Το χαλασμένο καρότσι

του Κωστή Α. Μακρή

Ένα παιδικό καρότσι που φτιάχτηκε για να τσουλάει με τέσσερις ρόδες δεν μπορεί να είναι κανονικό καρότσι με τη μια του ρόδα βγαλμένη. Ένα τετράτροχο καρότσι που έχει μείνει μόνο με τρεις ρόδες είναι ένα καρότσι χαλασμένο που δεν μπορεί να κάνει καλά τη δουλειά του. Και η δουλειά που έχει να κάνει αυτό το παιδικό καρότσι είναι να κουβαλάει ένα παιδί, να μεταφέρει με ασφάλεια ένα παιδί εκεί που θέλουν να το πάνε οι γονείς του.

Τώρα βέβαια, όταν μιλάμε για ένα καρότσι παιχνίδι, ένα καρότσι για κούκλες, μερικοί μπορεί να πουν ότι δεν είναι κανονικό παιδί αυτό που μπαίνει μέσα στο καρότσι. Θα είναι μια κούκλα, ένα ζωάκι χνουδωτό, είναι μερικά άλλα ζωάκια και κουκλιά που δυο μικρά κορίτσια τα ονομάζουν παιδιά τους και θέλουν να είναι ασφαλή και να τα μεταφέρουν ―παίζοντας― χωρίς κίνδυνο από το ένα μέρος στο άλλο, από μια χρονική στιγμή σε μιαν άλλη, από το τώρα στο μέλλον.

Όλα αυτά τα λέω εγώ. Δεν τα λένε τα πολύ μικρά παιδιά γιατί ακόμα δεν έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως την ευθύνη που έχει ένας άνθρωπος απέναντι στα παιδιά του όταν σκέφτεται να τα μεταφέρει από το ένα μέρος το άλλο, από μια χρονική στιγμή σε μια άλλη, από το τώρα στο μέλλον. Όσο κι αν νιώθουν υπεύθυνα για τα παιχνίδια τους, τα συγκεκριμένα παιδιά δεν μπορούν ακόμα να συνειδητοποιήσουν την ευθύνη και την αγωνία ενός γονιού όταν πρέπει να μεταφέρει το παιδί του από ένα μέρος όπου κινδυνεύει σε ένα πιο ασφαλές μέρος, όταν πρέπει να μεταφερθεί ένα παιδί, μια ολόκληρη οικογένεια, μια ολόκληρη χώρα από ένα ανασφαλές τώρα σ’ ένα πιο ασφαλές αύριο, από ένα απάνθρωπο εδώ σ’ ένα κάπως πιο ανθρώπινο εκεί.

― Χάλασε το καρότσι μας, παππού, η μεγάλη.

― Χάλασε το καρότσι μας, παππού, σαν ηχώ η μικρή.

Στη δήλωσή τους, σκαλώνει στα δόντια μου ένα «και τι με νοιάζει εμένα» και δεν βγαίνει, ευτυχώς. Κι εγώ χαμογελάω που δείχνω τόσο γενναίος, τόσο αλτρουιστής και τόσο αλληλέγγυος με τα δεινά τους και δεν το ξεστομίζω ούτε για αστείο αυτό το «Κι εμένα τι με νοιάζει;». Γιατί ένα χαλασμένο καρότσι σημαίνει ―αν δεν επισκευάζεται― έξοδα για να αγοραστεί ένα καινούριο και τα λεφτά δεν τρέχουν από τα μπατζάκια των γονιών τους αλλά ούτε κι από τα δικά μας. Και πρέπει με κάθε τρόπο να αποκαθιστούμε τις βλάβες, να διορθώνουμε τις ζημιές, να κολλάμε τα ξεκολλημένα, να επισκευάζουμε αυτό που πια δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Πρέπει με κάθε τρόπο να εξοικονομούμε τα χρήματα που μας λείπουν. Το ίδιο για ένα καρότσι, το ίδιο για ένα ρούχο, ένα παπούτσι, μια υπηρεσία, ένα υπουργείο, ένα σύστημα παιδείας και υγείας. Το ίδιο και για τη δικαιοσύνη, το ίδιο και για την από εδώ αλλά κι από αλλού προσφυγιά. Να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας χωρίς να σπαταλάμε ανθρώπινους, φυσικούς και οικονομικούς πόρους.


