Hill’s Finger

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Βρήκαν τον ίδιο δρόμο εκεί στην Πλάκα, ονομάζοντάς τον σωστά και λάθος μαζί, για να χώσουν στο μπουρδούκλωμά τους το σχολείο μου. Απέξω, πάνω από την επίσημη είσοδο, γράφει Ά ΠΡΟΤΥΠΟΝ ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΑΡΡΕΝΩΝ ΑΘΗΝΩΝ. Παλιά, το ξέρανε όλοι σαν το ΓΥΜΝΑΣΙΟ, γιατί δεν υπήρχε και άλλο. Έτσι λοιπόν, με μιά οδό Ηπίτη και μιά Ηπίτου μπροστά, κάτι έπρεπε να βρεθεί για να ισορροπήσει και το πίσω του. Το βρήκαν. Λέγεται Χιλλ, που εγώ το γνώρισα ονομαστικά σαν παρθεναγωγείο, είναι εξίσου παλιό με το δικό μου και για να το πιστέψεις σε πληροφορώ ότι οι δύο της Αθήνας πάλιουρες χωρίζονται από γεννησιμιού τους με δύο σημεία αναφοράς. Έναν ευκάλυπτο και ένα μαντρότοιχο.

Ο ευκάλυπτος, ένα σύνηθες όριο μεταξύ κτημάτων του κάποτε, στιγμάτισε τελικά εν αγνοία του για μας, του Αρρένων, ένα διακριτό όριο.
Αυτό, το μεταξύ ανδρισμού και εφηβείας.
Όσο για τον μαντρότοιχο, μάλλον τον πήραμε αγκαλιά και τον κουβαλάμε νοερά μαζί μας ακόμη.
Μη με ρωτάς για την άλλη μεριά.
Παρθεναγωγείο σου λέει.
Εγώ δεν καταλαβαίνω τι μπορεί αυτό να σημαίνει Θε μου σχώρα με.

Έπρεπε να πάω πάλι. Το σκεφτόμουν μέρες τώρα. Είναι σαν αυτό που λέμε «Ο δολοφόνος πάντα επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος», μόνο που πραγματικά δεν ξέρω πιά ποιός είναι ο δολοφόνος και ποιανού το έγκλημα. Όχι  πως και τότε ήξερα δηλαδή, αλλά να... θεωρούσα ότι άλλοι αποφάσιζαν  εκείνη την εποχή για μένα και κατά συνέπεια  – από σεβασμό και μόνο — σιωπούσα.

Η Ηπίτη δεν είναι πια η ίδια. Ειδικότερα μάλιστα όταν την παίρνεις ποδαράτα χωρίς βιάση, είναι σα σίδερο που περιμένεις να σιδερώσει αλλά ξέχασες  προηγουμένως να το βάλεις στην πρίζα.

— Έλα Νικόλα έλα! Ανοιχτά στο ΄χουμε! ακούω δύο φωνές απ’ την πόρτα με τους μπρούντζους, την ξύλινη και επίσημη. Ξέρεις, την για να τη διαβώ πρέπει νάμαι κουρεμένος γιατί περνάει από Συμπληγάδες που σφυρίζει εκ του μακρόθεν τεσσάρα αποβολή, μη με πάρει πάλι και με σηκώσει.

Πιάνοντας ασυναίσθητα το σβέρκο – μάλλον οριακό τον κόβω — συνειδητοποιώ ότι μου φωνάζουν κουνώντας τα χέρια ο κυρ Γιώργης ο επιστάτης και ο Μήτσος ο μετά από αυτόν διάδοχος.

- Έλα, έλα να κλείσουμε!

Τρέχω, τους παίρνω αγκαλιά και μπαίνω μαζί τους στον πρόναο, βροντώντας πίσω μου την ξυλόπορτα.

- Τι κάνετε καλέ εδώ; τους ρωτώ. Έχω χρόνια να σας δω! Πως μείνατε ίδιοι; Μένετε ακόμη εδώ;

- Περιμένοντας εσάς, λέει ο κυρ Γιώργης κλείνοντας το μάτι στο Μήτσο. Όσο για το αν μένουμε ακόμη εδώ, μάλλον δύσκολο. Δεν υπάρχουν πια επιστάτες και φύλακες στα σχολεία, δεν το ξέρεις;  Πόσο μάλλον όταν τα σχολεία έχουν πάψει να είναι σχολεία.

