Μούσαις χάρισι θύε (Την παιδεία και τα μάτια σας)

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Παλαιότερα,  έγραφε διαφορετικά στο μυαλό μου η έκφραση «με ολίγη».
Την άκουγες εδώ που τα λέμε και σχετικά σπάνια.
Πήγαινες όμως ας πούμε να φας και έλεγες στο γκαρσόνι «με ολίγη φέτα» .
Τελικά και τη φετούλα γευόσουν και λιγότερα πλήρωνες.
Ή ας πούμε έλεγες «θα μου φέρετε και ολίγα γεμιστά;».
Και όταν στο τραπεζάκι σου απλωνόντουσαν  τα πιατάκια και τη ντοματούλα χτύπαγες και ελάχιστα έσκαγες. Μπούκωνες και μόνο ρε παιδί μου με αυτά που έβλεπες!
Κατά ένα μυστήριο τρόπο έτρωγες καλά, αλλά  και τελικά λιγότερα πλήρωνες.
Άσε που ήσουν και απολύτως νόμιμος.
Πως γίνεται τώρα  σήμερα, να πληρώνεις περισσότερα από ότι αξίζεις, να είσαι διαρκώς νηστικός και όλοι οι τριγύρω να σε κοιτάνε με μισό μάτι, ίσως δεν είναι και τόσο απορίας άξιο.
Όπου κι αν βρίσκεσαι πολιτικά,  μια δόση σιχαμάρας δε μπορεί, θα τη νιώθεις.
Λευκά κι αγύρτικα χέρια όμως, βρήκαν πάτημα ξανά να έχουν στραμμένο το δείκτη προς εσέ και να σε βρίζουν από τεμπέλη ως κλέφτη
Οι τέως τίποτε.
Οι γνωστές άγνωστες κουκούλες της Ιστορίας.
Οι να σου δώσω λίγα για να στα πάρω όλα.
Όχι όμως αναίτια και  δυστυχώς πιά καθόλου σπάνια.
Δεν ξέρω αν τόχεις καταλάβει ή νιώσει, αλλά εσύ είσαι πιά καταχωρημένος παγκόσμια σαν η «ολίγη».
Αυτός είσαι ρε Έλληνα;
Αυτό παρέλαβες;
Αυτό σου πάει να παραδώσεις;
Τι έχεις φάει πιά και δεν εννοείς να ξεμπουκώσεις  απ’ αυτά που ζεις και βλέπεις;

Καμμιά φορά το όνομα προτρέχει της φήμης, ιδιαιτέρως αν το περί ου ο λόγος πρόσωπο φαίνεται ως προερχόμενο από Κρήτη ή Μάνη.

Θα μου πεις γιατί ειδικά από τις περιοχές αυτές.

Ίσως γιατί οι εκεί άνθρωποι έχουν κάποιες ιδιοτροπίες.

Ίσως γιατί αρπάζονται με τη μία.

Ίσως γιατί έχουν αρπάξει από τον πολύ ήλιο.

Εικασίες θα μου πεις.

Σίγουρα πάντως, αν κατηγορήσεις ένα συντοπίτη τους,  θα πέσουν όλοι μαζί πάνω σου να σε φάνε.

Γι αυτό και γω, λέω να το αποφύγω για το συγκεκριμένο πρόσωπο, όχι γιατί φοβάμαι μη μου την πέσει το ένα ή το άλλο τοπικιστικό γκραν σουξέ, αλλά γιατί αν ποτέ γινόμουν καθηγητής θα ζητούσα προκλητικά να γινόμουν από αυτή τη σπάνια στόφα δασκάλου,  που είχα την τιμή και τύχη να γνωρίσω και άκουγε στο όνομα Ηλίας Παναγέας.

Όταν μου δίδαξαν τον Ιουλιανό, μου τον είπαν Παραβάτη.

Μετά απέ πολλά χρόνια κατάλαβα πως αν ήταν σώνει και καλά επιθυμητό να ρίξουμε σε αυτόν τον άνθρωπο ένα επίθετο, καλά θα κάναμε να τον λέγαμε ο Ιουλιανός ο Έλληνας.

Πρώτο Γυμνάσιο Αρρένων. Πλάκα. 1972.

Διασταυρώνομαι με τον Παναγέα.

Εγώ μαθητής, εκείνος καθηγητής.

