Νο 10: Ιπποκράτους – Προφ. Δανιήλ (Άντε να ρίξεις την ψήφο σου σαν καλό παιδάκι τώρα)

του Νίκου Παναγιωτόπουλου

(Άντε να ρίξεις την ψήφο σου σαν καλό παιδάκι τώρα)

Με το Γιώργο γνωριζόμαστε απ’ τα 6 μας.

Μαζί κυνηγητό στις αυλές του δημοτικού, μαζί τσιγάρα της αγωνίας στο γυμνάσιο.

Είχαμε όμως τελευταία να βρεθούμε κάτι χρόνια και είπαμε να τα πούμε στο χαλαρό, έτσι για λίγο. Μοναχοί.

Σα μηχανικός έχω να πιάσω λεφτά στα χέρια μου 3 χρόνια, μου λέει.

Η κόρη μου, μηχανικός κι αυτή, δουλεύει σε ένα τεχνικό γραφείο για 500 μαύρα.

Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει και κάνουμε το σταυρό μας που πληρώθηκε, έστω κι αυτά.

Ο επόμενος μήνας είναι φυσικά πάντα αβέβαιος.

Τρώμε συνέχεια απ΄ τα έτοιμα.

Μέχρι πότε ρε αδελφέ;

Φτύσαμε αίμα να τελειώσουμε το Μετσόβειο.

Θυμάσαι καθόλου εκείνα τα χρόνια που εσύ κυνήγαγες ΦΜΣ και γω Πολυτεχνείο;

Θυμάμαι, του είπα.

Θυμάμαι...

...που να μη θυμόμουνα......

Γιατί ρε μάννα μας εκδικείσαι; Δε σου φταίξαμε δα και σε κάτι!

Αν σε τρελλαίνει το που βρίσκεσαι, εμάς μας τρελλαίνει πολύ περισσότερο, γιατί εμείς στα σκάμε.

Τέλειωνε με τους φταίχτες σου να πάει στο διάολο, μπας και δούμε φως!

Μέχρι τότε όμως, κάνε μας τη χάρη και γύρνα πρόσωπο και μάτια αλλού.

Βαρέθηκα.

Εγώ τώρα θα ΘΥΜΗΘΩ.

Εσύ, όπως πάντα, έχεις και πάλι «κατά λάθος» ΞΕΧΑΣΕΙ......

Άμα δεν σε έχω λεωφορείο μου, μου λείπεις!

Κι όταν όμως σκαρφαλώνω στις σκάλες που μου ανοίγεις,  χορεύω μαζί σου σε ένα ρυθμό ατέρμονο, χαυνωτικό, χαζεύοντας αυτά τα τζάμια που τρίζουνε απ’ τα γαντζάκια με το παραμικρό και τις πλακουτσωμένες κάτω γόπες του άγχους και της ξιπασιάς όλων αυτών που δεν ξέρω και δεν ξέρεις,  απορώ τελικά με μένα αλλά και βαριέμαι ενίοτε θανατερά με σένα.

Παρόλα αυτά όμως,  είσαι κάτι σαν το καταφύγιό μου ανάμεσα στις Σκύλες και τις Χάρυβδες.  

Ξέρεις.

Αυτές  τις συμπληγάδες της κάθε μέρας, που μούχωσαν να ζήσω πιεστικά αυτοί «οι αποπάνω».

Για χρόνια λέει. Και για να γίνω πιο σαφής, αυτές που λένε όλοι «σχολείο».

Πίστεψέ το, αν και ξέρω ότι από μέσα σου ήδη γελάς με συγκατάβαση και λες πως δεν σου πέφτει λόγος.

Εγώ όμως, σε περιμένω κάθε φορά καρτερικά  ανά εικοσάλεπτο.

