Τα γαλάζια σου δράματα (Μέρος Β’)

του Κωνσταντίνου Παρίσση

Στο πρώτο μέρος αυτής της παρέμβασης ασχοληθήκαμε με τις αιτίες της κρίσης της Νέας Δημοκρατίας στο υψηλότερο επίπεδο, δηλαδή τις δομές και τα πρόσωπα σε επίπεδο Προέδρων και «βαρόνων». Σήμερα θα ασχοληθούμε με το αποτέλεσμα: το πως τα ανωτέρω συνέβαλαν στη διολίσθηση της Νέας Δημοκρατίας ώστε να καταλήξει, από μια παράταξη που τη χαρακτήριζε η ευρύτητα και η πολύσυλλογικότητα, σε ένα παρακμιακό, σε επίπεδο προσώπων αποκρουστικό, ιδεολογικά ασυνάρτητο και οργανωτικά αποδομημένο κόμμα, συνώνυμο του παλιού και του σάπιου, και βεβαίως ένας στείρος μηχανισμός, χωρίς φυτώριο, δηλαδή χωρίς μέλλον.

Κατ’ αρχάς, παρά τις διαφορετικές τάσεις που συνυπήρχαν εντός του κόμματος, δε θυμάμαι ούτε μια αμιγώς, ή έστω κυρίως, ιδεολογική αντιπαράθεση στα 40 χρόνια της ύπαρξής του. Με μόνη εξαίρεση την αποχώρηση των βουλευτών που μετέπειτα ίδρυσαν το κόμμα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων το 2012, που και σε εκείνη ωστόσο την περίπτωση επρόκειτο για διαφοροποίηση σε επίπεδο επιλογών και όχι ιδεών, κάθε αντιπαράθεση, ακόμη και κάθε διάσπαση, είχε ως πρωτεύον, αν όχι μοναδικό, το προσωπικό στοιχείο. Ακόμη και οι δυο μεγαλύτερες ιδεολογικές στροφές, το 1985 με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη προς τον φιλελευθερισμό και το 2009 με τον Αντώνη Σαμαρά προς την ακροδεξιά, ήταν τα αυτονόητα αποτελέσματα της πολιτικής φιλοσοφίας των «αρχηγών», όχι διεργασιών, δημοκρατικής αντιπαράθεσης κι επιλογής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αυτομάτως η ιδεολογική ταυτότητα χάνει την αξία της και ο προσεταιρισμός στα παράκεντρα εξουσίας ανάγεται σε πρωτεύον κριτήριο πολιτικής επιβίωσης και ανέλιξης.

Το δεύτερο και σημαντικότερο, το κόμμα απεχθανόταν την έκφραση άποψης. Όχι την έκφραση «διαφορετικής» άποψης. Την έκφραση οποιασδήποτε άποψης που δεν ταυτίζεται απόλυτα με την άποψη του τοπάρχη στου οποίου την εξουσία όφειλες να ανήκεις βάσει της καταγωγής σου. Για παράδειγμα, προέρχομαι από μια εκλογική περιφέρεια στην οποία οι 4 από τους 8 υποψηφίους βουλευτές στις εκλογές του 2012 και του 2015 δεν είχαν εκφράσει ποτέ στη ζωή τους, ούτε μια φορά μέχρι να καταλάβουν μια θέση στη λίστα, οποιαδήποτε πολιτική θέση ή άποψη. Στην ίδια περιφέρεια υπήρχε υποψήφιος που σε 3 διαφορετικές εκλογικές αναμετρήσεις κατελάμβανε μια από τις τελευταίες δυο θέσεις σε ψήφους. Δηλαδή, οι μεν πρώτοι, εκτός του ότι δεν ήταν «ενοχλητικοί», όφειλαν κατά 100% την πολιτική τους ύπαρξη στον τοπάρχη τους, που τους επέβαλλε. Ο δε άλλος ήταν κατάλληλος για να γεμίζει η λίστα με αδύναμες υποψηφιότητες, ώστε οι δυνατοί να γίνονται δυνατότεροι. Πως γίνεται σε μια εκλογική περιφέρεια στην οποία, μέχρι και το 2012, δεν είχαν κατατεθεί ποτέ λιγότερα από 17 βιογραφικά υποψηφίων βουλευτών, ποτέ να μην έχουν βρεθεί καταλληλότεροι αυτών για να εκπροσωπήσουν το Λαό στο Κοινοβούλιο;