Τον γνώρισα φυσικά τελείως άοσμα, σαν επίθετο, που θα μας δίδασκε Ψυχολογία.

Στο μυαλό μου γυρνούσαν Φρόυντ, Γιουγκ, Φρομ...

Τι βιολί να βάραγε άραγε ο νέος;

Ο νέος ήταν όντως εξ αρχής περίεργος.

Κάτι σε υπερφωτισμένο φιλμ ακαταλαβίστικου προσανατολισμού, πίσω απο ένα περίεργο όσο και σοφιστικέ χαμόγελο και με ένα ντύσιμο μοναδικό που πάταγε παραδοσιακά μόνο πάνω σε ζιβάγκο και με μία διάθεση κριτικής των πάντων τύπου ελαττωμένης.

Ήταν τζαζ!

Δεν χωράει αμφιβολία.

Μετά, ξεδίπλωσε και το φιλολογικό του ταμπεραμέντο, με κάτι περίεργα σε ιαπετικές καταλήξεις, δημογραφίες, προσωποδιαγνωστικές, η Ακρόπολη και τα κρυμμένα της μυστικά, ελεύθερα θέματα που όσοι συμμαθητές μας άνοιξαν λογαριασμό, έμεινα και μείναμε με ανοιχτό το στόμα.

Τα θέματα άνοιγαν μόνα τους, κυλούσαν γοργά, καθαρά και ήρεμα με δρόμους νέους, καθαρούς και απέριττους.

Δεν πιεζόσουν ποτέ με αυτόν τον άνθρωπο.

Δεν έχανες ποτέ το ενδιαφέρον σου με αυτόν τον άνθρωπο.

Υπήρξαν φορές που ζητούσα διακαώς να έρθει αυτή η ρουφιάνα Πέμπτη που έσκαγε το ελεύθερο θέμα και ο Παναγέας ξαμόλαγε εμάς, τα αγρίμια, στο γρασίδι της προοδευτικά ελαττουμένης άγνοιας, χαζεύοντάς μας από ένα μάλλον ελεγχόμενο κοντινό μακρυά.

Στο αφιέρωμα περί μουσικής, o Frank Zappa γύρισε σε Ξενάκη και έκλεισε με μοναδικό κελάϊδισμα αηδονιών δίπλα σε πηγή τα ξημερώματα απο το μπομπινόφωνο του Παναγέα.

Λίγο ακόμη και θα ακούγαμε και Θεοδωράκη σε μία εν εξελίξει δικτατορία που στη συγκεκριμένη περίοδο έσπαγε κόκκαλα και όπου το απλό σφύριγμα σχετικού σκοπού σε έστελνε για πλάκα στο ΕΑΤ- ΕΣΑ και καληνύχτα σας.

Ο Παρθενώνας παιδιά μου δεν είναι συμμετρικός.

Μεταξύ άλλων, έχει κλίση προς τα μέσα σχηματίζοντας μια πυραμίδα που η κορυφή της σχηματίζεται απο τις τεμνόμενες ευθείες των νοερών αξόνων στους κίονες.

Όταν hel είναι ο ήλιος και la η πέτρα, είναι αδύνατον η χώρα των Ελλήνων να μην λέγεται hel-la-s.

Απο αυτό τον ήλιο είχε αρπάξει ο Παναγέας.

Όλοι τον κοιτούσαν σαν το μαύρο πρόβατο λόγω του συνεχώς επαναλαμβανομένου μοτίβου σε εικόνα ζιβάγκο.

Θα μπορούσαν πίσω απο την πλάτη οι συνάδελφοί του (και όχι μόνο) να τον λένε Παραβάτη.

Άραγε πόσοι τέτοιοι παραβάτες δάσκαλοι υπήρξαν απο τότε που χτίστηκε ο βράχος της Ακρόπολης και μίλησαν στα παιδιά για την ανάσα του;

Κάθε φορά που έκανα ένα τσιγάρο στο καφενεδάκι παραγγέλνοντας καφέ της κοπάνας στα ριζά του, αυτό σκεφτόμουν.

Ξέρεις τώρα για ποιό τσιγάρο μιλάμε.

Αυτό το «πρώτη ώρα ήταν, δεν ξύπνησα, δεν πρόλαβα» και τα ρέστα.

Ξέρεις και για ποιο καφενεδάκι μιλάω, μη μου κάνεις το χαζό.

Αυτό που τα πρωινά πας και βλέπεις απο τη μια την Αθήνα να χασμουριέται απο κάτω ψιλοκοχλάζοντας κι απο την άλλη το βράχο, καφετή,  να σηκώνεται πάνω σου και να πιάνεται ο λαιμός σου να δεις κορυφή.

Για τα βράδυα δεν το συζητάμε, αυτό που κανείς και καμμία δε βλέπει πουθενά παρά μόνο στις αγκαλιές και τα φιλιά ενός ημίφωτος πασπαλισμένου με ψιλομυρωδιές απο μεζέδες ούζου και τσιγάρων βουτηγμένων στην αγωνία του πόθου και της στιγμής.

Εντάξει.

Και μετά, την έκανα διακριτικά για να προλάβω τη δεύτερη ώρα, ελπίζοντας να είχα ξεχαστεί και μην έχω φάει την απουσία.

Τελικά θα έλεγα ότι σκόρπαγε αλήθειες και όσοι ήθελαν ας τις αφουγκράζονταν.

Ο Παναγέας ήταν  Έλληνας.

Δεν γνωρίζω που βρίσκεται, αλλά συγκινήθηκα μαθαίνοντας χθες ότι κάποτε πιά επικοινωνεί με το περιβάλλον του και κάποτε όχι.

Για μένα ένα είναι το σίγουρο.

Μέσα μου ήταν και θα είναι για πάντα.

Κάθε που χαζεύω το βράχο, φωτισμένο ή μη, τον σκέπτομαι.

Νιώθω περήφανος που αυτός έδιωξε πρώτος το σκοτάδι ανοίγοντάς μου τα μάτια.


ΜΟΥΣΑΙΣ ΧΑΡΙΣΙ ΘΥΕ

Στις Μούσες και στις Χάριτες (ενίοτε) να θυσιάζεις.
Αυτό γράφει πάνω απο την είσοδο της Φιλοσοφικής του Αριστοτελείου, αν δεν κατάλαβες ακόμη πως να ξεμπουκώσεις με αυτά που ζείς και πιθανώς ακόμη βλέπεις.
Ή να στο πω αλλοιώς.
Τα παιδιά και τα μάτια σου.
Μήπως και τελικά προλάβουν να δουν αυτά σωστά για μένα και σένα.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η ΓΙΆΝΝΗΣ ΜΠΕΡΤΑΧΑΣ έγραψε: (πριν 1 έτος)

    ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.(ΑΠΟ ΑΡΚΑΔΙΑ)

  • 2 Ο/Η Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε: (πριν 1 έτος)

    (Προς ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΕΡΤΑΧΑ). Ο παππούς μου, ο Χριστιανονικόλας, έλεγε λίγα μα εννοούσε πολλά. Συγκινούμαι για τη μία σου λέξη. Το ίδιο θα σου έλεγε και κείνος. Αν και θεωρώντας το φυσιολογικό μπορεί να μην έλεγε και τίποτε. Θάστριβε ίσως το λευκό του μουστάκι και θα γελούσε απο μέσα του. Ήταν απ' τη Λυσσαρέα. Με τιμάς ρε φίλε!

  • 3 Ο/Η Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Με πήρε τηλέφωνο πριν λίγο (1/10/2015, 19.55) στο κινητό ένας τύπος που έκλαιγε.
    -Ο κύριος Παναγιωτόπουλος?
    -Μάλιστα.
    -Σας τηλεφωνώ εκ μέρους του Ηλία Παναγέα, της γυναίκας του και των παιδιών του. Εσείς δε γράψατε το σχετικό άρθρο?
    -Μάλιστα.
    -Μας έχετε κάνει να κλαίμε όλοι κύριε...
    -Μα δεν είχα σκοπό να σας κάνω να κλάψετε κύριε...
    -Κι όμως κύριε αυτό κάνατε, γιατί τα αναφέρατε ως υπερβολικά όμορφα που δεν ήταν. Ο Ηλίας Παναγέας σας ευχαριστεί όμως πολύ. Σήμερα, που μπορούσε να μας μιλήσει, του το διαβάσαμε και κλαίει ακόμη..
    -Φιλείστε μου το δάσκαλο πήγα να πω, αλλά η γραμμή είχε ήδη κλείσει.

loading..