- Δεν καταλαβαίνω ρε σεις τι μου λέτε πρωϊνιάτικα, είπα ανεβαίνοντας μαζί τους τις μαρμαρόσκαλες που χουφτώνουν την πατούσα σου με την λακκούβα του «καλωσήλθατε» ή  του «την κάνω σα νάχω το χάρο πίσω μου», αναλόγως εποχής.

- Δεν έχει πια παιδιά εδώ ρε Νίκο, είπε ο Μήτσος, Δεν το ξέρεις; Το Πρώτο δεν έχει πια μαθητές!

- Τι λες ρε, του λέω και αυτά που γράφει αυτή η μαρμαρόπλακα εκεί έξω χρόνια τώρα τι είναι;

- Παρελθόν, έγνεψε ο Μήτσος με ένα στραβό γελάκι.

- Τότε εσείς; Πώς βρίσκεστε εδώ; Λογικά αυτό εδώ είναι κλειστό, που στο διάβολο βρίσκετε κλειδιά;

- Δεν έχουμε κλειδιά, είπε ο κυρ Γιώργης. Καβαλάμε τη  σιδερένια πράσινη σκαστά από κει που καβαλάγατε και εσείς, ξέρεις, απ’ τη στραβωμένη άκρη. Μετά, ανοίγουμε από μέσα και προσέχουμε να μπαίνει κλεφτά λίγο φώς περιμένοντας μπας και φανεί κανένας σαν και σένα - καλή ώρα— για τα μετέπειτα.

- Τα μετέπειτα; δεν κρατήθηκα να μη ρωτήσω, όντας μπροστά στο «Ωχ Παναγία μου» γραφείο του γυμνασιάρχη,  που είχε όμως ευτυχώς την πόρτα κλειστή.

Ο κυρ Γιώργης έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του, έβγαλε ένα πλακέ κουτί άφιλτρα, το άνοιξε και μου πρόσφερε ένα με το ροζιασμένο του χέρι. Τόσπρωξα προς το μέρος του αργά.

- Ευχαριστώ κυρ Γιώργο, τόκοψα το Γενάρη του δεκατέσσερα και λέω να το κρατήσω αν δε σε πειράζει.

Γέλασε, τόβαλε στο στόμα του και βγάζοντας εκείνο το τσακμάκι που πιο πολύ μύριζε παρά άναβε, έκανε ένα τσααφ και τάναψε. Τραβώντας την πρώτη βαριά ρουφηξιά, έκλεισε το τσακμάκι στοχαστικά και κυριολεκτικά με κάρφωσε στα ασπρόμαυρα πλακάκια ρωτώντας σε ρυθμό πυροβόλου:

- Γιατί ήρθες; Έχεις χρωστούμενα έ; Έχουν όνομα; Άστα να βγούνε. Γι’ αυτό ξέρεις βρεθήκαμε όλοι εδώ.

- Έχω είπα. Πολλά. Αλλά το σημερινό το λένε HILL.

Σκάνε ένα σιγανό γελάκι και δύο κοιτώντας ο ένας τον άλλο με νόημα.

- Πως τη λέγανε; ρώτησε ο Μήτσος

- Μαριάνα είπα. Μαριάνα Σκουρλέτη.

- Εδώ τη γνώρισες; Πώς τα κατάφερες;

- Δεν τη γνώρισα εδώ, την ήξερα από το Δημοτικό του Μαρασλείου που πήγαινα πριν έλθω εδώ, είπα και καταράστηκα από μέσα μου την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισα να μην πάρω εκείνο το άφιλτρο και να τιμήσω πνευμόνια και δάχτυλο με τη βούλα του καπνού και της ιστορίας. Ήταν ένα χρόνο μικρότερη. Πέρναγε το πούλμαν και την έπαιρνε δύο – τρείς στάσεις μετά από μένα και πάντα έμενα άγαλμα χαζεύοντας τις ασυνήθιστες καστόρινες μπότες που φορούσε και το μαύρο κοντό καρέ μαλλί της. Είχε έναν αέρα απίθανο που δεν είχαν τα μεγαλύτερα κορίτσια της τάξης μου. Αλλά και να τον είχαν δεν τον είχα προσέξει εγώ. Εγώ ήμουν αλλού. Τόσο αλλού, που είχα φτάσει στο σημείο να πηγαίνω να κάθομαι στο θρανίο της όταν όλοι πήγαιναν εκκλησία και το σχολείο ήταν καθησυχαστικά άδειο, αλλά μιλούσε, σκεφτόταν και ανέπνεε από τον αιθέρα της Μαριάνας. Μέχρι που με έπιασε στα πράσα να κάθομαι στο θρανίο της ο Χάρης Σακελλαρίου, ο δάσκαλός της.

- Τι κάνεις εδώ παιδί μου; Δεν είναι η τάξη σου. Γιατί δεν είσαι στην εκκλησία;

Δε θυμάμαι τι απάντησα, αλλά τη μπάτσα που έφαγα και τη φλόγωση που μούρθε σε μάγουλο και κρανίο τα θυμάμαι σαν τώρα, πριν αναγκαστώ να φύγω με το κεφάλι κατεβασμένο για τα κρύα της αίθουσάς μου και ξαναβυθιστώ σε μια ψύχρα που την έλεγαν απουσία.

Ξέρετε, το πλατωνικό είναι απίθανα σαδομαζοχιστικό και τότε απλά δεν ήξερα ούτε τι να πω, ούτε βέβαια πως...

Κούνησαν με κατανόηση τα κεφάλια τους συναινετικά.

- Ξέρουμε, ξέρουμε, είπαν χαμογελώντας με νόημα.

Έφυγα και από το Δημοτικό τελειώνοντας μετά από ένα χρόνο, χωρίς ποτέ να πω το παραμικρό. Οι μπότες βέβαια ήταν πάντα καστόρινες, η φάτσα πάντα γελαστή κάτω από το καρέ κοντό μαλλί και τα πνιγμένα μου λόγια κλεισμένα κάπου που ακόμη και μέχρι σήμερα προσπαθώ να ξεχάσω για να μην ξεχαστώ και ανοίξω.

Τη συνάντησα τυχαία σε μία οικογενειακή εκδρομή Κυριακής. Ήταν με τους γονείς της. Ήμουν με τους γονείς μου. Τη βοήθησα σε κάτι ασκήσεις άλγεβρας που κουβαλούσε αγχωτικά μαζί της. Με κοιτούσε σα θεό που τις έλυσα με τη μία, αλλά και της εξήγησα το βασικό νόημα με ένα πολύ εποπτικό και παραμυθένιο μηχανισμό. Εκεί έμαθα ότι πήγαινε στη HILL, δηλαδή δίπλα μας! Μια ανάσα ρε παιδί μου! Σχεδόν πιο κοντά και από τότε που ήμασταν στο Δημοτικό! Άσε που δεν υπήρχε και κανένας Σακελλαρίου!

Κι όμως!

Δεν έγινε ποτέ. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Δεν την ξαναείδα ποτέ. Αυτός ο μαντρότοιχος με τα γυαλιά στη μυτερή κορυφή του αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από δωρικός. Προσπάθησα, στήθηκα έξω από την κωλόπορτά τους στη HILL. Τίποτα. Τι νάκανα ρε παιδιά, να πάω εκεί και να αρχίσω να φωνάζω;

- Δεν τη λένε Μαριάνα, είπε ο Μήτσος, ή κάνω λάθος;

- Δεν κάνεις λάθος απάντησα.

- Ακόμη και μέχρι σήμερα το κρατάς επτασφράγιστο....

- Έτσι είναι, αντιγύρισα, αλλά δεν ...

- Μη μιλάς άλλο είπε ο κυρ Γιώργης. Εμείς με το σχολείο είμαστε πιά ένα. Ο τοίχος , ο ευκάλυπτος, οι πλάκες, οι σκάλες είσαι εσύ. Είσαι μέρος τους. Είναι μέρος σου. Είμαστε μέρος σου. Έλα, πάμε στο αγκυροβόλι.

- Το αγκυροβόλι; Τι λέτε ρε σεις;

Με πήραν σχεδόν αγκαλιά και με πέρασαν στο μπαλκονάκι πάνω από τις τουαλέτες. Εκεί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, δεμένη στα κάγκελα, αρμένιζε μια μικρή βαρκούλα δεμένη στα κάγκελα. Κολύμπαγε πάνω σε μια πηχτή γκρίζα θάλασσα που πάφλαζε αστεία πάνω τις βρύσες με ένα γουργουρητό αμηχανίας.

- Θάλασσα στην Πλάκα; Γωνία στο δεκάρικο; Τι γίνεται εδώ πέρα;

- Δεν τη λένε θάλασσα Νικόλα. Μη μας προσβάλεις. Τη λένε Λησμονιά.

