Απο τα Fb του Ευδόκιμου Τσολακίδη και του Γιώργου Μάντζιου

Απο το Fb του Ευδόκιμου Τσολακίδη

Εχουμε συνηθισει τους φασιστες να ναι αγραμματοι αμορφωτοι και ακαλλιεργητοι. Γι αυτο πολυ συχνα δικαιολογουμε τον "φασισμο" τους επειδη νομιζουμε οτι παρασυρθηκαν λογω χαμηλου iq και αγνοιας. Τι γινεται ομως οταν προκειται για συνειδητοποιημενους φασιστες πτυχιουχους με μεταπτυχιακα και διδακτορικα; Εκει μπερδευομαστε λιγο κυριως επειδη δεν μπορουμε, δεν θελουμε να πιστεψουμε οτι ενας ανθρωπος καλλιεργημενος και φιλοτεχνος μαλιστα, μπορει να ειναι απολυτως συνειδητοποιημενος φασιστας.Το μη ευδιακριτο προσωπο του φασισμου ειναι και το πιο επικινδυνο.

Εγραψα προχθες για ενα περιστατικο που μου συνεβη μεσα σ ενα σουπερ μαρκετ. Ενας πρωην φιλος που τον ειχα μπλοκαρει για μηνες επειδη τον πηρα χαμπαρι τι κουμασι ειναι (αργησα λιγο για τους λογους που αναφερω στην πρωτη παραγραφο) εγραψε ενα στατους ακρως φασιστικο για να ειρωνευτει το δικο μου.

Ο Γιωργος Μαντζιος του βγαζει τη μασκα.

(Δεν θα μεταφερω και την αναρτηση του γνωστου πλεον φασιστα διοτι δεν θελω να λερωσω τον τοιχο μου. Αλλωστε επειδη ακομα εχω πολλους κοινους φιλους μαζι του ειμαι σιγουρος οτι οι περισσοτεροι την εχετε ηδη διαβασει. Ελπιζω μετα και απ αυτο να μην εχω πλεον κανεναν κοινο φιλο μ αυτο το ανθρωπομορφο τερας)

Γιώργος Μάντζιος

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
(Για τους παρατηρητικούς: Απάντηση σε απάντηση)

Σήμερα ήταν μια από τις συνηθισμένες μέρες σου. Βγαίνοντας το πρωί από την πολυκατοικία, βρήκες μια νεαρή τσιγγάνα να θηλάζει καταγής το μικρό παιδί της. Αναγούλιασες. Μια οργανωμένη δυτική κοινωνία πώς επιτρέπει αυτά τα αποτρόπαια δημόσια θεάματα; Αμέσως έφερες στο νου σου εκείνον τον τιτάνα του γερμανικού –και όχι μόνο-εθνικισμού που είχε φροντίσει να απαλλάξει τον κόσμο μας διακριτικά από την παρουσία όλων αυτών που προκαλούν την αισθητική μας. Περνώντας από δίπλα της, από απροσεξία, κλότσησες με τρόπο το πλαστικό ποτήρι μέσα στο οποίο απέθεταν κάποιοι ανόητοι περαστικοί τον οβολό τους. Τα νομίσματα κύλησαν αργά περνώντας από τη σχάρα του και χάθηκαν στο διπλανό υπόνομο…
Στη γωνία του δρόμου, άλλο βδελυρό θέαμα: μια ομάδα από Αφρικανούς και Ασιάτες εργάτες εργάζονταν σαν τα κτήνη σε κάποιο δημοτικό σκάμμα. Εσύ ήξερες ότι δεν διέθεταν άδεια εργασίας. Οι πραγματικοί εργαζόμενοι τους οποίους χρησιμοποιούσε ό Έλληνας εργολάβος, Έλληνες κι αυτοί, την άραζαν στην παρακείμενη καφετέρια χαρτοπαίζοντας, αφού προηγουμένως είχαν δώσει στους αντικαταστάτες τους μερικά νομίσματα που μόλις θα τους έφταναν για ένα κομμάτι ψωμί… Χαιρέτησες με εγκαρδιότητα τους έξυπνους χαρτοπαίκτες. Κάποιοι σου ήταν ήδη γνωστοί. Συμμετείχαν τις προάλλες στα τάγματα εφόδου που ισοπέδωσαν στην παρακείμενη λαϊκή όλους τους πάγκους των λαθραίων ξένων μικροπωλητών. Σε κάλεσαν να σε κεράσουν καφέ, αλλά βιαζόσουν. Είχες να ρυθμίσεις ένα πλήθος από προσωπικές εκκρεμότητες.
Μπήκες στην αστραφτερή Mercedes σου που αποβραδίς την είχες παρκάρει ολόκληρη πάνω στο παρακείμενο πεζοδρόμιο, αφού μάζεψες από το παρμπρίζ όλες τις χθεσινές κλήσεις της Τροχαίας και τις έσκισες επιδεικτικά (ας είναι καλά ο υπαστυνόμος του τμήματος της γειτονιάς –δικός μας άνθρωπος- που «καθαρίζει»)
Στο Πεδίο του Άρεως σε περίμενε άλλο αποκρουστικό θέαμα: ένα πλήθος από ναρκομανείς σε περιτριγύρισαν παρακαλώντας σε για λίγα κέρματα. Εκεί ήταν που πραγματικά νοστάλγησες το Νταχάου και το Μάουτχάουζεν. Θα έρθει η μέρα που όλα αυτά τα κοινωνικά παράσιτα θα μας απαλλάξουν από την παρουσία τους. Θα ξεβρομίσει επιτέλους ο τόπος.
Τέλος, αφού ρύθμισες τις δουλειές σου είπες να επιστρέψεις σπίτι σου, σε παρακείμενη οδό της Πλατείας Βικτωρίας. Έφτασες όταν είχε ξεσπάσει η μπόρα. Και τι βλέπεις; Η είσοδος της πολυκατοικίας ασφυκτικά γεμάτη από λαθραίους μετανάστες (κάποιοι τους ονομάζουν πια «πρόσφυγες», αλλά «έσσεται ήμαρ»…). Αυτό πήγαινε πολύ. Ποιος τους επέτρεψε να μπουν; Άρπαξες λοιπόν το σκουπόξυλο που χρησιμοποιούσε η καθαρίστρια της πολυκατοικίας και τους έτρεψες εν ριπή οφθαλμού σε άτακτη φυγή. Το απόλαυσες βλέποντας έγγυες γυναίκες, μικρά παιδιά και αρρώστους να ξεκουμπίζονται πανικόβλητοι από την είσοδο του ακινήτου. Μα επιτέλους γιατί άφησαν τα σπίτια τους και τις πατρίδες τους και μας κουβαλήθηκαν απρόσκλητοι; Ας έμεναν εκεί να παλέψουν!
Και ανέβηκες επιτέλους με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο, όπου σε περίμενε η συμβία με τα μπικουτί ακόμη στα μαλλιά και τη σατέν ρόμπα της. Στον τοίχο του χολ ο πίνακας με το πουλί που αναγεννιέται από τη στάχτη και ένα έγχρωμο πορτρέτο του συνταγματάρχη Σωτήρα μας.
Ηρέμησες.