Σε απλά Ελληνικά, ολόκληρος ο μηχανισμός επιλογής υποψηφίων βουλευτών είναι στημένος κατά τρόπο που να διαιωνίζει την επιβίωση των τοπαρχών. Και βέβαια, τη διαδοχή τους. Ποιος δε γνωρίζει πώς έγινε υποψήφιος βουλευτής ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης; Ή τι συνέβη στον Κωστή Σχοινά που τόλμησε να τα βάλει με το σύστημα Κεφαλογιάννη;  Ή ότι η θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη βουλευτική λίστα ήταν πάντα εκεί να τον περιμένει, μόλις θα ήταν «έτοιμος»; Με μόνο δυο εξαιρέσεις, οι περιπτώσεις είναι σχεδόν ισάριθμες με τα πολιτικά «τζάκια» της παράταξης. Της παράταξης την οποία δημιούργησε ο ηγέτης που ξεκίνησε από το χωριό του κι επέβαλε την παρουσία του σε όλα τα πολιτικά «τζάκια» της τότε εποχής!

Και δυστυχώς, έτσι είναι στημένοι όλοι οι μηχανισμοί. Ο τρόπος εκλογής στην Κεντρική Επιτροπή διασφάλιζε ότι, πριν την εμφάνιση των κοινωνικών δικτύων και την ευρεία διάδοση της χρήσης του διαδικτύου, τυχόν ανεξάρτητοι υποψήφιοι δε θα είχαν καμιά απολύτως δυνατότητα να γίνουν γνωστοί στους εκλέκτορες, και άρα να πείσουν για τις ικανότητές τους και να εκλεγούν. Στέλεχος προσκείμενο σε ισχυρό πολιτικό γραφείο, που κατά τα άλλα εκτιμώ και ως προσωπικότητα και ως επαγγελματία, είχε επί Πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή ταυτόχρονα μέχρι και 7 διαφορετικές αμειβόμενες μετακλητές θέσεις. Και δεν είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση, καθότι έχω γνωρίσει άνθρωπο (παντελώς άγνωστο στο πολιτικό στερέωμα) που κατείχε ταυτόχρονα μέχρι και 15 διαφορετικές αμειβόμενες μετακλητές θέσεις. Την ίδια στιγμή, απολύτως καμία εισήγηση των οργανώσεων για εκπαίδευση των νέων επίδοξων στελεχών με συμμετοχή σε μη αμειβόμενες μετακλητές θέσεις δε γινόταν δεκτή, γιατί σημασία δεν είχαν μόνο οι οικονομικές αποδοχές αλλά και οι ψήφοι στα διάφορα Διοικητικά Συμβούλια, που πάντοτε έπρεπε να είναι απόλυτα ελεγχόμενοι.

Αυτό, φίλοι μου, υπήρξε το κομματικό περιβάλλον της Νέας Δημοκρατίας τα τελευταία 40 χρόνια. Αν σε ενδιέφεραν τα κοινά (όχι το ρουσφέτι) υπήρχαν κατά βάση 3 επιλογές: ή να συνταχθείς με τον τοπάρχη σου και να του είσαι χρήσιμος, ή να συνταχθείς με τον βασικό του αντίπαλο και να είσαι χρήσιμος σε κείνον, ή να είσαι ο χρήσιμος νεροκουβαλητής που σε καλούν πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς για να βοηθήσεις την παράταξη, και να μην υπάρχει άνθρωπος να μιλήσεις μέχρι τις επόμενες εκλογές που θα σε ξαναχρειαστούν (αν, αντίθετα, σε ενδιέφερε το ρουσφέτι, είχες πάντα κάποιον άνθρωπο να ακούσει το αίτημά σου).

Δηλαδή, ολόκληρος ο κομματικός οργανισμός είναι φτιαγμένος για να αναπαράγει τον εαυτό του. Κι επειδή τέτοια αναπαραγωγή δε γίνεται με τους έχοντες προσωπικότητα και άποψη, το αποτέλεσμα ήταν ένα σπιράλ κατάπτωσης, στο οποίο κάθε γενιά στελεχών ήταν νομοτελειακά πιο ανίκανη από την προηγούμενη.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η κρίση ήταν μαθηματικά βέβαιη. Όπως ήταν μαθηματικά βέβαιο και ότι, όταν ενσκήψει, θα έχουν απομείνει οι πλέον ακατάλληλοι, αν όχι οι πλέον ανίκανοι, να τη διαχειριστούν.

Αυτό ζούμε σήμερα. Το αποτέλεσμα της διαρκούς, επί 40 χρόνια, εσωτερικής απαξίωσης και ηθικής κατάπτωσης. Υπάρχει προοπτική ανάκαμψης; Δεν το γνωρίζω – και δεν μπορώ να το φανταστώ, υπό τις σημερινές συνθήκες. Αυτό που ξέρω είναι πως, αν υπάρχει, σίγουρα δεν την εκφράζουν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή ο Άδωνις Γεωργιαδης – για διαφορετικούς ο καθένας λόγους.