιλάς με το στόμα, να χαμογελάς με τα μάτια, να χαϊδεύεις με τα χέρια, να έχεις ανοιχτά τα αυτιά σου, να χαίρεσαι τις ευωδιές με τη μύτη σου, να γεύεσαι και να αγαπάς το απλό με τους γευστικούς σου κάλυκες σαν που η μέλισσα προσκυνάει τρυγώντας το λουλούδι, να αγαπάς τα πόδια σου που μπορούν να σε πάνε στον άλλον και πέρα από εκεί που τώρα φοβάσαι να πας γιατί το ακόμα πιο πέρα σου φαίνεται, με τη λειψή σου τώρα αυτοπεποίθηση, απρόσιτο.

Την ακούω. Έρχεται. Έχει τη σιγουριά της αβεβαιότητας, τη σοφία του δεν ξέρω, ξέρει πώς μέσα από τη σκλαβιά της πληθώρας των πολλών επιλογών είναι σπουδαία τέχνη να ξέρεις τα ελάχιστα που θέλεις και τα πολλά που δεν θέλεις. Ξέρει τον θάνατο και γι’ αυτό δεν φοβάται τη ζωή. Ξέρει ότι ζει με πολλές και πολλούς και θα ζήσει μέσα σε πιο πολλές και πιο πολλούς. Έχει αρχές. Έχει την αγάπη. Έχει και το έλεος. Και την ακούω. Δεν τη βλέπω ακόμα αλλά νιώθω τον ερχομό της.

Δεν είναι επανάσταση, γιατί ξέρει πόσους νέους τυράννους μπορεί να θρέψει ο φόνος και το αίμα των παλιών τυράννων. Δεν είναι εξέγερση, γιατί ποτέ της δεν έπεσε για πολύ. Γιατί ξέρει να στέκεται όρθια σε δύσκολες στιγμές και ξέρει να ξανασηκώνεται όταν πέφτει. Δεν είναι «εγώ ή εσύ» γιατί είναι κι εγώ κι εσύ. Δεν ζητάει να σου μάθει τη μοναδική αλήθεια γιατί ξέρει με πόσους φόνους και εγκλήματα είναι χρεωμένη η κάθε μοναδική αλήθεια. Δεν ζητάει να την πιστέψεις γιατί ξέρει πόσο πόνο, δάκρυα και αίμα έχει κοστίσει η κάθε ακλόνητη πίστη.

Έρχεται. Την ακούω. Είναι η Νέα Εποχή.

Δεν έχει καιρό για άλλα απαισιόδοξα ψέματα που μόνο φόβο, πόνο και κέρδη γεννάνε. Φόβο σχεδόν σε όλους, πόνο σε πολλούς και κέρδη σε πολύ λίγους.

Την ακούω. Έρχεται. Αργά.

Όποιος τη φοβάται και πάει να την τρομοκρατήσει, εκείνη δεν θα φύγει.

Θα μείνει και θα καταπιεί τους τρομοκράτες της για να τους ξαναγεννήσει.

Όχι από μίσος αλλά από αγάπη και έλεος. Έρχεται.

Δεν ξέρω αν θα προλάβω να τη δω. Αλλά την ακούω…