Ο Παλαιός Γέροντας

του Πιγκουίνου
Πέτρα-πέτρα τον επερπάτησα τον ναό. Και τελοσπάντων, καθόλου δεν το μετάνιωσα διότι ήταν και του επιπέδου μου. Αψηλός, τεράστιος και ελεγκάν.
 
 
Με τις ωραιότατες διακοσμήσεις του, με τις εντυπωσιακές του κλίμακες, με τις Μέδουσες, τους Γρύπες, τα κιονόκρανα. Καθόλου δεν αδικείς τον αρχαίο που ερχόταν εδώ για το χρησμό και πλήρωνε αδρά για το κουόλιτι σέρβις, τα φασίλιτις, το εξπερτίζ. 
 
 
Για το ναό του Απόλλωνα σου ομιλώ. Που βρίσκεται στα Δίδυμα, μερικά χιλιόμετρα νοτίως της Μιλήτου (δεν ξεύρω αν το κατάλαβες, αλλά σου κάμω σύνδεση με τα προηγούμενα -και τελοσπάντων για να μην το κουράζουμε, σε παραπέμπω και απευθείας εδώ).


Και εύλογα θα με ρωτήξεις: καλά κι ωραία τα αρχαία, αλλά τί υπάρχει στο τριγύρω; Πτηνό έχει την απάντηση. Ή έστω, νόμιζε πως έχει την απάντηση. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται εν τω μέσω μίας μικρής τουρκικής πόλης που εντελώς συμπτωματικά, λέγεται Didim. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο του ναού, θα βρεις μερικά μαγαζιά με μεμοραμπίλια. Καρτποστάλ, οδηγούς, μαγνητάκια, μπεγλέρια, ναργιλέδες, βελέντζες και χαλιά. Και γλειφιτζούρια-γαριδάκια-πατατάκια έχουμε. Και ντοντουρμά, άμα λάχει. Στο ψυγείο θα βρεις και Κόλα Τούρκα.
 


Λίγο παραδίπλα, στέκει ένα μικρό και κομψευάμενο τζαμί. Που κανείς δεν του δίνει ιδιαίτερη σημασία. Αλλά που αν είσαι λιγουλάκι παρατηρητικός, θα σου ξεδιπλώσει μία συναρπαστική διήγηση. Για πλησίασε και θα καταλάβεις.



Στους τοίχους, θα βρεις σχεδόν ξεχασμένες κάποιες διακοσμήσεις. Με σταυρούς. Ε και τότες θα αρχίσεις στα σίγουρα να υποψιάζεσαι. Πως ήταν εκκλησιά χριστιανική. Και πως τούτο το μέρος, ήτανε προφανέστατα κατοικημένο από Ρωμιούς. Αγαπημένε αναγνώστα, μόλις βρέθηκες σε ένα άλλο -πιο πρόσφατο, αλλά εξαιρετικά σημαντικό- υπόστρωμα της ιστορικής μνήμης αυτού του τόπου. Της δικής σου ιστορικής μνήμης.
 


Ναι, η ιστορία κρύβεται στις λεπτομέρειες. Που καμιά φορά, μπορούν να σου ανοίξουν διαδρομές που μήτε φανταζόσουν. Αρκεί νάχεις την επιμονή, την ευαισθησία και την περιέργεια να τις ανακαλύψεις. Να, όπως ετούτες δω οι πέτρες. Πούναι βαλμένες στον τοίχο της εκκλησιάς. Και που μπορεί να περάσεις δίπλα τους, χωρίς να τους δώκεις την παραμικρή σημασία. Αλλά αν τυχόν το βλέμμα σου συναντήσει τις λέξεις πούναι γραμμένες εδώ, τότες θάχεις κερδίσει. Μία εμπειρία συναισθηματικής συνέχειας. Αναγνωρίζοντας τα γράμματα, συλλαβίζοντας τις λέξεις. Ανιχνεύοντας το παρελθόν.
 


Προσπέρνα τα χαλιά πούναι στρωμένα στην είσοδο. Προσπέρνα τις θήκες για τα παπούτσια και τις πινακίδες πούναι γραμμένες στα τούρκικα. Προσπέρνα τη φωνή του μοεζίνη π'ακούγεται απ'τα μεγάφωνα κάθε τρεις και λίγο για να καλέσει τους πιστούς. Και έλα μαζί μου, περιμετρικά του ναού. Γιατί έχει ο τόπος να σου μαρτυρήσει ένα μεγάλο μυστικό.



Να, εδώ, στην πίσω πλευρά. Σχεδόν αθέατη και ξεχασμένη, υπάρχει εντοιχισμένη μία πέτρα που λέει λόγια ελληνικά. Για την οικοδόμηση του ναού. Κι έχει στη μια πλευρά δυο κυπαρίσσια, στην άλλη το σταυρό. Δες προσεκτικά.
 


Και μάθε πως περπατάς σε ένα μέρος που λεγόταν κάποτες Παλαιός Γέροντας. Και όπου κατοικούσαν τέσσερις χιλιάδες Έλληνες -χωριό αμιγώς ρωμέικο. Με τις συνήθειες και τα έθιμά του, με τη γλώσσα που μιλάμε εγώ κι εσύ ν'ακούγεται μέχρι το εικοσιδυό στα σοκάκια και την κεντρική του την πλατεία. Με τις ελιές και τα σπαρτά του. Στη μέση μιας πεδιάδας έφορης και θαυμάσιας, που μονάχα αν την επισκεφθείς θα καταλάβεις τη γλυκύτητά της. Με τα καϊκια ν'αράζουν στο κοντινό επίνειο που το ελέγαμε Καρακούγια. Με τη ζωή να κυλάει στους ήσυχους ρυθμούς μιας προκομμένης, αγροτικής κοινότητας.
 


Ετούτη η περιοχή δεν ανήκε στα μέρη που πέρασαν στον έλεγχο του ελληνικού στρατού το 1919, καθώς βλέπεις βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα του ποταμού Μαίανδρου. Αλλά η άφιξη των Ελλήνων στη Σμύρνη, γιόμισε τους ανθρώπους εδώ με προσμονή κι ελπίδα. Ότι θάρθει κι αυτών η σειρά να ανεμίσουν σημαίες ελληνικές και να αναπνεύσουνε την ιδανική τους πατρίδα. Όμως σαν έπεσε το μέτωπο, η ελπίδα έγινε απόγνωση και φρίκη.


Όταν κυκλοφόρησε το νέο πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και πως οι Τσέτες κι ο Κεμάλ πέρασαν στην αντεπίθεση, ο Γέροντας ετοίμασε αντίσταση. Κάμποσοι νέοι στρατολογήθηκαν, πολλοί πρεσβύτεροι έδωκαν το βιός τους για ν'αγοράσουν οπλισμό.


Όμως η ιστορία επεφύλασσε και για ετούτους τους ανθρώπους, όλεθρο και καταστροφή. Σαν έσφιξε ο κλοιός και άρχισαν οι επιθέσεις των Τούρκων, σαν άλλαξαν πρόσωπο οι μέχρι εχτές μουσουλμάνοι γειτόνοι και άρχισε το πλιάτσικο από τα γύρω τουρκοχώρια, τότες οι περισσότεροι έτρεξαν να σωθούνε. Εννιακόσιες ψυχές -κυρίως γυναικόπαιδα- κατέφυγαν τον Ιούλη του εικοσιδυό για να γλιτώσουν, στο νησάκι της Παναγιάς, λιγότερο από ένα ναυτικό μίλι από την ακτή των Καρακουγίων. Όμως οι Τούρκοι τόμαθαν και περίμεναν να τελειώσουν τα λιγοστά τρόφιμα πούχαν μαζί τους οι εγκλωβισμένοι του νησιού, για να παραδοθούν στα χέρια τους.