- Ρε σεις χάπια παίρνετε; Τι μου λέτε εδώ πέρα; Και αυτό το ΑΝ στο βαρκάκι τι σημαίνει;

- Τι θα γινόταν Αν..... είπε ο κυρ Γιώργης ή Αναπολώ αν σε βολεύει καλύτερα.

- Ανεκπλήρωτο.... συμπλήρωσε ο Μήτσος και μούδωσε στα χέρια ένα κουδούνι. Είναι το κουδούνι του διαλλείματος μας. Κάθε που θα χτυπάς η βάρκα ξέρει τι θα κάνει. Τα έχουμε προβλέψει όλα. Πήγαινε.

- Πού ρε σεις, τρελαθήκατε; Που να πάω;

- Μα στη HILL φυσικά, μούπαν ταυτόχρονα με μια φωνή. Πέρα από τον τοίχο. Δε θες;

Το έκανα αυτόματα. Μπήκα μέσα. Μου λύσανε το σκοινί. Όχι δεν έγερνε η βάρκα. Όλο το κτίριο έγερνε προς τα μένα. Με ένα καμπύλωμα που μύριζε χρόνο και χώρο σε αγκάλιασμα, τα κάθετα έγιναν καμπυλωτά και το κουδούνι του διαλείμματος χτύπησε για το ταξίδι ανοίγοντας τη σιδερένια πόρτα με το στράβωμα στην άκρη για το άγνωστο, της Ηπίτη σε θάλασσα, της Ηπίτη σε λησμονιά, ένα βήμα στο άγνωστο καβάλα στη βάρκα του ανεκπλήρωτου σε αναζήτηση ενός ακόμη υποθετικού ΑΝ...

- Θάμαστε πάντα μαζί σου, τους άκουσα να λένε φωνάζοντας από το μπαλκονάκι.

Μετά, σαν σε μια  κλίμακα ύφεσης, χάθηκαν μορφές, ήχοι και λέξεις σε ένα πίσω που ίσως να λεγόταν και πουθενά.

Εύκολος ο κατήφορος, η ΑΝ έστριψε πάλι αριστερά και πάλι αριστερά..... Ήταν τόσο κοντά τελικά.... ή τόσο μακρυά, έχω αρχίσει να τα χάνω μου φαίνεται........... και ξαφνικά σταμάτησε!

- HILL, θα κατέβει κανείς; Θα μπορούσε να φώναζε ο εισπράκτορας. Αλλά δεν υπήρχε. Πάνω από τη γκρίζα μάζα που κυμάτιζε η ΑΝ με μένα μέσα της, το μόνο που υπήρχε ήταν μία πόρτα κλειστή και από μέσα της να βγαίνουν παιδικές φωνές, τρεξίματα και γέλια ανέμελα, που συνεχίζονταν πέρα στους τοίχους και χάνονταν στου ήχου το χωνί.

Θα πρέπει να έδειχνα εκπληκτικά βλαμμένος με ένα ανυπόμονο κουδούνι στο χέρι, μία βάρκα μισή από το μπόι μου και ένα βλέμμα χαμένο σε ήχους και τρεχάματα.

- Μαρία, φώναξα.

- Μαρία.......

Ναι ήταν Μαρία. Και το φώναζα δυνατά. Να το ακούσουν όλοι. Να το ακούσει η Μαρία και νάβγει έξω.

- Μαρία.......

Δεν άκουσε. Για την ακρίβεια δεν άκουγε κανείς.

Μόνο εγώ άκουγα. Μόνο εγώ και η αντήχηση του θόλου μου.

Τα γέλια τα ίδια, οι τρεχάλες παντού, αλλά το φτωχό μου μεγαλίστικο έσβηνε απλά ξερά λίγο πιο πάνω από μένα.

Και τότε, το μοιραίο με συνέφερε.

Χτύπησε το κουδούνι της HILL!

Εκείνος ο ίσως μελένιος ήχος που η εφηβική μου φαντασία είχε θεμελιωδώς προσδιορίσει ότι απευθυνόταν σε κοριτσίστικα όνειρα και παιδικά κυνηγητά που παραβγαίνουν μεταξύ τους. Που δεν έμοιαζε με το δικό μας ξεροψυχοβγαλτικό. Τι λέω ρε, έχω χαζέψει.......

Θα βγει έξω, είπα! Θα βγει επιτέλους έξω!!!

Δεν ήταν για σχόλασμα.

Για διάλειμμα ήταν.

- Γιατί ρε; Γιατί;

Το μαγικό ραβδί της ησυχίας κουνήθηκε απότομα και σε χρόνο μηδέν βρέθηκα να κοιτάω το τίποτα.

