Εκλογές, την εποχή της συναίνεσης

Του ΠαύλουΤσίμα

 

Τη Δευτέρα το βράδυ οι δύο πολιτικοί που διεκδικούν την νίκη στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον σε ένα τελευταίο προεκλογικό debate. Ο μισός πληθυσμός της χώρας, πέντε εκατομμύρια άνθρωποι είδαν έστω και για λίγο τη μονομαχία. Η αλήθεια είναι ότι τίποτε συγκλονιστικό δε συνέβη, νικητής ή ηττημένος δεν ήταν εύκολο να υπάρξει, δύσκολα διακρίνει κανείς κάτι που θα είχε μετρήσιμη επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσμα και απ' όσα ειπώθηκαν, ελάχιστα έμειναν στη μνήμη μας. Είναι ενδεικτικό ότι το μόνο θεμα που επέζησε στον μιντιακό αφρό την επόμενη μέρα ήταν το καυγαδάκι του κ. Μεϊμαράκη με τον σκηνοθέτη, επειδή έδειχνε ψηλότερο τον κοντύτερό του κ. Τσίπρα. Κι όμως. Το debate ήταν μια πολιτικά σημαντική στιγμή. Απλώς και μόνον επειδή έγινε.

Η τελευταία φορά που η Ελλάδα είδε τους πολιτικούς αρχηγούς να αντιπαρατίθενται σε ένα debate ήταν το 2009. Από τότε η χώρα πήγε πέντε φορές στις κάλπες (τρεις βουλευτικές εκλογές, ευρωεκλογές και δημοψήφισμα), έζησε πέντε κρίσιμες και φορτισμένες αναμετρήσεις, χωρίς να δει τους πολιτικούς αρχηγούς να συνομιλούν. Ήταν ένα δευτερεύον σύμπτωμα της αρρώστιας που έτρωγε τα σωθικά της χώρας την περασμένη πενταετία: Η δημόσια ζωή είχε γίνει τόσο τοξική, τόσο δηλητηριασμένη από τις αναθυμιάσεις μιας πόλωσης- που έπαιρνε συχνά σχεδόν βίαιες μορφές και άνοιξε χαραμάδες ώστε να εισβάλουν στη δημόσια σφαίρα οι νταήδες νοσταλγοί του Χίτλερ-ώστε ακόμη κι ένας συνηθισμένος τηλεοπτικός διάλογος μεταξύ αρχηγών ήταν αδύνατον να οργανωθεί.

Από αυτήν την άποψη, λοιπόν, και μόνον το γεγονός ότι οι δύο πολιτικοί αντίπαλοι συζήτησαν κάτω από τους τηλεοπτικούς προβολείς και αντιπαρατέθηκαν χωρίς να παραβιάσουν τα όρια που επιβάλλει ο αλληλοσεβασμός, αποκτά μια συμβολική σημασία ξεχωριστή. Είναι μια αλλαγή σελίδας στα δημόσια ήθη. Κι είναι εντυπωσιακό ότι συνέβη εβδομήντα μόλις ημέρες από την ακραία στιγμή της πόλωσης: το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου.

Η αλλαγή οφείλεται εν μέρει στα πρόσωπα. Ο νέος ηγέτης της συντηρητικής παράταξης Βαγέλης Μεϊμαράκης υιοθέτησε από την πρώτη στιγμή μια συναινετική, μετριοπαθή πολιτική, στον αντίποδα του προκατόχου του. Και ο Αλέξης Τσίπρας ανταπέδωσε.