Τα τρόφιμα πράγματι τελειώσαν και θάχαν όλοι τους πεθάνει αν δεν υπήρχε ένα γενναίο παλικάρι ονόματι Ηρόδοτος Παξιμάδης. Που μια νύχτα πήρε την απόφαση και κολύμπησε αθέατο ως απέναντι στα Καρακούγια. Κι ύστερα περπάτησε χιλιόμετρα ατελείωτα κι έφθασε απέναντι από τη Σάμο. Και ξαναβούτηξε στα νερά και κολύμπησε ξανά. Κι έφθασε στη Σάμο για να ειδοποιήσει τις ελληνικές αρχές. Που έστειλαν το πολεμικό "Αετός", το κρουαζιερόπλοιο "Κωνσταντινούπολη", καΐκια, βάρκες και ό,τι άλλο πλεούμενο βρισκόταν για να εκκενώσουν το νησί και να διασώσουν τους κατοίκους του Γέροντα.



Η ιστορία κρύβεται στις λεπτομέρειες. Οι όσοι επιβιβάστηκαν στον "Αετό" μεταφέρθηκαν στη Σάμο και διασώθηκαν. Οι όσοι επιβιβάστηκαν στο "Κωνσταντινούπολη" μεταφέρθηκαν στη Σμύρνη (που ήταν ο επόμενος σταθμός του κρουαζιερόπλοιου) και οι περισσότεροι εχάθηκαν για πάντα στην καταστροφή που επήλθε τις επόμενες ημέρες.



Κοίταξα και πάλι το ναό από κάποια απόσταση. Άραγε σε ποιόν άγιο νάτανε αφιερωμένος; Και πόσες Αναστάσεις έγιναν εδώ; Πόσα ζευγάρια στεφανώθηκαν; Πόσα μωρά εβαπτίσθηκαν; Τί νάλεγε άραγε ο παπάς στο κήρυγμά του; Στάθηκα για λίγο σιωπηλός και αναμετρήθηκα με τα ερωτήματά μου. Στην είσοδό της αυλής, ένα γηραιός Τούρκος καθισμένος σε μία καρέκλα, διάβαζε την εφημερίδα του. Ήταν ο καθαριστής της τουαλέτας που περίμενε κανέναν πελάτη να πάει προς νερού του για να του αφήκει καναδυο λίρες. Σαν πέρασα δίπλα του, μου χαμογέλασε. Του έλειπαν κάμποσα δόντια. Του ανταπέδωσα το χαμόγελο. Αναρωτήθηκα αν ετούτος ο γέροντας ήξευρε πως κατοικεί σε ένα μέρος που κάποτες λεγόταν Γέροντας. Ίσως και να μην έχει σημασία. Ίσως και νάχει μεγάλη σημασία.
 


Περιπλανήθηκα για κάποια λεπτά στα στενά δρομάκια. Η ώρα ήταν περασμένη αλλά ήθελα να μείνω λιγάκι ακόμα. Σα να ντρεπόμουνα να φύγω. Σα να με κράτησε το μέρος αγκαλιά, σα να συγκινήθηκε που τ'αναγνώρισα με το λησμονημένο τ'όνομά του και να μην ήθελε με τίποτα να με αποχωριστεί. Σα να φοβόμουνα κι εγώ ότι θα νιώσει πως το εγκαταλείπω, σαν δοκίμαζα να φύγω. Εντέλει, του υποσχέθηκα πως θα ξανανταμώσουμε και θα τα ξαναπούμε. Χαιρετηθήκαμε και είπαμε αντίο.
 
 
Περίεργος πούναι ο κόσμος. Κινάει κανείς για να γνωρίσει τα Δίδυμα και καταλήγει να περπατάει τον Γέροντα. Με τα ρημαγμένα του σπίτια, τις λησμονημένες του αφηγήσεις, τα σφαλισμένα του παράθυρα. Ό,τι έχει τελοσπάντων απομείνει ανάμεσα στα νεόδμητα σπίτια του σύγχρονου Didim. 
 
 
Και κάπως έτσι, αναπάντεχα και απροσδόκητα, γνωρίζει περισσότερο τον εαυτό του και την ιδική του την ταυτότητα. Και γίνεται λιγάκι πιο ταπεινός και λιγάκι πιο πλούσιος.