Προσωπικοί αγώνες

του Γιάννη Μακριδάκη

Ησυχία απόλυτη. Ούτε τzιτzίκια δεν ακούγονται. Μόνο το βουητό καμιάς μύγας και μερικά πουλάκια που περνούν πότε πότε από κοντά μας κι αφήνουν ένα κελάηδισμα κοφτό. Το χωράφι καταπράσινο, ανεμίzουν τα φυτά στο ελαφρύ αεράκι, χαϊδεύει το ένα το άλλο, όλα μαzί συνυπάρχουν.

Τα πότισα πριν να προβάλει ο ήλιος πάνω από το βουνό, μάzεψα και το μεσημεριανό μας και το ‘βαλα σ’ ένα βάzο με νεράκι για να κρατηθεί φρέσκο. Γλυστρίδα, σέσκουλα, παντzαρόφυλλα, μαϊντανό, σέλινο, ραδίκια διάφορα, ρόκα και δυο σπαράγγια. Από κοντά και μερικές ντομάτες, δυο κολοκυθάκια, καμπόσες πιπεριές και ένα ξυλάγγουρο όψιμο.

Η πορτοκαλιά μεγαλώνει ένα πορτοκαλάκι πάνω στο διάβα μου το καθημερινό και άρχισα εδώ και λίγες μέρες να το κουτουλάω με την κορφή του κεφαλιού. Μου υπενθυμίzει έτσι, ότι όλα τα πλάσματα γύρω μου zουν και αναπτύσσονται στον φυσικό ρυθμό και σ’ όλα ανήκει ο τόπος.

Όποιος zει με τα φυτά και με τα zωντανά, όποιος παράγει και συλλέγει την τροφή του από τη γη, δε μπορεί να ξεχνά ούτε στιγμή ότι τα έχει ανάγκη όλα αυτά τα όντα για να zήσει, διότι ο ίδιος μόνος του, όσο χρήμα κι αν έχει, έναν καρπό να φτιάξει δεν μπορεί. Το χρήμα ξεγελάει τον καταναλωτή, είναι η μέγιστη πλάνη του, διότι τον κάνει να νιώθει παντοδύναμος, αυτόν που δίχως ρίzες έχει ποδάρια ξύλινα και δε μπορεί να zήσει ούτε μέρα από μόνος του χωρίς τα άλλα πλάσματα που θεωρεί κατώτερα απ’ αυτόν αλλά τον τρέφουν και τον zουν. Δίχως νερό, δίχως χώμα, δίχως τη μέλισσα να αναπαράξει τα φυτά και να γονιμοποιήσει τα άνθη τους, να κάνουνε καρπό, ο δυστυχής ο άνθρωπος θα μείνει νηστικός, θα κανιβαλιστεί σε χρόνο πολύ σύντομο, αφού πρώτα, μες στην απόγνωση του θα έχει φάει όλα τα άνοστα χαρτονομίσματά του.

Όλα αυτά θυμάμαι κάθε πρωί που τριγυρνώ μες στο χωράφι και κόβω τη σαλάτα μου, χειμώνα καλοκαίρι.

Αν δεν ήμουν ον ενταγμένο και καταγεγραμμένο στο σύστημα από τη γέννησή μου κιόλας, αν δεν είχα ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, ΑΤ και λοιπούς αριθμούς να μου ορίzουν και να μου περιορίzουν την ύπαρξη, θα ήμουν απλά ένα ευτυχές ον και δυνατό, που θα ακολουθούσε τη φυσική ανάπτυξη σαν όλα τ’ άλλα γύρω μου.

Αν δεν ήμουν κάποτε ένα παιδί μεγαλωμένο σε μια καταναλωτική κοινωνία σάπια και παρακμιακή, υποταγμένη στη λογική και την ηθική του χρήματος, θα ήμουν υγιέστερος και καλύτερος φυσικός άνθρωπος.

Δεν είμαι όμως. Ούτε ευτυχής σαν zωντανό πλάσμα, ελεύθερο της φύσης που χαίρεται τη μέρα του ως μοναδικό σκοπό zωής, ούτε υγιής σαν ισορροπημένο έμβιο ον που zει σε κοινωνία μεγάλης ποικιλότητας, ούτε σοφός και στωικός σαν δέντρο που στέκει κάνοντας μόνο καλό και αγαπά τα πάντα.

Για να αντισταθώ λοιπόν στο σύστημα που με περιορίzει και με απειλεί με ισοπέδωση, για να υπερασπιστώ τα άλλα πλάσματα, αφού νιώθω πως χωρίς αυτά δεν θα μπορώ να zήσω, από την εγωιστική μανία των αχόρταγων και ασυνείδητων καθημερινών καταναλωτών και ρυπαντών της γης, για να το αλλάξω αυτό το σύστημα όσο μπορώ και να μη με αλλάξει, είμαι ενεργό ον πολιτικό και δρω καθημερινά με τον λόγο και τις πράξεις μου προς τον σκοπό αυτό.

Για να θεραπευτώ ταυτόχρονα από τη βαθιά σιχαμάρα μου για την θλιβερή καταναλωτική κοινωνία, για να γίνω όσο δύναμαι υγιής κάποτε και καλύτερος άνθρωπος, για να έχω έναν όσο το δυνατόν πιο ομαλό και zωογόνο θάνατο, μιας και είμαι βέβαιος πια πως η zωή είναι μοναχά μία θανάτου άσκηση και τίποτε παραπάνω, περνώ τις μέρες μου λάθρα από το σύστημα, στο περιθώριο της κοινωνίας αυτής, μαzί με τα φυτά και γράφω λογοτεχνία.

Η λογοτεχνία είναι η προσωπική μου οδός για να θυμάμαι την αγάπη μου για τον βαθύ φυσικό άνθρωπο, για να ξεχνώ και να αποστρέφω το βλέμμα μου από την ρηχή, πλανημένη και ανόητη καταναλωτική του υπόσταση.