Θα σχηματιστεί μια κυβέρνηση κεντροαριστερής συμμαχίας γύρω από έναν αλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ, που θα επιχειρήσει να αλλάξει τους φθαρμένους κρίκους που συνδέουν δημόσιο και ιδιωτικό στην Ελλάδα και να καταλύσει την πολιτική συμμαχία υπέρ της φοροδιαφυγής που κρατά αιχμάλωτη τη χώρα;

Μα πολύ περισσότερο από τα πρόσωπα, είναι το πολιτικό περιβάλλον που έχει αλλάξει δραματικά. Το debate της Δευτέρας επιβεβαίωσε την αλλαγή. Όσο και σε όσα κι αν διαφώνησαν, οι δύο πολιτικοί αρχηγοί συνέπεσαν σε τρία βασικά σημεία: Πιστεύουν και οι δύο πως η Ελλάδα πρέπει, πάση θυσία, να μείνει στην ζώνη του ευρώ. Πως η παραμονή στο ευρώ, με τον δεδομένο πολιτικό συσχετισμό στην Ευρώπη, είναι αδύνατη δίχως αποδοχή κάποιας εκδοχής του κυρίαρχου οικονομικού δόγματος. Και πως η επόμενη κυβέρνηση, ό,τι άλλο κι αν προσπαθήσει να κάνει, είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει πιστά την πρόσφατη συμφωνία Αθήνας-Βρυξελλών. Οι όποιες διορθώσεις και αλλαγές στην συμφωνία αυτή- απέναντι στην οποία και οι δύο στέκονται, για διαφορετικούς λόγους, κριτικά- και οι όποιες διεκδικήσεις ως προς το χρέος και την χρηματοδότηση της οικονομίας προϋποθέτουν την εφαρμογή της συμφωνίας.

Κάπως έτσι η εποχή του ψυχρού εμφυλίου δίνει την θέση της στην εποχή της συναίνεσης. Όποιο κι αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί κανείς να ελπίζει οτι η επόμενη κυβέρνηση θα μπορεί τουλάχιστον να συνομιλεί με την αντιπολίτευση, όποιος κι αν βρεθεί στη μία ή την άλλη θέση.

Κάποιοι, και όχι πάντα καλόπιστα, υποστηρίζουν ότι αυτή η σύμπτωση των δύο αρχηγών στην ανάγκη εφαρμογής της ευρω-συμφωνίας μεταφράζεται σε μια ομογενοποίηση της πολιτικής, μια άμβλυνση των πολιτικών διαφορών και των μεγάλων διχοτομήσεων. Αρκετοί, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε οι εκλογές να αναδείξουν μια κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» ή «εθνικής ενότητας». Αλλά ακόμη κι αν ένα καπρίτσιο των αριθμών καταστήσει αναγκαία την συνεργασία των δύο μεγαλύτερων κομμάτων για να σχηματιστεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αμφιβάλλω αν αυτή θα ήταν μια ωφέλιμη λύση.

Πιστεύω, αντίθετα, ότι θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο αν όλα αυτά μεταφράζονταν σε μια μετατόπιση του άξονα γύρω από τον οποίο κινείται η πολιτική ζωή. Από τη γραμμή «μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί», που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια και έφερε να συγκατοικούν στον ίδιο πόλο η Αριστερά και η ελληνική εκδοχή του tea-party, η «πατριωτική δεξιά» των ΑΝΕΛ, η ελληνική πολιτική ίσως επιστρέφει σιγά-σιγά πίσω στον άξονα «δεξιά-αριστερά», «πρόοδος-συντήρηση».

Και οι εκλογές της Κυριακής θέτουν αυτό ακριβώς το δίλημμα: Θα σχηματιστεί μια κυβέρνηση κεντροαριστερής συμμαχίας γύρω από έναν αλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ, που θα επιχειρήσει να αλλάξει τους φθαρμένους κρίκους που συνδέουν δημόσιο και ιδιωτικό στην Ελλάδα και να καταλύσει την πολιτική συμμαχία υπέρ της φοροδιαφυγής που κρατά αιχμάλωτη τη χώρα; Ή μια κυβέρνηση κεντροδεξιάς συνεργασίας γύρω από μιαν ανανεωμένη Νέα Δημοκρατία, που θα εγγυηθεί την πολιτική σταθερότητα η οποία χρειάζεται για να επανέλθει η κανονικότητα στην οικονομική ζωή; Το ερώτημα αυτό πλανιόταν πάνω από το debate της Δευτέρας.