Ο κόσμος δεν κοιτά τη δική μας μελαγχολία…

Του Κώστα Καλλίτση

Η λιτότητα ήταν και, δυστυχώς, παραμένει ακόμα αναπόφευκτη. Αλλά δεν μπορεί αυτή να είναι ο μεγάλος στόχος. Δεν αξίζει μια πολιτική που περιορίζει τις φιλοδοξίες της στην, έστω δίκαιη, κατανομή δεινών και βαρών. Στόχος και κριτήριο κάθε αξιόλογης πολιτικής είναι η ανάπτυξη, η αύξηση απασχόλησης, μισθών και εισοδημάτων, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων.

Δυστυχώς, στη μακρά ιστορική διαδρομή της Ελλάδας, οι δυνάμεις του παρασιτισμού πάντα αποδείχνονταν ισχυρότερες από εκείνες της παραγωγής, της καινοτομίας, της παραγωγικότητας, που πετύχαιναν φωτεινά μεν, αλλά, κατά τεκμήριο, βραχείας διάρκειας διαλείμματα. Με συνέπεια (πέρα από τις κρίσεις κυκλικού χαρακτήρα αλλά και μέσα από αυτές) οι δομές της καθυστέρησης να διαιωνίζονται. Κι η ανάπτυξη, ελλείψει διαρθρωτικών αλλαγών, να παρεμποδίζεται.

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή, το επιβεβαιώνει. Πριν από 100 χρόνια, τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα έως το 1912, η ελληνική οικονομία είχε καταφέρει να απογειωθεί συγκριτικά με τις άλλες των ευρωπαϊκών και γειτονικών χωρών. Όλος ο κόσμος, τότε, μιλούσε για το «ελληνικό θαύμα». Ακολούθησε η γνωστή πολιτική αναγέννηση. Κι αμέσως μετά, η καταστροφή του 1922...

Στην περίοδο του μεσοπολέμου, στο πλαίσιο νέου υποδείγματος προστατευμένης ανάπτυξης, η βιομηχανική παραγωγή αυξανόταν με εντυπωσιακούς ρυθμούς 7-8% επί δύο 10ετίες, κι η χώρα βγήκε θεαματικά από την κρίση του 1929. Ακολούθησαν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και ο μεγάλος διχασμός...

Μεταπολεμικά επιβλήθηκε ένα αυταρχικό μοντέλο μεγέθυνσης σε καθεστώς ξενοκρατίας (πάντα στην ξένη συνδρομή κατέφευγε το ιθαγενές κατεστημένο όταν τα εύρισκε δύσκολα, όντας ανίκανο να οργανώσει ευρύτερες συμφωνίες, συναινέσεις, και να διευθύνει μια νέα πορεία της πατρίδας μας...) με πυλώνες την απαγόρευση του συνδικαλισμού, τον αυταρχισμό των γνωστών «Παρθενώνων» και τη μαζική μετανάστευση...

Πέφτοντας πάνω στις κρίσεις του 1974 και του 1978, το γνωστό παραδοσιακό μοντέλο κατέληξε στις «προβληματικές» το 1979 και στην «αλλαγή με τσιφτετέλια» λίγο αργότερα. Μια νέα ευκαιρία δημιουργήθηκε στα μέσα της 10ετίας 1990. Κι αυτή, ωστόσο, παρά τα θετικά αποτελέσματα της προσπάθειας ένταξης στη Ευρωζώνη, άφησε άθικτα πελατειακό κράτος και παραδοσιακές παθογένειες όπως η διαπλοκή και η διαφθορά που παγίως συνοδεύουν ένα κλειστό κρατικοδίαιτο σύστημα. Εξαντλήθηκε εν πολλοίς σε έργα υποδομής και κατέληξε (με το φτηνό, λόγω ευρώ, χρήμα) στην «ελληνική φούσκα» με δανεικά. Η φούσκα έσπασε όταν οι αντοχές του συστήματος τσάκισαν με το ξέσπασμα της πρώτης κρίσης του διεθνοποιημένου καπιταλισμού, τέλη της προηγούμενης 10ετίας.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα ανασαίνει όλο και πιο βαριά, καθώς τρέχει επιτόπου και γλείφει τις πληγές της.

