Ο αναποφάσιστος

του Γιάννη Πάσχου

 

Αν και το ξέρω καλά,  ότι κι αυτές οι εκλογές δεν πρόκειται να φέρουν και τίποτε συνταρακτικές αλλαγές, παρ’ όλ’ αυτά, βαθιά μέσα μου,  αναστατώνομαι.

Αναστατώνομαι και η αναστάτωση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όσο περνούν οι μέρες και καμιά φωνή, ούτε εσωτερική, ούτε επίγεια, ούτε ουράνια  μου ψιθυρίζει κάτι.  Κάτι βρε αδερφέ, σαν σήμα, σαν οδηγό, σαν προβληματισμό της προκοπής, να πάω να ψηφήσω και να το καταλάβω, νάχω και τη συνείδησή μου καθαρή κι ανάλαφρη ότι έκανα  ότι έπρεπε, ότι όφειλα σαν πολίτης αυτής της  πολύπαθης χώρας με τις πανέμορφες ακρογιαλιές και το γαλάζιο ουρανό. Λέω καμιά φορά, ότι η ταξική μου συνείδηση αμβλύνθηκε, ότι βολεύτηκα, συμβιβάστηκα και οι προβληματισμοί μου είναι άνευ σημασίας, άνευ βαρύτητας, γι αυτό και δεν γίνονται λόγια, γι αυτό  δεν ακούω  τη  φωνή μέσα μου. Εντάξει, αλλά και οι άλλοι, οι φίλοι, οι γνωστοί μου; Κι αυτοί τα ίδια έπαθαν;  Αποσυντονισμό, αποκλιμάκωση, απογοήτευση, αποδόμηση; Γίνεται όλοι οι υποψήφιοι, όλες οι πολιτικές να είναι λάθος;  

Αποφασισμένος να βρω μια λύση, άρχισα  να διαβάζω και πάλι τα  προγράμματα, να ακούω συζητήσεις, ομιλίες, να παρακολουθώ με μεγαλύτερη προσοχή  όλα όσα λένε γύρω μου, ελπίζοντας ότι θα φθάσω κάπου, σε κάποια έξοδο. Αυτό ήταν και η μεγάλη μου παγίδα. Μ’ έφαγε η νοσταλγία, θυμήθηκα τον πατέρα  που ακούγαμε παρέα -πριν  τριάντα χρόνια- στο ραδιόφωνο τα ίδια πράγματα, τον θείο μου, που διαβάζαμε παρέα στον ημερήσιο τύπο  -πριν σαράντα  χρόνια- τα ίδια ακριβώς πράγματα.  Όλους τους πεθαμένους τους θυμήθηκα. Τους προεκλογικούς  τσακωμούς στο σπίτι, τη γιαγιά, που ήταν ερωτευμένη με τον Καραμανλή, τον παππού, που ήθελε να βγει στο βουνό ξανά με τον Άρη μετά το αλτσχάϊμερ.  Λες και δεν πέρασε μέρα, λες και δεν πέρασε στιγμή, λες και οι πολιτικές των κομμάτων το μόνο που κουβαλούν αγόγγυστα  είναι το παρελθόν και τους πεθαμένους.  Τέτοια  του τάφου σιωπή, τέτοιο μούδιασμα, τέτοια άρνηση σε προεκλογική περίοδο πρώτη φορά ένιωσα.   

Άναψα ένα κεράκι στους πεθαμένους, που άθελά μου ανακάτεψα με τόσο ευτελείς αφορμές και αναμένω την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, σ’ ένα καφέ, στη διασταύρωση  με το αύριο. Περιμένω, αλλά τα παράθυρα είναι κλειστά  κι απ’ έξω περνούν οι αποφασισμένοι, οι σίγουροι, με κοιτούν με ύφος περιπαικτικό και το χειρότερό, μου κάνουν άσεμνες χειρονομίες, πολύ άσεμνες, για παρεξήγηση, που στην καλύτερη των περιπτώσεων, σημαίνουν  θα τα πούμε μετά τις εκλογές μαλάκα και στη χειρότερη,   κάτσε εκεί που κάθεσαι καλύτερα, να μη  μας σπας και τ’ αρχίδια. Τους ζηλεύω και τους μισώ. Για αυτό λέω να σηκωθώ , να σταθώ όρθιος, όχι τίποτε άλλο δηλαδή, να στείλω τουλάχιστον ένα μήνυμα, έτσι για παρηγοριά και στην κάλπη, έ θα δούμε…