Μου σκας μούρη από τη μακρυνή στροφή, έχω τις αμφιβολίες αρχικά, ελπίζω  νάσαι το δικό μου νουμεράκι και όταν είσαι, απλά περιμένω εκείνη την πόρτα να ανοίξει απο πίσω, να χωράω έστω κι όρθιος και ο εισπράκτορας νάναι κάπου κοντά για να μου κόψει αυτή την παραλληλόγραμη μαγκιά που πιο λεπτή δε γίνεται.

Εισιτήριο!

Σιγά μην έρχεσαι ανά εικοσάλεπτο βέβαια, ειδικά όταν πέφτει  αυτή η ρουφιάνα βροχή που κάνει όλα τα ρούχα να βρωμάνε σα σφουγγαρόπανα και σιγά μη σταματάς όταν είσαι γεμάτο.

Μ’ αγαπάς! Δε λέω!

Είσαι όμως και σπάνιο επι τη εμφανίσει είδος!

Γέρνεις; Δε γέρνεις; Τουμπάρεις; Δεν τουμπάρεις; Πως στρίβεις και παίρνεις έτσι  φαλάγγι ρε παιδί μου τα πεζοδρόμια!

Τελικά έτσι μεγαλώσαμε - μεγαλώνουμε, εσύ με μένα και γω με σένα, χρόνια τώρα.

Πετάω κι εκείνη τη μαγική λεξούλα που μισώ όταν ξεστομίζω, ελπίζοντας κάποτε όταν τελειώσει  να ηρεμήσω. Κι εσύ κι αυτή και όσοι με ακούνε.

-Μισό παρακαλώ...

Δεν είμαι σαν όλους εσάς αν δεν το καταλάβατε.

Είμαι στη φτιάξη ακόμα.

Δεν είμαι βέβαια κυρίες και κύριοι μισός, αλλά έτσι με έχουν βάλει να λέω.

Για να μ’ αποφεύγετε.

Δε μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο ακόμη γι αυτό, παρά να σας δείχνω στο καπάκι κι αυτή τη βλαμένη ταυτότητα.

Με αυτή τη φωτογραφία που σιχαίνομαι πρώτα απο όλους  εγώ.

Που φιγουράρω σαν πινέζα με το σύριζα κομμένο μαλλί που με βάλαν να κόψω.

Μισώ τα γεμάτα λεωφορεία και τους περίεργους σαν εσένα.

Όταν σηκώνομαι να κάτσουν άλλοι πάντως, ξεκαθαρίζω τη θέση μου, δεν το κάνω γιατί πρέπει, ούτε γιατί είμαι εγώ μισός και αυτοί ολόκληροι.

Γιατί αγκομαχάνε περισσότερο στις ανηφόρες  ίσως...

Αλλά αυτό να μείνει μεταξύ μας. Εντάξει;

Έλα λεωφορείο μου,

Έτσι που σε βλέπω άδειο  στην αφετηρία σου, είσαι όαση, είσαι αλλοιώς...

Έλα κι εσύ τσάντα μου,

Πάμε.......

Πω πω! τυχερός είμαι σήμερα!

Καθιστός θα πάω!

Κάτσε να βγάλω τις δεκάρες. Να δω!  Φτάνουν για τον εισπράκτορα;

Ουου! Και περισσεύουν!

Σωστά. Χάλασα το πρωί  γυρίζοντας  απο τ’ Αγγλικά.

Ο οδηγός με τον εισπράκτορα την κάνανε για κανένα τσιγάρο μου φαίνεται.

Είπα κι εγώ.

Δεν πιστεύω νάναι χαλασμένο αυτό το ρημάδι και να χαίρομαι άδικα...

Μα που στο διάβολο χαθήκανε οδηγός και εισπράκτορας;

Πω πω, δε θα προλάβω έτσι όπως πάει!

Απογευματινό εξάωρο σήμερα στο σχολείο και φροντιστήριο στο καπάκι.

Τουτέστιν, απο Πλάκα Πατησίων ποδαράτα και κάνα εξάκιλο γνώσης να σου μακραίνει πότε το ένα και πότε το άλλο χέρι περιοδικά και κατά βούληση.  Ρομάντζο σκέτο!

Ευτυχώς αύριο είναι Κυριακή και θα ξεκουραστώ.......

Να το κόψω  λες  με τα πόδια καλύτερα;

Αυτά βέβαια που μούβαλε η μάννα μου να φάω στα βιαστικά, στο λαιμό θα μούρθουν μέχρι  να φτάσω σχολείο.

Κομμάτια να γίνει.

Το αποφάσισα. Θα πάω με τα πόδια.

Έτσι κι αλλοιώς,  πιο γρήγορα θα πάω.

Ναι! Καλύτερα!

Θα μου μείνουν και οι δεκάρες........!

 

Γυρίσεις δε γυρίσεις, καρφί δε μου καίγεται.

Θυμηθείς δε θυμηθείς,  το ίδιο μου κάνει.

Μάννα,

Αυτά είναι για μένα και όλους τους «αγνώστους».

Για τα ατέλειωτα «πήγαινε - έλα» απο το 1968 έως το 1974 με εκείνα τα πλακουτσωμένα στη μάπα μπλέ λεωφορεία που γράφανε πάνω τους 10, Ιπποκράτους Βοτανικός - Προφήτης Δανιήλ και που ακόμη μέχρι σήμερα βλέπω στα όνειρά μου ασπρόμαυρα, όπως και όλα τα «τότε δικά μου» , όταν πατάω κατά λάθος το κουμπί «ξεκίνα» της εφηβικής  μου συνείδησης.

Ξέρεις εσύ.

Αυτή που όλοι φοβούνται μπας και ξεράσει την αλήθεια σα λίγδα στη λαδόκολλα.

Ότι, όλα λέει επαναλαμβάνονται και όλα αυτά για ένα Προφήτη μα ποιόν Προφήτη, αλλά και μια γιατρειά αυτόβουλη ενός Ιπποκράτη χαμένου κι αυτού κάπου στα μπάζα του Βοτανικού, ή ίσως  του 10 του καλού, αν αυτό έχει ακόμη όνομα και κρύβεται πιθανώς σε κάτι που προφέρεται σαν Ελαιώνας, ή αντίστοιχο της συνείδησής τους παρεμφερές.

Γι αυτά τα πλακουτσωμένα στη μάπα λεωφορεία μιλάω.

Για την περίπτωση που αυτοί οι «άγνωστοι» δεν τα πρόλαβαν, ή τάζησαν ίσως σε έγχρωμες του χρόνου εποχές. Μπλέ, πράσινα, τι σημασία πλέον έχει;

Σε μια κόπια ασπρόμαυρη σαν αυτή, όλα το ίδιο λίγο έως πολύ έτσι κι αλλοιώς δείχνουν.

Για τα σχολικά εκείνα Σάββατα, που ήταν φορτωμένα στην καλύτερη περίπτωση με πεντάωρα, ενώ όλη η υπόλοιπη βδομάδα βάραγε προσοχές με βαρετά, βγαλμένα απο ένα ξεφτιλισμένα άκομψο καλούπι για εξάωρα.

Παρέα με ώρες γλαφυρές κι ατέλειωτες,  σε κείνα που άλλοι φωνάζαν αγγλικά και άλλοι φροντιστήρια.

Που ομόρφαιναν δήθεν μέσα απο  τους άγουρους καπνούς της εφηβείας, βγαλμένους κι αυτούς απο τα μονόροφα φτηνά κουτιά της αγωνίας.

Για μια μουντάδα σε ένα τίποτε τελικά.

Για 500 μαύρα κι αυτά άνοστα σαν τη μάννα τους.

Που δεν ξέρεις αν θα υπάρχουν κι  αύριο.

Άντε να ρίξεις την ψήφο σου σαν καλό παιδάκι τώρα.

Εμένα πάντως, κάτι μέσα μου φωνάζει γοερά και απαρατήρητα.

Α ρε Σύνταγμα, α ρε Σόλωνος, α ρε Κάνιγγος!

Ακούς εσύ κάτι;