Μέσα στην κεφάλα μου ξεστρατίζω από το χαλασμένο καρότσι γιατί βλέπω τις εκλογές να έρχονται με θόρυβο. Θόρυβο από τις πολλές χαλασμένες ρόδες που βροντοχτυπάνε στους γεμάτους λακκούβες εθνικούς δρόμους και θέλω να φωνάξω στους υποψήφιους πρωθυπουργούς, υπουργούς, βουλευτές: «Το καρότσι μας έχει χαλάσει! Θα το φτιάξετε; Πώς θα μεταφέρουμε τα παιδιά μας από το ένα μέρος στο άλλο; Πώς θα μεταφέρουμε την πατρίδα μας απ’ αυτό το μίζερο τώρα σ’ ένα πιο ασφαλές, λειτουργικό, δίκαιο, αποτελεσματικό και αξιοπρεπές αύριο;».


Και ξέρω ότι αξιοπρέπεια και περηφάνια δεν είναι να λες ότι το δικό μας καρότσι, ακόμα και με χαλασμένες τις ρόδες του, είναι ένα αξιοπρεπές και περήφανο καρότσι. Ένα σαράβαλο είναι και τα παιδιά μας κινδυνεύουν μέσα σ’ αυτό.


Αλλά τις εγγονές μας δεν τις νοιάζουν οι εκλογές. Τις νοιάζει που χάλασε το καρότσι τους και τις απασχολεί ένα ερώτημα: Μπορεί να φτιαχτεί;


Τις έφερε και τις δύο η γιαγιά τους, που συμβαίνει να είναι και γυναίκα μου.


Μόλις άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει, βγήκα από το γραφείο μου, όπου δούλευα, και πήγα προς την κουζίνα. Τις είχα ακούσει να μπαίνουν με κάτι ακαθόριστα «Θα το δείξουμε στον παππού» και κάτι απειλητικά «Θα το φτιάξει;».

Είδα και το καρότσι μέσα στην κουζίνα.

― Θα το φτιάξεις, παππού; η μεγάλη

― Θα το φτιάξεις, παππού; η μικρή ηχώ.

Να πω ναι; Δεν ξέρω. Να πω όχι; Αφού δεν έχω δει τη ζημιά. Προσπαθώ να κερδίσω χρόνο, να μην πάρω την ευθύνη ενός ψέματος ή μιας υπόσχεσης που δεν θα είμαι σε θέση να υλοποιήσω.


― Να τελειώσω κάτι που κάνω στον υπολογιστή και σε λίγα λεπτά θα έρθω να το δω.


Κατσούφιασμα, μελαγχολία, θλίψη, ματαίωση της ελπίδας.


Και υπόλογος εγώ; Μα τι κάνεις; Δεν μπορεί δηλαδή να περιμένει μερικά λεπτά η δουλειά; Θα πέσει η ζάχαρη στο νερό; Δεν θυμάσαι τίποτα από τα παιδικά σου χρόνια; Εκείνο το «άντρα θέλω τώρα τονε θέλω» που σου έλεγε η γιαγιά σου όποτε πίεζες για το «εδώ και τώρα» της εκπλήρωσης κάθε σου επιθυμίας; Όταν το «σε πέντε ή δέκα λεπτά» έμοιαζε με μια αιωνιότητα και βρισκόταν πιο κοντά στο ποτέ παρά στο τώρα;


Όλα τα θυμάμαι κι αποφασίζω. Ας περιμένει λίγο η δουλειά. Αυτό άλλωστε σημαίνει «αυτοαπασχολούμενος». Να έχεις χρόνο αλλά όχι λεφτά. Γιατί αν είχα λεφτά μπορεί και να μην είχα χρόνο και να έλεγα «Θα πάρουμε καινούριο», για το χαλασμένο καρότσι. Αλλά και τότε, ίσως κάτι να έχανα.