Σήμερα, οι θεσμοί είναι εξουθενωμένοι, η διαπλοκή, το πολιτικό χρήμα, τα συμφέροντα της φοροδιαφυγής και της ανομίας είναι ισχυρά – λες, έμειναν άθικτα ή ενισχύθηκαν μέσα στην κρίση. Η οικονομία είναι εξασθενημένη, η παραγωγική δυναμικότητα συρρικνωμένη, η αποεπένδυση είναι σε ιστορικά υψηλό σημείο, τα διαρθρωτικά προβλήματα (π.χ. ασφαλιστικό) έφτασαν στα όρια παροξυσμού, η δημοσιονομική ισορροπία πόρρω απέχει από το να είναι διατηρήσιμη, τα πρωτογενή πλεονάσματα που είχαν τεθεί ως στόχοι δεν είναι επιτεύξιμα και ήδη τράπηκαν σε ελλείμματα, η εξωτερική ισορροπία της οικονομίας είναι εύθραυστη στο πρώτο φύσημα μιας έστω ασθενικής ανάκαμψης, η μεγάλη ανεργία είναι σταθερή βάση της εξαθλίωσης αλλά και της παραβίασης κάθε έννοιας δικαιωμάτων για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Κι όμως, ο υπόλοιπος κόσμος προχωρά. Ούτε ευθύγραμμα ούτε όλος μαζί – γενιές και γενιές ματώνουν και χάνονται εξαιτίας της μιας ή της άλλης... «σταυροφορίας για τη δημοκρατία». Αλλά, στο μεγάλο μέρος του πλανήτη οι άνθρωποι σταθερά βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδό τους, εκατοντάδες εκατομμύρια βγαίνουν από τη φτώχεια, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται αξιοποιώντας τις ανατρεπτικές ψηφιακές τεχνολογίες, τη μεγάλη επανάσταση της ρομποτικής και δη της τεχνητής νοημοσύνης και τις εφαρμογές τους. Από τους τρισδιάστατους εκτυπωτές που κατασκευάζουν κτίρια έως ανθρώπινα όργανα, μέχρι τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό που σε μια 10ετία θα μπαίνουν σε μαζική κυκλοφορία, μέχρι την επέλαση της ανανεώσιμης αποκεντρωμένης ηλεκτροπαραγωγής, που απειλεί με κατάρρευση παραδοσιακούς γίγαντες του κλάδου – ίσως, έτσι όπως το Instagram και τα κινητά έσυραν σε χρεοκοπία την Kodak των 5 ηπείρων και των 160.000 μισθωτών.

Εμείς, πνιγμένοι σε ένα κυνήγι αριθμών, εύκολα μπορούμε να χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Μπερδεμένοι ανάμεσα στα δέντρα, να χάνουμε τις διαστάσεις του δάσους. Και να κοπιάζουμε χωρίς αποτέλεσμα, τρέχοντας επί τόπου, και να εξαντλούμαστε (κοινώς, να βολοδέρνουμε...) χωρίς σταθερό προσανατολισμό, καθώς δεν έχουμε καταφέρει να συζητήσουμε και αποφασίσουμε πού πάμε, ποια μετά-την-κρίση-Ελλάδα θέλουμε. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Αλλά, αν δεν καταρτιστεί ένα ρεαλιστικό και πραγματικά φιλόδοξο εθνικό σχέδιο, δεν θα αλλάζει το μείζον. Θα χάνουμε χρόνο – όπως χάσαμε και το 2015. Και θα συνεχίζουμε να αποκλίνουμε από τον νέο γενναίο κόσμο που αναδύεται και προχωρά δίχως να κοιτά τη δική μας μελαγχολία...