- Μαρία...... ξαναφώναξα.

Ήμουν μόνος. Εγώ και η γκρίζα μου θάλασσα.

- Αυτό δεν ήθελες τόσα χρόνια; θάλεγε κουνάμενος ο ευκάλυπτος, νάσαι αόρατος και να λες ότι θες.........

- HILL, θα κατέβει κανείς; Θα μπορούσε να φώναζε ο εισπράκτορας.

Χτύπησα το κουδούνι. Όχι για να κατέβω, αλλά για να φύγω.

Έτσι έπρεπε.

Η ΑΝ με άκουσε και ο κατήφορος ξεκίνησε για τα πίσω, η κόψη της άρχισε να σκίζει τη λησμονιά του πάγου της και γω αμήχανα να σκέφτομαι φωναχτά

- Θα ανοίξει άραγε να περάσω η πράσινη σιδερένια; Πρέπει να γυρίσω και να αφήσω την ΑΝ για τον επόμενο...

Να, μπαίνω ξανά στην Ηπίτου, Ηπίτη, όποια είναι τέλος πάντων, στην ανηφόρα της αρχής.....

Ποιός Κυρ Γιώργης ρε παιδιά, αυτός πρέπει ναχει πεθάνει χρόνια!

Ο Μήτσος; Οι φύλακες, τα καμπυλωτά, η λησμονιά, εγώ σε αυτά, αυτά σε εμένα...

Δε μπορεί, κάποιος μας κάνει πλάκα εδώ πέρα.

Ξένος, όπως λέμε HILL  ας πούμε. Δάκτυλος, FINGER πως το λένε ρε παιδί μου…

HILL’S FINGER! Αυτό είναι!

HILL’S FINGER. Κάτι μου θυμίζει....

- Καλά θα κάνεις να ξυπνήσεις γιατί σε πήρε ο ύπνος πάνω στο πληκτρολόγιο, μου φώναξε η γυναίκα μου και πες μου αν θα βάλεις αυτό το φούτερ που λύσσαξες από προχθές  να σου ετοιμάσω.

- Για ποιό φούτερ μιλάς; Τη ρώτησα.

- Αυτό που γράφει HILFIGER και δεν ξέρω γιατί στον ύπνο σου μέσα το φώναζες σα να παραμιλούσες...

Ήμαρτον Θε μου με την πάρτη σου.........

Μη με ρωτάς ρε σου λέω για την άλλη μεριά!

Παρθεναγωγείο λέει ήταν!
Ξηγήθηκα από την αρχή πως ποτέ δεν κατάλαβα τι μπορεί αυτό να σημαίνει !
Μάρτυρές μου ο Τοίχος κι ο Ευκάλυπτος! ρώτα τους.
Εκτός βέβαια κι αν ευκαιρούν οι δικοί σου Τοίχοι και Ευκάλυπτοι για να στα χώσουν και καλύτερα!

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η panagiotis haros έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Άριστο συναισθηματικό κείμενο γεμάτο ρομαντισμό κ νειατα!Ίσως η συντηρητική επαφή με τα κορίτσια εκείνης της εποχής κ ο διαρκής φόβος του εισαγγελέα να μας κάνει ακόμα να γράφουμε ποιήματα..για τη Ζωή κ την χαμένη μας νιότη!

  • 2 Ο/Η Σωτηρόπουλος Γεώργιος Χ. έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Συγχαρητήρια για την ρομαντική αυτή αναδρομή στα χρόνια της νιότης μας ,στις κοινές μας "εμπειρίες",στις "φωτογραφίες" που τόσο παραστατικά ξεδιπλώνεις στην αφήγησή σου.Πώς τα καταφέρνεις και με συγκινείς, όταν με γυρνάς ...καααποια χρόνια πίσω, στα μαθητικά μας χρόνια,σε μιά περίοδο πού έχει αφήσει σε όλους μας ανεξίτηλα σημάδια....Νά είσαι πάντα καλά Νικόλα..

  • 3 Ο/Η Παπαμικίδης Γεώργιος έγραψε: (πριν 1 έτος)

    To καλύτερο μέχρι τώρα κείμενο σου, από όσα έχω διαβάσει. Ποιητικό, ρομαντικό και τρυφερό. Μας ταξιδεύεις πολλά χρόνια πίσω στην πιό γλυκειά ανάμνηση από την πρώτη αγαπημένη "Μαριάνα" του κάθε ενός μας. Μπράβο σου Νικόλα.

loading..