Οπότε…

Κάθομαι στο καναπεδάκι, πίσω από το τραπέζι και παίρνω στα χέρια μου το καρότσι. Η γυναίκα μου μου δίνει τη ρόδα. Τα εξετάζω. Έχει φθαρεί το βύσμα στο κέντρο της ρόδας, εκεί όπου σφηνώνει και «κουμπώνει» ο άξονας. «Με ένα κομμάτια από πλαστικό σωλήνα μπορεί να γίνει η δουλειά», σκέφτομαι. Έχω πολλά τέτοια «σκουπίδια» στα εργαλεία μου.

― Φτιάχνεται, παππού; η μεγάλη.

― Φτιάχνεται, παππού; η μικρή σαν αντίλαλος.

Μου έρχεται να πω διάφορες αηδίες όπως «Θα πρέπει να του βάλουμε γύψο, κόλλα και πέντε συρματάκια» ή «Θα δώσουμε ένα σιρόπι για τρεις μέρες στο καρότσι και θα γίνει καλά η ρόδα του» ή «Θα του βγάλω και τις τέσσερις ρόδες, θα του βάλω παπούτσια και θα γίνει το πρώτο παπουτσωμένο καρότσι». Αλλά δεν λέω τίποτα απ’ αυτά. Όπως δεν κάνει καλαμπούρια σε τέτοιες περιπτώσεις ένας υδραυλικός, ένας τεχνικός αυτοκινήτων ή ένας γιατρός. Όπως δεν θα έπρεπε να κάνει καλαμπούρια ή να λέει ψέματα ένας πολιτικός που ζητάει την ψήφο των πολιτών όταν πολλές ρόδες είναι χαλασμένες στα περισσότερα καρότσια μιας χώρας που θέλει να πάει από ένα αβέβαιο και καταθλιπτικό τώρα σ’ ένα πιο σίγουρο και πιο χαρούμενο μετά.

Αλλά γελάω μέσα μου με την εμπιστοσύνη που μου έχουν και με τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το «άρρωστο καρότσι» τους.
― Φτιάχνεται, λέω και φέγγουν οι μούρες τους. Θα πάω να φέρω μερικά εργαλεία και θα το φτιάξω.

― Θα φέρεις και το τρυπάνι; ρωτάει με τρόμο η μικρή που φοβάται κάθε ηχορρυπαντικό εργαλείο.

― Όχι, δεν χρειάζεται τρυπάνι, την καθησυχάζω. Σε λίγο θα είναι έτοιμο…

Σε λίγη ώρα το καρότσι έχει πάλι τέσσερεις ρόδες. Τα δυο κορίτσια βάζουν μέσα τις κούκλες που είχαν φέρει μαζί τους.

Μαζί με τη γιαγιά τους, φεύγουν ευχαριστημένες για την παιδική χαρά.

Με τις κούκλες ασφαλείς σ’ ένα καρότσι με τέσσερις ρόδες που λειτουργεί όπως και πριν χαλάσει. Μεταφέροντας τις κούκλες-παιδιά από ένα δύσκολο πριν σ’ ένα καλύτερο μετά.

Κι εγώ μένω μόνος να συνεχίζω τη δουλειά μου και με τις σκέψεις μου στις εκλογές.

Και με μια οδυνηρή αναρώτηση για το πόσες ρόδες λείπουν από τα καρότσια της πατρίδας μου και πώς και από ποιους θα διορθωθούν.

Δεν έχουμε πάρα πολλά παιδιά και πρέπει να τα προσέχουμε.

Πρέπει να τα μεταφέρουμε με ασφάλεια σ’ ένα καλύτερο μέλλον.

Δεν είναι παίξε γέλασε όλο αυτό…

* Το νέο βιβλίο του Κωστή Α. Μακρή «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη